Ένα ηλεκτρικό χέρι τον έστιβε
με δανεικά δυό δάχτυλα κομμένα
και του ζητούσε να μετρηθεί με το σκοτάδι
αραδιάζοντας ξέφτια αναπνέοντα
το διάβα του να κάμει γλιστερό.
Παλιά από πάνω του είχε έναν φωταγωγημένο τοίχο
ακίνδυνο και ακίνητο, το φώναζε ουρανό
και παρέα, κάναν ξυπνητοί όνειρα υπνωτικά.
Τώρα είναι κατηφορικός.
Του προκαλεί ασφυξία.
Ξέμεινος ως είναι απ’ αντοχή
το βαφτίζει καθρέφτη και το μαυροντύνει,
για να αφήσει τη στασιά του άκριτη
σήμερα που ξεπεζεύει από αγερασιά και νιότη.
Έτσι για λίγο φωτίζει τη σκέψη του.
Της ζητά να του χαρίσει μόνο έναν ύπνο,
έναν ύπνο μεσημεριανό.
Έκείνος, πριν απ΄τα βαριά και γιορτινά του αλαφρώσει
και κάτωχρος γδυθεί
όλα τα σήμαντρα για κείνη θα χτυπήσει
για να ακουστεί,
λυγερός στα δυό της μάτια
να φανεί μες στο ηλιόνταλο.
Σε μια αυτοσχέδια Κοινωνία
λόγια ανείπωτα της ράβει υφαντό
το ανάμεσό τους διάκενο να ενώσει.
Όσα από τα χείλη της κρεμαστούν και παραπέσουν
θα τα προορίσει για στρωσίδια του Μαγιού
να πατά πάνω στους φθόγγους του
να χρωματίζεται.
Διακοπή ρεύματος.Ακρωτηριασμός.
Συλλογίζεται
πως έχει ακόμα μια νυχτιά κοντή να περιμένει
με το ξημέρωμα να μοιάζει μακρινό
που ανάσκελα θα γαληνέψει
και αφού τον ντύσουν και τον ξυρίσουν σα γαμπρό
ίσως το νεκροφίλημα της
τον κάνει για στερνή φορά να ακουστεί
και να της πει
ασώματος και διάφανος
πως την αγάπησε.
Έτσι για λίγο φωτίζει τη σκέψη του,
ξανά.
Μέχρι τον τελευταίο αναπαμό.

Ευχαριστώ για όλα!