Γιώργος Θ. Γιαννόπουλος, Δύο ποιήματα

2bbb57b4ef6463512e7b21ecc616eba1

Πράσινη πέτρα Ινδίας

Στη Μαρίκα

Ώρες μετά που πέθανε ο πατέρας
τον έφεραν κάτω
ντυμένο σε κοστούμι ριγέ
σιωπηλό και αυστηρό,
όπως απαιτούσε η στιγμή.

Ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα
με τα φρύδια του άγρια και ανήσυχα
σαν σαύρα που ταράζει η ανθρώπινη παρουσία.

Και μόνον του νεκροθάφτη ο άξεστος τρόπος
-μιαν απόπειρα να τον ξυρίσει με πλαστικό bic
μαρτυρούσε για τη σοβαρότητα της ζωής.

Όπως η πράσινη πέτρα Ινδίας
που απ’ τις θάλασσες έφτασε εδώ
κι έγινε επένδυση κλίμακας
εξόριστου για θάνατο εξ αμελείας
μηχανικού.

Κι από το έργο του
άγγελος έπεσε
ξανά
με το κεφάλι στο δάπεδο
διαφεύγοντας
τώρα
τον θάνατο.

Αντίθετα με τον γεννήτορά του
που η ψυχή του
έγινε
πράσινη πέτρα Ινδίας.

*Από τη συλλογή “Το θέρος των βροτών”, Εκδόσεις “Ένεκεν”, Θεσσαλονίκη 2010, σελ. 50-51.

***

Το Τομάρι

Την πρώτη φορά παντρεύτηκα τη μάνα μου
-πήγαν το σκυλί μου στα χασίλια,
μούχε πει,
και πάει

Έπειτα λιαζόταν στην αγορά
της Δήλου
το κορμί της πονούσε τα μάτια των αντρών
και πάνω στην τρελή τους τη χαρά
τις σάλπιγγές της έλαμψε
στα τείχη της πόλης

μαύρη δίψα πλάνταξε τ’ αστέρια
κι ένα κομμάτι τους
άνθισε στη σάρκα της

Τη δεύτερη φορά
πήρα την αδελφή μου
τα πέλματά της σήκωναν το βάρος του ανθρώπου
κι ήταν όλα κατακόκκινα
στο φέγγος της σαβάνας
στον ύπνο της λιονταρίνας

Την τρίτη την φορά
πήρα την κόρη μου
Ερχόμαστε από μακριά, μού είπε,
παίζαμε πριν γεννηθώ

Τότε ήταν που με κάλεσε ο μάντης
και μούδειξε το δέρας,
είναι για τις γιορτές,
είπε,
φόρα το

χάρηκα για την αναβάθμιση
της ύπαρξής μου
στ’ ασπράδι των ματιών μου
μοχθούσε ήδη
του σκουληκιού
η αθωότητα

*Από τη συλλογή “Λόγια θανάτου και αγάπης”, Εκδόσεις “Ένεκεν”, Θεσσαλονίκη 2015, σελ. 25-26.

One response to “Γιώργος Θ. Γιαννόπουλος, Δύο ποιήματα

Leave a reply to vequinox Cancel reply