John Berryman, από τα “Ονειρικά τραγούδια”

77-Dream-Songs557

ΟΝΕΙΡΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ 4

Γεμίζοντας το σφιχτό και υπέροχο κορμί της
κοτόπουλο με πάπρικα, με κοίταξε
δύο φορές.
Λιγοθυμώντας από ενδιαφέρον, κι εγώ την γούσταρα
και μόνο επειδή υπήρχε ο άντρας της και άλλοι τέσσερις άνθρωποι
βαστήχτηκα να μην χιμήξω πάνω της
ή να πέσω στα μικρά της πόδια και να κλάψω
«Είσαι η πιο φλογερή που εδώ και χρόνια νύχτα
έχουν απολαύσει τα θολωμένα μάτια
του Χένρυ, Μεγαλείο.» Συνέχισα
(απελπισμένος) το παγωτό κοκτέιλ – Ο Κύριος Κοκάλας: είναι γιομάτος,
ο ντουνιάς, από κορίτσια που τρώνε.
– Μαύρα μαλλιά, Λατίνα στην όψη, μάτια πετράδια
χαμηλωμένα… ο βλάχος στο πλάι της γλεντάει… Ποιο θαύμα
την κρατάει καθισμένη, εκεί πέρα; Το εστιατόριο μέσʼ στην οχλοβοή.
Δεν θα τη ένοιαζε κι ας ήταν και στον Άρη.
Που στράβωσε το πράγμα; Θα ʽπρεπε να υπάρχει ένας νόμος ενάντια
στον Χένρυ.
– Ο Κύριος Κοκάλας: υπάρχει.

ΟΝΕΙΡΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ 13

Θεός σχωρέσʼ τον Χένρυ. Έζησε σαν λιποτάκτης,
μʼ ένα μαλλί σαν άχυρο πάνω στην κεφαλή του
στην αρχή.
Ο Χένρυ δεν ήταν άνανδρος. Πολύ.
Ποτέ τίποτα δεν εγκατέλειψε• αντιθέτως
παρέμεινε, όταν πράγματα όπως ο οίκτος λιγόστευαν.
Ίσως λοιπόν ο Χένρυ να ήταν άνθρωπος.
Ας το ερευνήσουμε.
…Το κάναμε; Εντάξει.
Είναι ένας Αμερικανός άνθρωπος.
Είναι αλήθεια. Η κοπέλα μου κωλώνει.
Η πουτάνα μου πονάει. Έλα και γονάτισέ με, και δείξε μου τον δρόμο.
Ο θεός είναι ο εχθρός του Χένρυ. Έχουμε δουλειά να κάνουμε… Γιατί,
με ποια δουλειά πρέπει να ξεμπερδέψουμε.
Ένα στρίμωγμα.
Δεν πήγαινε άλλο. – Κύριε Κοκάλα,
Σαν κοιτάζω στον πορτοκαλί ουρανό,
Μου φαίνεσαι στρυφνός.

ΟΝΕΙΡΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ 14

Η ζωή, φίλοι, είναι βαρετή. Αυτό δεν πρέπει να το λέμε.
στο κάτω κάτω, ο ουρανός λάμπει, η απέραντη θάλασσα επιθυμεί,
εμείς οι ίδιοι λάμπουμε κι επιθυμούμε,
κι επιπλέον η μάνα μου σαν ήμουνα παιδί μου είπε
(επανειλημμένα) «Άμα ομολογείς ότι βαριέσαι
σημαίνει ότι δεν έχεις
Ψυχικά Προσόντα.» Καταλήγω λοιπόν τώρα πως δεν έχω
ψυχικά προσόντα, αφού βαριέμαι του θανατά.
Οι άνθρωποι μου φέρνουν πλήξη,
η λογοτεχνία μου φέρνει πλήξη, κυρίως η υψηλή λογοτεχνία,
ο Χένρυ μου φέρνει πλήξη, με τα χάλια και τον κοιλόπονό του
ίδιος με τον Αχιλλέα,
που λατρεύει τους ανθρώπους και την θαρραλέα τέχνη, που με πλήττει.
Και οι γαλήνιοι λόφοι, και το τζιν, σκέτη ανία
και με κάποιον τρόπο ένας σκύλος
που έχει φτάσει μαζί με την ουρά του αξιοσημείωτα μακριά
στα βουνά ή στην θάλασσα ή στον ουρανό, αφήνοντας
πίσω: εμένα, της ουράς κούνημα.

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς. Παρμένο από το http://poihshkaipoihtes.blogspot.com

One response to “John Berryman, από τα “Ονειρικά τραγούδια”

Leave a reply to vequinox Cancel reply