Giacomo Leopardi, Ονειρα και η Σίλβια

Leopardi,_Giacomo_(1798-1837)_-_ritr._A_Ferrazzi,_Recanati,_casa_Leopardi

Το όνειρο

Hταν πρωί, κι απ’ τα κλειστά παντζούρια
Μόλις φαινόταν ο ήλιος στο μπαλκόνι
Η πρώτη αυγή στο σκοτεινό δωμάτιο.
Την ώρα που γλυκαίνει ο ύπνος
Και ρίχνει μια ελαφριά σκιά στα μάτια
Στάθηκε δίπλα μου και με κοιτούσε
Τ’ ομοίωμα εκείνης που αγαπούσα
Που πρώτη μου έμαθε τον έρωτα
Κι ύστερα μ’ άφησε μέσα στο κλάμα.
Δεν φαινόταν νεκρή, μα λυπημένη
Κι είχε τη όψη των δυστυχισμένων.
Με το δεξί της χέρι με χάιδεψε
Στο μέτωπο, αναστέναξε, και μου είπε
-Ζεις, με θυμάσαι λίγο; -Αχ, ομορφιά μου
Απάντησα, πώς ήρθες εδώ;
Πόσο πονώ για σένα, πώς πονούσα!
Ποτέ δεν πίστευα πως θα το ξέρεις
Κι έκλαιγα απαρηγόρητος.
Μα θα με ξαναφήσεις; Πόσο το φοβάμαι!
Πες μου, τι σου συνέβη; Είσαι εκείνη
Που ήσουν τότε; Τι σε βασανίζει;
Μου είπε: -Ο ύπνος και η λήθη
Τις σκέψεις σου τυλίγουν κι εμποδίζουν.
Είμαι νεκρή, και πάνε πολλοί μήνες
Από την τελευταία φορά που με είδες.
Ακούγοντας τα λόγια της, πόνος άφατος
Μου έσφιξε το στήθος.
-Στο άνθος της ηλικίας μου χάθηκα,
Συνέχισε να λέει, όταν η ζωή είναι γλυκιά
Κι η δύστυχη καρδιά δεν ξέρει
Πόσο μάταια ελπίζει. Μαθαίνει
Γρήγορα ο άμοιρος θνητός να επιθυμεί
Αυτό που θα τον σώσει απ’ τα δεινά του
Μα, όταν πεθαίνεις νέος, δεν υπάρχει
Παρηγοριά. Μοίρα σκληρή
Η ελπίδα που θάβεται στη γη.
Είναι μάταιο να ξέρεις όσα κρύβει η φύση
Από τους άπειρους της ζωής, και στην άγουρη γνώση
Ο τυφλός πόνος κυριαρχεί. -Δύστυχή μου αγάπη,
Σώπασε, σώπασε, είπα εγώ, μ’ αυτά τα λόγια
Μου ματώνεις την καρδιά. Είσαι λοιπόν νεκρή
Αγάπη μου, κι εγώ είμαι ζωντανός, κι ήταν γραφτό
Το αγαπημένο, τρυφερό κορμί σου
Να δοκιμάσει τρομερούς ιδρώτες
Ενώ η δική μου άθλια σάρκα
Θα έμενε ανέπαφη; Αχ, πόσες φορές
Θυμόμουν ότι δεν ζεις πια, δεν θα σε δω
Ξανά σ’ αυτόν τον κόσμο, και δεν το πίστευα.
Μα τι είναι αυτό που λένε θάνατο;
Ας το μάθαινα τώρα κι εγώ
Να γλιτώσω το άμαθο κεφάλι μου
Απ’ τα σκληρά χτυπήματα της μοίρας.
Είμαι νέος, μα η νιότη μου φεύγει
Χάνεται σαν γεράματα, που τόσο τα φοβάμαι
Κι ας είναι μακρινά. Το άνθος της ηλικίας μου
Δεν ξεχωρίζει τόσο από το γήρας.
-Και οι δυο μας, μου είπε, με κλάμα γεννηθήκαμε.
Στη ζωή μας ευτυχία δεν είχαμε, κι από τους πόνους μας
Χαιρόταν ο ουρανός. Κι είπα: -Αν έκλαψα ποτέ
Γιατί έφυγες, αν ποτέ χλόμιασε το πρόσωπό μου
Κι αν η καρδιά μου είναι βαριά απ’ τη συμφορά
Πες μου, έχει αγγίξει την καρδιά σου
Μια σπίθα οίκτου ή έρωτα, όσο ζούσες
Για το δύστυχο εραστή σου;
Τις μέρες και τις νύχτες μου περνούσα
Με την απελπισία και την ελπίδα
Κι η αμφιβολία με βασανίζει ακόμα.
Αν, έστω μια μόνο φορά
Συμπόνεσες τη μαύρη μου ζωή
Μην μου το κρύψεις, σε παρακαλώ
Αυτή η ανάμνηση θα είναι για μένα στήριγμα
Τώρα που οι μέρες μας δεν έχουν μέλλον πια.
Κι εκείνη: -Ησύχασε, φτωχέ μου.
Για σένα ένιωσα οίκτο, όσο ζούσα
Και τώρα νιώθω. Ημουν κι εγώ δυστυχισμένη.
Μην νιώθεις αγωνία για ένα κορίτσι
Τόσο θλιμμένο. -Για τις κακές μας τύχες, φώναξα,
Και για τον έρωτά μου που με καίει
Στο όνομα το γλυκό της νιότης
Για τις χαμένες μας ελπίδες, άφησέ με, αγάπη μου
Ν’ αγγίξω το χέρι σου. Κι εκείνη, με χειρονομία
Γλυκιά και λυπημένη, μου το έδωσε.
Κι όσο το σκέπαζα φιλιά και το έσφιγγα στο στήθος
Με πονεμένο χτυποκάρδι
Κι έτρεχε ιδρώτας απ’ το πρόσωπό μου
Πνιγόταν η φωνή μου στον λαιμό
Στο βλέμμα μου τρεμόπαιζε η μέρα.
Με κοίταξε εκείνη τρυφερά: -Ξέχασες ήδη
Αγαπημένε, ότι έχασα την ομορφιά μου
Και μάταια, δύστυχέ μου, τρέμεις από έρωτα;
Τώρα, αντίο τελειωτικό. Τα σώματά μας
Τα δύστυχά μας πνεύματα, χωρίζονται για πάντα.
Για μένα, δεν ζεις πια
Κι ούτε ποτέ θα ζήσεις: ήδη η μοίρα σβήνει
Τους όρκους σου. Τότε, θέλοντας να φωνάξω
Από τον πόνο, και τρέμοντας, και με τα βλέφαρα
Γεμάτα κλάμα απαρηγόρητο, ξύπνησα.
Εκείνη ήταν μπροστά μου
Και στις θαμπές, πρώτες αχτίδες του ήλιου
Πίστευα ακόμα ότι την βλέπω.
τη Σίλβια Σίλβια, θυμάσαι ακόμα
Τις μέρες της θνητής ζωής σου
Οταν γελούσε η ομορφιά
Στα λαμπερά και φευγαλέα σου μάτια
Κι εσύ, ελαφριά και σκεφτική, στεκόσουν
Στης νιότης το κατώφλι; Τα ήσυχα δωμάτια
Και οι γύρω δρόμοι ηχούσαν
Απ’ το τραγούδι σου, και σκύβοντας
Στις γυναικείες δουλειές, χαιρόσουν
Με τα όνειρά σου για ένα μέλλον μακρινό.
Ηταν Μάιος, μ’ όλα τ’ αρώματά του
Κι έτσι περνούσες τον καιρό. Αφηνα τότε τις μελέτες μου
Και τα ιδρωμένα μου χαρτιά
Οπου τα πιο καλά μου χρόνια ξόδευα
Και στο μπαλκόνι του πατρικού σπιτιού
Εβγαινα ν’ ακούσω
Τον ήχο της φωνής σου, το επιδέξιο χέρι
Που δούλευε το δύσκολο υφαντό.
Κοίταζα τον γαλήνιο ουρανό
Τους δρόμους που έλαμπαν, τους κήπους
Κι από μακριά τη θάλασσα
Και το βουνό πιο εδώ.
Λόγια δεν θα ‘βρισκε άνθρωπος να πει
Τι ένιωθα στο στήθος. Τι γλυκές σκέψεις
Τι επιθυμίες, τι καρδιές!
Αχ Σίλβια, πώς μας φαινόταν τότε
Η ανθρώπινη ζωή και η μοίρα!
Οταν θυμάμαι όλη εκείνη την ελπίδα
Πίκρα με πιάνει απαρηγόρητη
Θρηνώ και πάλι για τη συμφορά μου.
Αχ, φύση, φύση
Γιατί ποτέ δεν κράτησες
Τις υποσχέσεις σου;
Γιατί σε τέτοια πλάνη
Αφήνεις τα παιδιά σου; Πριν μαράνει ο χειμώνας το χορτάρι
Από κρυφή ασθένεια χτυπημένη, νικήθηκες
Και χάθηκες, μικρή μου. Και δεν είδες
Το άνθος της ηλικίας σου
Δεν σου μαλάκωσε η καρδιά
Μ’ επαίνους για τις μαύρες σου τις μπούκλες
Για τις ερωτευμένες, ντροπαλές ματιές
Ούτε τις μέρες της γιορτής, με φίλες
Κρυφομιλούσες για έρωτες. Μα και η δική μου ελπίδα
Η γλυκιά, γρήγορα χάθηκε.
Οι μοίρες έκοψαν και τη δική μου νιότη.
Πόσο έχεις σβήσει και χαθεί
Αγαπημένη, σύντροφε της άνοιξής μου
Δακρυσμένη μου ελπίδα!
Ποιος κόσμος είναι αυτός;
Αυτές είναι οι χαρές, ο έρωτας
Τα έργα, οι περιπέτειες
Που κουβεντιάζαμε μαζί;
Αυτή είναι η τύχη των ανθρώπων;
Μόλις η αλήθεια φάνηκε, φτωχή μου
Λύγισες, και με χέρι ορφανό
Εδειχνες από μακριά
Τον κρύο θάνατο κι ένα μνήμα γυμνό.

*Αποσπάσματα από τη δίγλωσση έκδοση (ιταλικά-ελληνικά) “Η νύχτα απομένει”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης Μετάφραση: Λένα Καλλέργη.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ: http://www.leopardi.it

One response to “Giacomo Leopardi, Ονειρα και η Σίλβια

Leave a reply to vequinox Cancel reply