Ξαναδιαβάζοντας τη Μάτση Χατζηλαζάρου

6651DF34B4AEA8D94F8BB8C9261CEBAE

Του Γιάννη Τσιτσίμη

Απόψε πονάω σ’ όλες μου τις απογνώσεις
κάνει πολύ κρύο κάτω απ’ τη σκιά
της ζωής μου που γέρασε
βαθιές γουλιές οι μελαγχολίες
είναι πληρωμένοι δολοφόνοι
ας οργανωθεί πια η σφαγή
απ’ ό,τι αγαπάω ακόμα

Από τη συλλογή Εκεί-πέρα εδώ (μέρος III) (εκδ. Ίκαρος, 1979)

Υπάρχουν κάποιες διαδρομές που στενεύουν, κλείνουν τον ορίζοντα, κι αυτές έχουν να κάνουν με την απόφαση (η το δικαίωμα) του να επιλέξει κάποιος να είναι ποιητής. Από το σημείο αυτό και μετά δεν υπάρχει επιστροφή. Και γυναίκες που βίωσαν την ποίηση ως δραματουργό, γενετήσιο και αναστάσιμο στοιχείο εντός τους, υπήρξαν ελάχιστες στη χώρα μας, ακολούθησαν δε την ίδια καταστροφική και συμπαντική διαδρομή στις περιθωριακές γειτονιές του κόσμου.

Σημείο πρώτο: μετατρέπει η ποίηση αληθινή, σπαραχτική ποίηση τη γυναίκα-δημιουργό σε στοιχείο περιθωρίου; Αν δοκιμάσουμε να δούμε την πορεία της Μαρίας Πολυδούρη, της Μάτσης Χατζηλαζάρου ή της Κατερίνας Γώγου, θα διαπιστώσουμε μία δύναμη που τις έλκει να γράφουν έως τελικής ρανίδας κι αυτή δεν είναι παρά η έλξη του τέλους, του θανάσιμου τέλους με διαφοροποιημένα τα ίχνη στη διαδρομή της καθεμιάς.

Ειδικότερα στην ποίηση της Μ. Χατζηλαζάρου διαπιστώνουμε έναν θανατερό άνεμο που σκεπάζει κάθε χαρά ερωτική, κάθε ζωικό στοιχείο πάθους, ντυμένο με μια γκρίζα λυρικότητα, γδυμένο μέσα σε στίχους που ξορκίζουνε τον φόβο του θανάτου μέσα από το απόκοσμο γέννημα ενός παιδιού που δεν γεννήθηκε ποτέ.

Όλοι θα πεθάνουμε
Έτσι πεζά που το λέω
Είναι τέλεια άχρηστο να εξυμνούμε
Με οίκτο ικανοποιημένο
Κάθε ήρωα δοξασμένο
Γρήγορα θαμμένο

Δεν έχεις παιδιά
Δεν έμαθες ποτέ
Να παίρνεις τον έρωτα μέσα στην κοιλιά σου
Και ιδρώνοντας από τρόμο και πόνο
Ν’ αδειάσεις πάνω στα σεντόνια σου ένα μωρό
Με κεφαλή κραυγές και μέλη (1)

Η απόγνωση και ο έρωτας είναι δίδυμα αδέρφια στο έργο της Μάτσης. Η έμπνευση εκρήγνυται σε μια πανδαισία στίχων που ανατρέπουν τη γραμματική και τους συντακτικούς κανόνες, κάνοντας έτσι το ποίημα να φαντάξει αγέρωχα πρωτότυπο κι άλλοτε σπαρακτικά θλιμμένο.

Σημείο δεύτερο: η διγλωσσία (γαλλικά/ελληνικά), που μετατρέπεται κάποτε και σε τριγλωσσία (στίχοι στα αγγλικά), ανατρέπει την καθεστηκυία τάξη της ποίησης. Χωρίς να γίνεται «εστέτ», μια αριστοκράτισσα δηλαδή διανοούμενη της αστικής τάξης που σκοτώνει τον χρόνο με αξιοσημείωτα ποιήματα, η Μ. Χατζηλαζάρου γράφει μονολόγους εσωτερικούς που σαν μαίανδροι τριβελίζουν γύρω από το ίδιο ελικοειδές πόνημα και πάθος της: τον έρωτα για τον άνδρα, τον έρωτα-ύμνο, στο όνομα του οποίου η ποιήτρια-δημιουργός απωθεί το κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής και —αδιαφορώντας για την οικονομική κατάρρευση της οικογένειας της, άρα και της ίδιας— αποδρά στον έξω κόσμο (Παρίσι) στοιβάζοντας διαζύγια, ενοχές, αρσενικά, εκρήξεις δημιουργίας, πνευματικά νεφελώματα και γραφές ξεκάθαρες σε γαλλικά κι ελληνικά συνάμα, συνταράζοντας τους πάντες (ως και τους μίζερους επικριτές της) στο πέρασμά της από τα σαλόνια και τα υπόγεια μιας πόλης του φωτός, την οποία η Μάτση ανακαλύπτει συνάμα και ως πόλη απέραντης μοναξιάς.

Οι δρόμοι της δεν είναι αυτοί της κατάθλιψης της Πολυδούρη (αρρωσταίνει και παραδίδεται έως θανάτου στον πυρετό του έρωτα για τον Καρυωτάκη), πόσω μάλλον δεν είναι αυτοί της Γώγου όπου η αυτοκαταστροφή και το αλκοόλ γίνονται παρανάλωμα μιας ποιητικής τρέλας, μοναδικής στα ελληνικά χρονικά.

Σημείο τρίτο: η διαφοροποίηση που οδηγεί τελικά στο περιθώριο παρά την πρότερη λάμψη. Έχοντας ζήσει μέσα σε κύκλους σπουδαίων καλλιτεχνών (μεταξύ Εμπειρικού και Βιλατό, στο βάθος Ελύτης, Χατζιδάκις, Εγγονόπουλος, Πικάσο, Ματίς, Καστοριάδης), έχοντας λάμψει κοντά στο στερέωμα της καλλιτεχνικής τρέλας, η Μάτση, «τρελή καλλιτεχνικά» και η ίδια, βιώνει με παράφορο πόνο το πέρασμα του χρόνου που την απομονώνει σιγά-σιγά τόσο από τη Γαλλία όσο και από την Ελλάδα. Περιθωριοποιείται ασυνείδητα, εργάζεται για να ζήσει, κατοικεί σε φθηνά μικρά υπόγεια, έχει οικονομικά προβλήματα, βρίσκεται στον δρόμο διαρκώς, χάνεται κατά καιρούς διατηρώντας την απόσταση όχι από τη ζωή αλλά από τη φύση της πράξης της. Μαστίζεται από την έλλειψη ενός παιδιού που δεν γεννήθηκε ποτέ και απομένει μόνη στο τέλος δημιουργώντας —ακριβώς τότε που το υλικό τετέλεσται την αγγίζει— τις πιο σπουδαίες της ωδές, τις ομπρέλες της μοναξιάς της.

Η νύχτα έπεσε στο πέλαγος -για μένα πού είναι η μέρα;
Πού ’ναι οι αχτίδες του ήλιου πάνω στα βλέφαρά μου,
πού ’ναι οι καημοί της σάρκας μου πάνω στην άμμο, πού ’ναι
ο γκιώνης, τα τζιτζίκια, κι οι πέντε μου φωνές;
Αύριο Θα σμίξω τα δυο σου σκέλη, μήπως γεννηθεί ένα μικρό
λυπητερό παιδάκι, θα το λένε Ιούς, Μανιούς,
ίσως και Aqua Marina.
Φέρτε μου να γεννήσω όλα τα μωρά της πλάσης,
δώστε να πεθάνω όλους τους θανάτους.
Μερικές χορδές μουσικής φθάνουνε για να τρέξουμε
γυμνοπόδαροι μες στη χλόη του Βορρά, για να μετρήσουμε
όλες τις σταγόνες του σώματός μας και για να πλέξουμε
με το ’να μας χέρι όλες τις ψάθες των ρεμβασμών μας. (2)

Σημείο τέταρτο: με μια κραυγή στα τρίστρατα του κόσμου. Μέσα από την ανάγνωση των πονημάτων της Μάτσης (ας μην ξεχνάμε ότι στην παρούσα κατάσταση κάνουμε μελέτη και ξανα-ανάγνωση κι όχι δοκίμιο βιογραφικού τύπου) διακρίνεται, δειλά και λυρικά στην αρχή, δυναμικά και απόλυτα ρομαντικά στη μέση και τρομαχτικά καθαρά στο τέλος η επώδυνη κραυγή της τέχνης. Η αγάπη για τους άνδρες που άφησε πρώτη αυτή ή την πλήγωσαν (πάντως εδώ δεν υπάρχει μένος κατά άρρενα, μονάχα αποδοχή και αγάπη), η αγάπη που έδωσε και με απόγνωση αναζήτησε, η αγάπη που βασίλεψε στην ψυχή της κατά τα χρόνια της τρίτης ηλικίας και της μοναξιάς, η αγάπη που παράλλαξε μέσα της σε κραυγή κατά του κόσμου όχι ως κοινωνική επιδιόρθωση αλλά ως ξέσκισμα στα πέπλα της παραίτησης (Πολυδούρη) και της μοναχικότητας στη μεγάλη πόλη ως μη επιλογή (Γώγου). Κι από εδώ δεν μπορούμε παρά να οδηγηθούμε στον ίδιο τον λόγο, στον ίδιο τον στίχο, αδιάφορο αν είναι υπερρεαλιστικός ή οτιδήποτε άλλο. Εδώ δεν χωρούνε πινακίδες και τερτίπια φιλολογικά, εδώ υπάρχει άβυσσος, κορμιά που πέφτουν, έρωτες που ξυλεύονται. Τα πάντα τριγυρίζουν κι όμως μένουν στατικά, δεν έχει διάφορο, άλλη οδό δεν έχει, παντού και πουθενά, η ποίηση να στροβιλίζει. Εδώ δεν υπάρχουμε παρά εμείς, οι υπέροχοι εραστές, οι κολασμένοι, οι κλόουν, οι φθισικοί του έρωτα, εδώ ο θάνατος των γελοίων και η υπέρβαση στη στιχουργία, η υπέρβαση σαν αλάτι σε μια ζωή που δεν ξοδεύθηκε ανάλατη, μονήρης, πρόστυχα παινεμένη. Η ζωή, με τα μάτια της ποίησης, δεν είναι παρά μια διαστρέβλωση κάθε κανόνα του Ντετερμινισμού (αιτιοκρατία).

Σημείο πέμπτο: από τον προχωρημένο ρεαλισμό στο οριστικά μεταμοντέρνο. Σε αυτόν τον οριστικά αμετάκλητο κύκλο των «χαμένων ποιητριών» που οριοθετείται ένας άνθρωπος-δημιουργός-καλλιτέχνης-γυναίκα σαν τη Χατζηλαζάρου, η μορφή της ποίησης είναι το βασικό αποκύημα για την πορεία στο επόμενο σκαλοπάτι ενός βάθρου που φαίνεται να μην τελειώνει ποτέ —ειδικά στην περίπτωση της Μάτσης, η έμπνευση θα πρέπει να θεωρείται ανεξάντλητη.

εσένα σ’ έχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς
εσένα σ’ έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τ’ ωρίμασε η Θάλασσα
σ’ ερωτεύω
σε ζηλεύω
σε γιασεμί
σε καλπασμό αλόγου μες στο δάσος το φθινόπωρο
με φοράω νέγρικο προσωπείο για να μας θέλεις εσύ
με κεντρίζεις μεταξένια άσπρο μου κουκούλι
με κοιτάζεις πολύ προσεκτικά
tu m’ abysses
tu m’ oasis
je te gougouch
je me tombeau bientot
εσένα σ’ έχω δέκα ανθρώπους του Giacometti
σ’ έχω κόνδορα καθώς απλώνεσαι πάνω από τις Άνδεις
σ’ έχω θάλασσα γύρω τριγύρω από τα νησιά του Πάσχα
εσύ σπλάχνο μου πως με γεννάς
σε μίσχος
σε φόρμιγξ
με φλοισβίζεις
σε ζαργάνα α μ’ αρέσει
δυο κροταλίες όρθιοι στρίβουν και ξαναστρίβουν γλιστρώντας ο ένας γύρω
απ’ τον άλλο όταν σταματήσουν η περίπτυξη τους είναι
το μονόγραμμά σου/
tu m’ es Mallarmi Rimbaud Apollinaire
je te Wellingtonia
je t’ ocarina
εγώ σε Τσεπέλοβο Πάπιγκο Ελαφότοπο
εγώ σε Βίκο με τα γιοφύρια του κει που διαβαίνει ο χρόνος
σ’ έχω πει και ψέματα για να τους ξεγελάσουμε
εγώ σ’ έχω άρωμα έρωτα

εσύ φεγγάρι που ένα σύννεφο αναβοσβήνει
εσύ δε βαριέσαι παράτα το το σύμπαν έτσι που το’ χουμε αλαζονήσει
και δαύτο πώς να συναντηθούμε ποτέ
εσύ σε τρυφερό λόγο με το λόγο έτσι δεν είναι πες
εσύ σελίδα μου
εσύ μολύβι μου ερμηνευτή μου
σε ανοίγω συρτάρια
πώς γιατί δεν ήρθες τόσες φορές
σε ξεμάκρυνα εγώ λέω τώρα
δίχως τέλος λυπάμαι
σε κρυάδα γνώρισες ποτέ την καρδιά μου
σε μιαν έκπαγλη χρονιά ανταμώσαμε
σε ληστεύω από αλλουνού τα χέρια
σε ακούω από δω από κει/σε σιωπώ μες στην απέραντη τρυφερότητα
σιγά-σιγά να καταλαγιάσουμε όλα δεν τα’ χω πει
ΜΕ ΕΚΡΙΖΩΝΕΙΣ (3)

Το μοιρολόι που γίνεται τραγούδι γλυκό κι αφράτο. Η πεντοζάλη που ορμά κι όλα τα συνεπαίρνει. Εγώ αγαπώ, εσύ αγαπάς, αυτοί αγαπιούνται. Ευλογία να παθαίνεις, ευλογία να κολάζεσαι, ευλογία οι ανυπότακτες γυναίκες που όλοι τις ποθούν μα κανείς αρσενικός δεν τις ανεβάζει στη ζωή του δια παντός. Το μοιρολόι που μεστώνει κι αντί να γεννήσει κραυγές, οιμωγές κι οδύνες, ξεπετάει τα σ’ αγαπώ και προ-χωράει μπρος, σ’ αυτήν την ανηφόρα που κατοικούνε οι λεπροί ποιητές, οι ακατάβλητοι, οι τελειωτικά πεπερασμένοι.

Ο οίνος, ο έρωτας, ο θάνατος. Όλα αρσενικά γραμματικά στοιχεία. Κι ωστόσο όλα εμπεριέχουν μέσα τους τη γυναίκα. Εξαρτώνται, επαίρονται από αυτήν. «Κάτω οι θεαματικοί θεατές» (Μάτση X, «Ψυχανάλυση», από τη συλλογή «το δίχως άλλο»). Κάτω, εκεί μακριά, στο σκοτάδι, όλοι μόνοι, όλοι μαζί, σκιές, σκιάχτρα, σκεπασμένοι αυτοί που αγαπήσαμε.

Ένα μονάχα τέλος δεν αρκεί. Δεν φτάνει. Μια θάλασσα μονάχα να διαβείς δεν σπαταλιέται έτσι. Μια ζωή ολότελα διαφορετική, πάνω στο μνήμα της ποίησης κομμένη, σφαγιασμένη, πρόσφορο θυσίας σε λεωφόρους πολύβουες και άγνωστες, όλα αυτά μονάχα δεν αρκούν, δεν δαπανώνται. Μετά χαμόγελο γυναίκας, άνδρα λατρεία από κορμί θηλυκό, παράτολμο, ενάντια στους κανόνες φυσικά, η μια μετά την άλλη βασίλισσα του περιθωρίου, βασίλισσα σε έναν κόσμο που δεν ήθελε, αυτή αγάπησε το φως μα την αγκάλιασε το σκοτάδι.

Τόσο ερωτική. Τόσο μόνη. Τόση Τέχνη. Τόσο Μάτση. Ποιοι οιωνοί φρικτοί τη Μαρία βασανίζουν; Ποιες σιδηροτροχιές την Κατερίνα οδηγούν; Ποιοι άνδρες ακατάβλητοι μαστίζουνε τη Μάτση;

A η απελπισία του κάτισχνου πούμα σαν περιφέρεται ακατάπαυστα μες στο κλουβί του και ρουθουνίζει από πάνω ως κάτω καθένα απ’ τα κάγκελά του και περπατάει κατά μήκος του τοίχου για να φθάσει ως το βάθος της φυλακής του όπου κάθε φορά μπήζει μια φωνή τόσο διαπεραστική και παράξενη που την ξανακούω ακόμα μες στην τάφρο μου.

«Ο πούμας-ήταν κι η στέρηση σύντροφος» (4)

1. Απόσπασμα από το «Στοιχειώδεις κλίσεις» από τη συλλογή «το δίχως άλλο», εκδ. Κείμενα, 1985.
2. Από τη συλλογή «Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης» (εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1944)·
3· Απόσπασμα από τη συλλογή «Αντίστροφη αφιέρωση» (εκδ. Κείμενα, 1985)
4· Από τη συλλογή «Εκεί-πέρα εδώ» (μέρος III) (εκδ. Ίκαρος, 1979)·

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ένεκεν» τεύχος Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου-Μαρτίου 2013

One response to “Ξαναδιαβάζοντας τη Μάτση Χατζηλαζάρου

Leave a reply to vequinox Cancel reply