Μια λαμαρίνα νύχτας
έκοψε το λαιμό αυτού του μοναχικού άνδρα.
Ιώδια βροχής
θαρρώ πως χειροτέρεψαν τα πράγματα.
απ’ τον κομμένο του λαιμό
έτρεχε πολύ φεγγάρι
που είχε μέσα του διαπυηθεί
τόσα ψεύτικα χρόνια
σ’ αυτήν τη μικρή φωλιά περιθωρίου.
Καμιά φορά έπλεκε
δαντέλες αρχαιότητας
το καταλάβαινα από τον τρόπο
που τα μάτια του γίνονταν
δύο μωβ πεταλούδες,
Είχε ξεχάσει πια και να μιλάει ανθρώπινα.
Πότε πότε τού διάβαζα ποιήματα.
Όχι πως ένιωθε.
Έτσι.
“Ράψε με μέσα στο θάνατο, σ’ ένα ποίημα”,
μου είπε την τελευταία φορά.
Μα νόμισα πως δεν το εννοούσε.
*Από τη συλλογή “Χαμηλές οκτάβες”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2013, σελ 26.

Ευχαριστώ θερμά για τη φιλοξενία!