Πέφτανε μπαμπάκια ματωμένα απ’ το φεγγάρι
Μπηγμένες μπαντερίγιες στα μηλίγγια του ο τορέρο
ανέβαινε ψηλά με τα ποδήλατα του αγέρα
Λάμπες φθορίου κατέβαζε ο Ρίο Έμπρο
οι μπαταρίες σβήνανε στο sanyo
δεν σ’ άκουα πια
που τραβούσες ανατολικά με τις ομίχλες
Παρμενίωνα γεροπεισματάρη…
έτσι κάτω απ’ τις μαρκίζες
σάπιζεν ο αύγουστος.
*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πολιτιστική”, τ. 17.

Reblogged this on Le vent qui souffle.