Ειρηναίος Μαράκης, Βαν Γκογκ

1474640_760938723922814_1298403252_n

Ο Βαν Γκογκ θα γελάει πάνω από το πτώμα του
αίμα θα τρέχει, ποτάμι σωστό
από μια τόση δα τρυπίτσα
απάνω στο κρανίο του
και τα κόκκινα γένια του φωτιά θα ‘χουν πάρει
ίσως από θυμό κι οργή
μπορεί κι από τον ήλιο της Προβηγκίας
μα το πιο πιθανό, ναι, έτσι πρέπει να ‘ναι
από κάποιο μισοσβησμένο τσιμπούκι στα χείλη του
αλλά πάλι, ποιός θα βρεθεί να μας διαφωτίσει

δεν ξέρω, κάπνιζε ο Ολλανδός;
κάπνιζε, δεν κάπνιζε, ή γράφουμε μυθοπλασία, ποίηση, παραμύθι
όπως το λένε τέλος πάντων
ή δεν γράφουμε

λοιπόν, ο Βαν Γκογκ πάνω από το πτώμα του, σκυφτός
ξανακόβει το κομμένο αυτί του, το παίρνει
έτσι για ενθύμιο
και φεύγει,
κοίτα, παπαρούνες φυτρώνουν εκεί που στάζει το αίμα

ξέρει, τα κοράκια απ’ τα σταροχώραφα το σώμα του θα περιποιηθούν
τελετή ωραία, κατανυκτική θα κάνουν, όπως ταιριάζει σε ζωγράφους
και σε πατατοφάγους που με ξύλινα τσόκαρα
σκυφτοί, σκάβουν τη γη
μόνο για να θαφτούν σ’ αυτή κάποτε
ή και κάθε μέρα
αλλά…

(επ! πρόσεχε, πάλι για προλετάριους θα γράψεις;
πίσω στο θέμα σου)

…κι ο ουρανός χρώματα θ’ αλλάζει
άτακτες, απότομες πινελιές
χρώματα της Μεσογείου
κι ένα φεγγάρι σπειρωτό
που ζαλίζεσαι αν το κοιτάς πολύ ώρα,
θα συνοδεύουν τη φυγή του,
η Νύχτα πέφτει γρήγορα στις Κάτω Χώρες και πάντα έχει κρύο,
μην το ξεχνάς

μόνο εκείνο το χέρι θα μείνει
που κρατούσε το περίστροφο,
ένα σουγιά παλιότερα
εκεί, γυμνό, βρώμικο, λερωμένο
για να σαπίσει πάνω στο σώμα της μάνας γης
κι όσο σαπίζει
μορφή ν’ αλλάζει, τους φτωχούς χωρικούς να φοβίζει
ίδιο το κεφάλι
το αγύριστο, του Γκωγκέν
πάνω σε μια κίτρινη πολυθρόνα, κομμένο, λασπωμένο
κίτρινο από πυρετό να λιώνει

κι από μακριά, απ’ τον παράδεισο
την κόλαση ίσως
που το ίδιο είναι, ε;
ένα γέλιο θ’ ακουστεί
κι ένας νέος ήλιος θ’ ανάψει

ένας νέος ήλιος
για τους πατατοφάγους
και τους πρωτοπόρους ζωγράφους.

5/12/2013

*Από το ιστολόγιο του ποιητή Κίβδηλη Αντιόχεια στη διεύθυνση http://kivdilh-antioxeia.blogspot.gr/

One response to “Ειρηναίος Μαράκης, Βαν Γκογκ

Leave a reply to Λογοτεχνία και Σκέψη Cancel reply