ΑΚΤΗ
Αυτός ο άνθρωπος γύρισε σπίτι του επιτέλους
άφησε τη μοναξιά του στα τραγούδια
άφησε τους συντρόφους του σε μια σχεδία
έκοψε τα γένια του χαμογελάει σε όλους.
Αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί πια ούτε να κλάψει
γιατί οι δικοί του είν’ ευτυχείς που τον κέρδισαν πάλι
γιατί το κύμα πού ‘ρθε κι έφυγε παίρνοντας τόση ζωή
αυτόν το γιο τον ακριβό τον ξέρασε πίσω στ’ ακρογιάλι.
Εδώ μεγάλωσε και πέθανε σ’ αυτά τα μέρη
κοντά στη μάνα του και τον πατέρα του έχασε την ψυχή του
εδώ δίπλα στη θάλασσα τον σάπισε το καλοκαίρι
κι η άμμος ήπιε τη φωνή του.
***
ΠΑΤΡΙΔΑ
Όμορφη μέρα Όσοι πνιγήκανε χτες
θα τό ‘χουνε μετανιώσει
Ήσυχο χαμόγελο που σε πονάει στα δόντια
η απελπισία που θά ‘βαζε φωτιά
γέρασε πια και ζητιανεύει
– το αδιάλλακτό μας πένθος πουλιέται στα βιβλιοπωλεία.
Δεν έχω τίποτα σ’ αυτό τον τόπο
περαστικός σαν νά ‘ρχομαι στα παιδικά μου χρόνια
το μέλλον είναι έτοιμο
τα τελευταία μας λόγια δεν γράφτηκαν στους τοίχους
το μέλλον είναι έτοιμο – σίδερο και τσιμέντο
τα τελευταία μας λόγια είναι από χαρτί
άγριο χορτάρι τρώει τους νεκρούς μου
δεν έχω τίποτα σ’ αυτό τον τόπο
…εύκολα χρόνια εύκολα δάκρυα που δεν ήτανε δικά μου
εύκολα χρόνια τ’ απογέματα με την γκαζόζα και τους φίλους
δίπλα στο γιασεμί δίπλα στις διαδηλώσεις
που γέμιζαν τον στίχο ξένο αίμα…
*Από τη συλλογή “Ακτή” (1969) που περιλαμβάνεται στοι βιβλίο “Υπό ξένην σημαία – Ποιήματα 1967-1987”, Εκδόσεις Ύψιλον Βιβλία, 1991, σελ. 19 και 20.

Αυτοί δεν είναι στίχοι
(για την ποίηση του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου)
Αυτοί δεν είναι στίχοι
Είναι χέρια
Είναι πόδια
Που αγγίζουν, περπατούν και σφαδάζουν
Με το κεφάλι τους ψηλά
Αυτοί δεν είναι στίχοι
Είναι όλες οι φωνές
Που πιάστηκαν αιχμάλωτες
Μετά το τέλος του πολέμου
Κοιτούν ίσια στα μάτια το βασανιστή τους
Και τον τρέπουν λυγισμένο σε άτακτη φυγή
Αυτοί δεν είναι στίχοι αραδιασμένοι
Στο τεφτέρι ενός ποιητή
Είναι η καρδιά στο πέτο του άκαρδου κόσμου
Κάνει το αίμα του να ξανακυλήσει ζεστό
Στις παγωμένες αρτηρίες του
Και εξαρτάται από αυτούς
Που αναζητούν επίμονα τους χτύπους της
Αν θα σπάσουν ή όχι