Θανάτου σπουδή – Μια περιήγηση στο “Κοινόβιο” του Μάριου Χάκκα

32816_2

*Στις 5 Ιούλη 2013 συμπληρώθηκαν 41 χρόνια αο το θάνατο του Μάριου Χάκκα (1931-1972). Ως ελάχιστο φόρο τιμής αναδημοσιεύουμε το παρακάτω κείμενο.

Της Άννας Γρίβα

«Όχι, ο έρωτας δεν πέθανε ακόμη μέσα σε τούτη την καρδιά, μέσα σ’ αυτά τα μάτια, αυτό το στόμα που την κηδεία του σος αναγγέλλει» Robert Desnos

Το Κοινόβιο και τα λογοτεχνικά είδη

Το Κοινόβιο του Μάριου Χάκκα δα μπορούσε κάλλιστα να είναι ποίημα. Ένα ποίημα που κάθε του αράδα θα είχε γραφτεί με αίμα. Παρόλα αυτά είναι μια σειρά πεζών κειμένων (σα ήταν ίσως άστοχο να μιλήσουμε για διηγήματα, όπως είθισται να χαρακτηρίζονται, αφού απουσιάζουν βασικά γνωρίσματα του είδους). Στον πυρήνα όλων αυτών των κειμένων ανακαλύπτουμε μια συγκλονιστική ποιητική γραφή. Γιατί σε όλα τους τα σημεία κυριαρχεί το βίωμα, η σκοτεινή και υποβλητική ατμόσφαιρα, ο έντονος αυτοβιογραφικός χαρακτήρας και η έλλειψη αποστασιοποίησης, το κατρακύλισμα από τη μία εικόνα στην άλλη, από την ανάμνηση στην παραίσθηση και στις βαθιές πληγές του υποσυνείδητου, στοιχεία που χαρακτηρίζουν κατεξοχήν την ποιητική γραφή.

Η ποίηση ίσως θα έδινε μεγαλύτερη ελευθερία στον συγγραφέα να εκφράζει όλα τα άρρητα που μια ανθρώπινη ύπαρξη νιώθει μπροστά στο σκαλοπάτι του θανάτου. Κι όμως ο Χάκκας καταφέρνει μέσα από τον πεζό λόγο και μία φαινομενικά λογική γραφή να σπάσει το φράγμα που χωρίζει τα λογοτεχνικά είδη και τις δυνατότητές τους και να αφήσει μια γιγαντιαία υπαρξιακή κραυγή να ξεχυθεί στο χαρτί.

Δεν έχει σημασία πια η πλοκή. Μπροστά στην καρδιά της ύπαρξης που θέλει να μιλήσει, η πλοκή καταργείται ή κι όταν ακόμη στοιχειωδώς δημιουργείται, μοιάζει να χλευάζει τον αναγνώστη, προσπαθώντας να του δείξει πως σημασία πια δεν έχουν τα αστραφτερά φορέματα αλλά αυτό που κρύβεται πάντα από πίσω. Κι αν είναι ουσιαστικό θα ειπωθεί με τον οιονδήποτε τρόπο. Ειδικά όταν ξέρει κανείς πως σύντομα τα φορέματα δα γίνουν σάβανα και δα τυλίγουν το τίποτα που απόμεινε από ένα ολοζώντανο και εκρηγνυόμενο κομμάτι σάρκας, τα περιθώρια λιγοστεύουν. Πρέπει όλα να ειπωθούν με τον τρόπο που κλείνεται όλη η δύναμη σε μια γροθιά.

Αυτό λοιπόν κάνει ο Χάκκας. Δεν ξέρει πόσος χρόνος του απομένει μέχρι ο όγκος να νικήσει το σώμα του. αφού: «Δεν μπορούσε να γίνει κι αλλιώς, αυτή ήταν η φυσική του εξέλιξη: Ξεκίνησε σα ρεβίθι, έγινε τάλιρο, μετά σαν αυγό, τώρα είναι μέγεθος γροθιάς. Ξεφτάνε οι ελπίδες». Γι’ αυτά πασχίζει να προλάβει να τα πει όλα. Παίρνει μια βαθιά ανάσα και την ξεφυσάει ολόκληρη μέσα σε μερικές δεκάδες σελίδες. Κι αυτή η ανάσα είναι το καταστάλαγμα όλης του της ζωής. Δεν έχει χρόνο να εξηγήσει το πώς και το γιατί επιλέγει να γράψει με τον παράδοξο τρόπο που γράφει. «Τα γραφτά μου σαν κουτσουλιές. Στη δεύτερη, το πολύ στην τρίτη σελίδα, εξαντλούνται, κι έπειτα μάταια προσπαθώ να τα τεντώσω… Τ’ αφήνω, έτσι όπως βγαίνουν, αποσπάσματα μιας τεμαχισμένης ψυχής» δηλώνει στην αρχή του πρώτου κειμένου, για να μπορεί μετά να συνεχίσει χωρίς τους περιορισμούς που θέτει το ένα ή το άλλο είδος του λόγου. Σαν να ξεκαθαρίζει μια και καλή πως όποιος περιμένει να βρει σ’ αυτό το βιβλίο ένα προσεκτικά πλεγμένο νήμα δράσης, καλύτερα δα είναι να μη δοκιμάσει καν την ανάγνωση. Εδώ τα νήματα δένουν τους σφικτούς κόμπους του σπαραγμού… Και μόνο.
Ήδη στα προηγούμενα έργα του Χάκκα ανιχνεύει κανείς την ανυπομονησία του να τελειώνει με τις λεπτομέρειες των περιγραφών και των γεγονότων και να πει αυτό που θέλει και που τον ενέπνευσε να μιλήσει. Αυτή η παιδική ανυπομονησία να φέρνει γρήγορα σε πέρας την κάθε του ιδέα, γίνεται η εκρηκτική ύλη στο «Κοινόβιο». Το σπίρτο που την ανάβει είναι ο επερχόμενος θάνατος.

Στο κείμενο «Ένοχος ενοχής», όπου η γραφή αποκτά θεατρικά χαρακτήρα, επίσης η πλοκή και η δράση των προσώπων, οι συγκρούσεις τους και η επαφή τους δεν βρίσκονται στο επίκεντρο της προσοχής. Ουσιαστικά, παίζουν δευτερεύοντα ρόλο. Οι διάλογοι δεν είναι τόσο φωνές προσώπων, μα αχνοί ψίθυροι σκιών. Φαντάσματα μέσα σ’ έναν απροσδιόριστο χώρο, που μας κάνουν να εστιάσουμε περισσότερο στην κατάσταση παρά στη δράση και τη σύνδεση των γεγονότων με τη σχέση αιτίου-αιτιατού.

Με δεξιοτεχνία, λοιπόν, ο συγγραφέας παίρνει τις διάφορες λογοτεχνικές μορφές και τις αναιρεί. Τη δυνατότητα να κάνει κάτι τέτοιο του τη δίνει η αλήθεια που κρύβει το έργο του. Αυτή η αλήθεια ξεπερνά τύπους, τυποποιήσεις και θεωρητικούς ελέγχους. Άλλωστε, η φορμαλιστική προσέγγιση έργων, όπως το Κοινόβιο, πάντα μειώνει την αξία τους. Μόνο μια ειλικρινής ματιά χωρίς ακαδημαϊκές διυλίσεις μπορεί να απελευθερώσει αυτού του είδους τη γραφή. Θα μπορούσαμε μιλώντας για το Κοινόβιο εύστοχα να χρησιμοποιήσουμε μια αλληγορία του Terry Eagleton: «Γνωρίζουμε ότι το λιοντάρι είναι πιο δυνατό από το θηριοδαμαστή και το ίδιο γνωρίζει και ο θηριοδαμαστής. Το πρόβλημα είναι ότι δεν το γνωρίζει το λιοντάρι. Λεν αποκλείεται ο θάνατος της λογοτεχνίας να βοηθήσει το λιοντάρι να αφυπνιστεί». Το έργο που μας απασχολεί εδώ, λοιπόν, είναι το λιοντάρι που αφυπνίζεται μόνο αν το απαλλάξουμε από ταμπέλες.

Το λυρικό εγώ

Στα περισσότερα σημεία του «Κοινοβίου» κυριαρχεί το εγώ του αφηγητή. Σε πρώτο πρόσωπο ο αφηγητής είναι δρων και, ως επί το πλείστον, πρωταγωνιστής. Καθώς όμως το εγώ αυτό μεταδίδει ρευστές και αυτούσιες τις ψυχικές καταστάσεις του, παύει να είναι ένα εγώ αφηγηματικό και γίνεται ένα λυρικό εγώ που αισθάνεται και μεταγγίζει στον αναγνώστη την κασέ του συναισθηματική εμπειρία.

Βέβαια, αυτό το λυρικό εγώ σε καμία περίπτωση δεν γίνεται το βαρυφορτωμένο συναισθηματικά εγώ των αισθητιστών, που απορροφά το περιβάλλον του και δυναστικά επιβάλλεται σε όλους και σε όλα, ακόμη και στα στοιχεία εκείνα που του προκάλεσαν τη συγκίνηση. Αντιθέτως, κρατά πάντα τη θέση που του αρμόζει και δεν διεκδικεί τίποτα παραπάνω σ’ έναν κόσμο, που έτσι κι αλλιώς θα συνεχίσει να υπάρχει και να κινείται ανεξάρτητα από το αν αυτό ζει ή πεθαίνει. Αυτό που καταφέρνει τελικά ο συγγραφέας είναι να βρει την τέλεια ισορροπία πίσω από μια φαινομενική αντίφαση; το εγώ είναι παντού παρόν, για να αποδείξει τελικά την ασημαντότητα του και να τη διακηρύξει: «Δε με εκφράζει πια καμία σκοπιμότητα και καμία λογική κυρίως το αναπόφευκτο του δανάτου κάποιων κυττάρων, μερικών οργανισμών που κλείνουν τον κύκλο τους και δε 9α ξανάρσουν. Ακόμα και στον οργανισμό μου τον ίδιο δέλω να μαλώνουν τα κύτταρα, να επιμένουν τα παλιά, να αντιστέκονται, πεσαμένα πια να μην αποβάλλονται, να παραμένουν εκεί προκαλώντας μια γενική αναστάτωση».

Η κάθαρση

Αν ο Άρης Αλεξάνδρου κλείνει όλη του τη ξωή και τα τραγικά διδάγματα που πήρε από αυτή στο αριστουργηματικό «Κιβώτιο», το ίδιο κάνει και ο Χάκκας στο «Κοινόβιο». Και μήπως είναι τυχαία τα κοινά βιώματα των δύο στους κοινωνικούς αγώνες, στις διώξεις, στην ελπίδα που τους έδωσε αλλά και στα αδιέξοδα που τους οδήγησε η αριστερά; Μόνο που ο Αλεξάνδρου μέσα από μια κυκλική σπείρα φτάνει στην κορύφωση της τραγωδίας για την οποία θέλει να μας μιλήσει κι έτσι επέρχεται η κάθαρση. Αντιθέτως, ο Χάκκας, δεν μπορεί να οριοθετήσει τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο, ίσως δεν έχει πια σημασία γι΄ αυτόν κι έτσι μας ρίχνει με μια σπρωξιά στο πηγάδι που οδηγεί στην άβυσσο, στη δική του άβυσσο. «Αυτός κοιτούσε βαοιά/ βαθιά/μεσ’ το πηγάδι/ το βάθος του/ δεν τέλειωνε/ σε τούτη/ τη ζωή», όπως μας ψιθυρίζει στον «Άγιο» ο Μίλτος Σαχτούρης.

Όλα τα κείμενα μαζί χτίζουν την τραγωδία συμπληρώνοντας το ένα το άλλο κι αν το «Κοινόβιο» ήταν μουσικό έργο, τα διάφορα μοτίβα του θα συνιστούσαν ένα συνεχές κρεσέντο.
Το «Κοινόβιο» είναι τελικά μεγαλειώδες, γιατί καταφέρνει να εμπλέξει στον τελειότερο βαθμό όλους τους τρόπους με τους οποίους ανά τους αιώνες οι άνθρωποι παλεύουν με τα υπαρξιακά τους φαντάσματα: θρήνος, σαρκασμός, χιούμορ, μνήμη-αντίδοτο στη σίγουρη λήθη του φυσικού τέλους. Τίποτα δεν περισσεύει. Ο αναγνώστης δεν νιώθει πουθενά ούτε ότι ο αφηγητής μεμψιμοιρεί, ούτε ότι απλώς αμύνεται με όλες του τις δυνάμεις απέναντι στον θάνατο: «Δε θέλω έλεος, δε θέλω έλεος, Θέε μου (Το Θέε μου, αναστεναγμός από τα φύλλα της καρδιάς κι όχι επίκληση)». Όλα καταλήγουν σε κάτι πολύ πιο βαθύ: ο συγγραφέας έχει βάλει μπροστά μας έναν καθρέπτη, που μέσα του χωρούν όλες οι ανθρώπινες καταστάσεις και μας αφήνει να κοιταχτούμε χωρίς να μας δίνει περιθώρια υπεκφυγών. Σαν να μας δηλώνει: «εδώ θέση δεν έχουν ούτε οι φυγόπονοι ούτε οι αλαζόνες, αλλά μονάχα οι γενναίοι».

Το «Κοινόβιο που οραματίζεται ο Χάκκας έχει μέσα φίλους. Μας δίνει μερικά στοιχεία για τον καθένα, αλλά μοιάζει τη στιγμή που μας τα δίνει να μηδενίζει κιόλας τη σημασία τους, γιατί το βάρος δεν πέφτει στα ίδια αυτά τα στοιχεία που διαχωρίζουν τα πρόσωπα, αλλά στο κοινό νήμα που τα ενώνει, στο ότι δηλαδή είναι ανθρώπινα πλάσματα με κοινές αδυναμίες: άλλον τον έκαναν «ρετάλι οι γυναίκες», άλλος στη φυλακή, άλλος «πήρε τα μάτια του κι έφυγε στην ξενιτιά», κάποιος «είχε ένα φρικτό τέλος, έγινε υπάλληλος και μάλιστα ανώτερος» κι άλλος πήρε υδροκυάνιο. Έτσι το κοινόβιο φτιάχνεται όχι βασιζόμενο στις κοινές ιδέες και ιδεολογίες, όπως ίσως μας αφήνει η λέξη κοινόβιο να εννοήσουμε, αλλά στην κοινή ανάγκη να στηριχθεί ο ένας στην πλάτη του άλλου, για να απαλλαχθεί έστω και τώρα από την αφόρητη μοναξιά. Έστω και τώρα… που κάποιοι είναι νεκροί κι άλλοι, όπως ο συγγραφέας, μελλοθάνατοι. Η φαντασία γεφυρώνει το χαίνον χάσμα ζωής και θανάτου, αφού άλλος τρόπος δεν υπάρχει κι αυτή ίσως είναι η μόνη κάθαρση.

Τοπίο χώρου, γυναικών και οραμάτων

Κι όλα πάντα συμβαίνουν εκεί που ο καδένας διάλεξε για χώρο του. Ή εκεί που βρέθηκε, λες και ήταν εξαρχής ορισμένο από τον ίδιο τον χώρο πού θα ζήσει. Γιατί ο Χάκκας έχει μία μεταφυσική σχέση με τον χώρο που σημάδεψε τη ζωή του, την Καισαριανή. Μοιάζει σαν να τον δένει με την Καισαριανή μια σχέση μαγνητισμού, όπου άνθρωπος και τόπος δεσμεύτηκαν να μην μπορούν να ζήσουν τελικά χωριστά. Ο παράδοξος αυτός δεσμός τόπου-ανθρώπου διαπερνά όλο το έργο του αλλά φαίνεται πιο ξεκάθαρα μέσα από μια ιδιαίτερη σκηνή του πρώτου κειμένου: ο αφηγητής ξαπλωμένος στη γη, «στη ρίζα του δέντρου». «Θα κρατήσω αυτή τη στάση μέχρι ν’ αδειάσει το αίμα μου. Θα είναι άσπρο, γιατί είναι πολλά τα λευκά», δηλώνει σαρκάζοντας την αρρώστια, μπας και τη συνηθίσει. Έτσι αφουγκράζεται το χώμα που θα τον δεχτεί και συμφιλιώνεται ουσιαστικά μαζί του. Και το χώμα αυτό δεν είναι άλλο από το χώμα της αγαπημένης του Καισαριανής. Δεν είναι τυχαίο πως το τελευταίο από τα κείμενα, το «Σκοπευτήριο Καισαριανής», προσπαθεί να μας υπενθυμίζει πώς η ιστορία ουσιαστικά διαμόρφωσε τον τόπο, στη βαθύτερη διάσταση του, αυτή που υπήρξε καθοριστική για τη ζωή του συγγραφέα.

Κι αφού έσμιξε με το χώμα, ενώ ακόμα είναι ζωντανός, γίνεται πνεύμα και περιφέρεται πάνω από την κηδεία του σε μία απελπισμένη προσπάθεια να συμφιλιωθεί με τον θάνατο. Αυτός, που ακόμη νιώθει τη ζωή να σπαρταρά μέσα του και τις σκέψεις να ξεχύνονται σαν ηφαίστειο, πρέπει να συναντήσει νοητά τον θάνατο, πριν τη σωματική, τελεσίδικη συνάντηση. Και φυσικά το αντίβαρο στον θάνατο είναι η ζωντανή, χειμαρρώδης παρουσία των γυναικών που πέρασαν από τη ζωή του.

Τι άλλο άραγε θα μπορούσε να γείρει την πλάστιγγα, έστω για λίγο, μακριά από την επιβλητική παρουσία του θανάτου; Οι γυναίκες, ως πανάρχαιο σύμβολο της ζωής, σε έναν άνισο αγώνα ενάντια στη θνητότητα. Αλλη τον περιποιείται στοργικά σαν επιστροφή στη μητρική αγκαλιά (μήπως κι η ζωή επιστροφή δεν είναι από το πουθενά προς το πουθενά;), άλλη τον τραβά στα στήθια της, για να τον κρατήσει στη ζωή. Μα εκείνος φεύγει. Και η δύναμη της φυγής υπερβαίνει την προστασία που δίνουν οι γυναικείες αγκαλιές: «…όλο «πάρε με», λέει. «Για πού;» τη ρωτάω φουριόζικα. «Εκεί που πάω δεν μπορώ να πάρω κανέναν».

Ο Χάκκας ένωσε σε όλη του τη ζωή τις προσωπικές-ατομικές του ευαισθησίες με τις κοινωνικές, σε σημείο τέτοιο που οι μεν να καθορίζουν τελικά τις δε και το αντίστροφο. Αυτή η διαλεκτική σχέση των δύο διαπερνά το έργο του. Ακόμη και στο χείλος του θανάτου όπου βρίσκεται, δεν στρέφεται αποκλειστικά και μόνο στις ατομικές, υπαρξιακές του αγωνίες, όπως θα περίμενε κανείς, αφήνοντας στην άκρη τα συλλογικά οράματα. Αντιθέτως, το γεγονός πως σύντομα όλα θα τελειώσουν, τον κάνει να προχωρήσει σε μία συνολική αποτίμηση των πράξεων και των οραμάτων του. Όσα θολά έβλεπε μπροστά του τα προηγούμενα χρόνια, τώρα ξεκαθαρίζουν και με έναν εναργή τρόπο, που πολλές φορές γίνεται σαρκαστικός, μιλά για το συλλογικό όνειρο. την ελευθερία, την αυταπάτη, τις ματαιώσεις: «Μπήκα στη φυλακή με τη θέλησή μου… Φυσικά η απόφαση βγήκε από τους αγριλοκούς (στα κορακίστικά μου κωλόγερους), που με βλέπανε ψηλά απ’ την έδρα σαν μύγα, κι ίσως εκδικιόνταν τα νιάτα μου, όμως το ‘θελε κι ο οργανισμός μου λιγάκι», «Μόλις στα τριάντα πέντε μπόρεσα να λυτρωθώ από την ανελευθερία, κι αυτό όχι πλήρως» και «Ετσι την πάθαμε όλοι, κι ίσως κι ο ίδιος ο Μαρξ, γιατί δεν πιστεύω να ήθελε αυτούς τους αχώνευτους».

Και χρησιμοποιεί κάθε θέμα, κάθε σκέψη για να μιλήσει για όσα τόσα χρόνια τον αγανακτούσαν και τον υπέτασσαν. Ακόμη κι όταν στρέφει το βλέμμα στα αστέρια, η κραυγή του γυρνά και πάλι στην κοινωνία: «Ο Καντ θαύμαζε την αρμονία στον ουρανό κι εγώ για τον ίδιο χώρο σκέφτομαι πράγματα τελείως άλλα: Πόσο είναι στέρεο το στερέωμα; Φρίττει όσο κι εγώ τις χειμωνιάτικες νύχτες; Πάσχει από μοναξιά κι από έλλειψη κάποιου νοήματος;… Επιδιώκω μια κοινωνία που θα γίνουνε τα πάντα μπάχαλα: Αστέρες πρώτου μεγέθους να παίζουνε ρόλο κομπάρσου, διαδηλωτές και τανκς μέσα στους δρόμους, ποιος πρώτος, ποιος δεύτερος… όλοι να παριστάνουν τους έσχατους… Δε μου αρέσουνε οι τέλειες κοινωνίες, οι αισθητικές κι οι αρμονίες».

Ο Χάκκας παίρνει μερικές πέτρες, τον θάνατο, τον έρωτα, το όραμα για μία δίκαιη κοινωνία, τη γη που αγάπησε και χτίζει έναν τοίχο. Μπορεί πια να συνθλιβεί πάνω του και να γίνει αστρόσκονη. Όποιος θέλει, ακολουθεί…

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ένεκεν» (από τη Θεσσαλονίκη), στο τεύχος Απριλίου-Ιουνίου 2012 (σελ. 84-90).

**Κατεβάστε εδώ δύο ακόμα κείμενα (σε μορφή pdf) με βιογραφικά και άλλα στοιχεία για τον Μάριο Χάκκα:

http://www.scribd.com/doc/152216561/%CE%9C%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%A7%CE%AC%CE%BA%CE%BA%CE%B1%CF%82

http://www.scribd.com/doc/152216567/%CE%9C%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%A7%CE%AC%CE%BA%CE%BA%CE%B1%CF%82-%CE%94%CE%B5-%CE%B8%CE%AD%CE%BB%CF%89-%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%BF-%CE%B6%CF%89%CE%AE%C2%A0%CE%B8%CE%AD%CE%BB%CF%89

Leave a comment