Οσίπ Μαντελστάμ (О́сип Мандельшта́м), Άτιτλο

2

Σύγχρονος κανενός δεν ήμουνα ποτέ,
δεν μου εδόθη αυτή η χάρη
αντιπαθώ όσους τ’ όνομά μου φέρουν,
απλή συνωνυμία, δεν είμαι εγώ.
Βαριά έχει τα βλέφαρα ο άρχοντας αιώνας
και στόμα πήλινο λαμπρό,
όμως στο χέρι το ρικνό του γερασμένου γιού του
πεθαίνοντας θαρρώ πως θα προσπέσει.
Τ’ αρρωστημένα μάτια μου άνοιξα μαζί με τον αιώνα,
πελώρια μήλα νυσταγμένα,
όμως τα βροντερά πατάμια μου ιστόρησαν
την κρίση και τη δίκη του αιώνα.
Εκατό χρόνια πριν με τα λευκά προσκέφαλα
ένα κρεββάτι άσπριζε εκστρατείας
Παράξενα τεντώθηκε το πήλινο κορμί
ο αιώνας τελείωσε το πρώτο του μεθύσι.
Ανάμεσα στην πανανθρώπινη, που τρίζει την πορεία
πόσο ανάλαφρο κρεββάτι.
Μα τι να γίνει; Αν για να φτιάξουμε άλλο δεν μπορούμε,
ας ζήσουμε κατά τον τρόπο του αιώνα.
Ζεστό κρεββάτι μου, τροχόσπιτο ή σκηνή,
πεθαίνει ο αιώνας και μετά
δυο νυσταγμένα μήλα τα δυο μάτια μου
κι η φτερωτή τους φλόγα καίει βαθιά.

1924

One response to “Οσίπ Μαντελστάμ (О́сип Мандельшта́м), Άτιτλο

  1. αλλόκοτο καράβι εκεί μεσουρανεί,
    με ορθάνοιχτα φτερά ψηλά ανεβαίνει,
    αστέρι πράσινο, σε φτώχεια λαμπερή
    το αδέλφι σου η Πετρούπολη πεθαίνει.

    από τον τόπο της εξορίας του, στο Βορονέζ. (μάλλον το 1918)

Leave a reply to invisible lighthouse Cancel reply