Ο πρώτος “καταραμένος ποιητής” της ιστορίας, o πιο διάσημος και σημαντικός ποιητής του Μεσαίωνα, γεννήθηκε στο Παρίσι το 1431 ως Francois de Montcorbier ή des Loges από πολύ φτωχούς γονείς. Σε μικρή ηλικία έμεινε ορφανός και την ανατροφή του ανέλαβε ο ιερέας Guillaume de Villon, ένας άνθρωπος αγαθός και με πολύ ψηλή μόρφωση.
Από τον προστάτη του, που ‘τρεφε απέραντην αγάπη κι αφοσίωση, δανείστηκε το επώνυμο του. Στα 12, γράφεται στο Πανεπιστήμιο και το 1452 παίρνει πτυχίο ως Δάσκαλος Των Τεχνών. Έχοντας το δικαίωμα να εισαχθεί σ’ οποιαδήποτε ανώτερη πανεπιστημιακή σχολή, επιλέγει τη νομική, αλλά πολύ γρήγορα περνά στην όχθη της παρανομίας. Τα κεφάλαια της άσωτης ζωής του περιελάμβαναν κλοπές, ληστείες, προστασία γυναικών, φόνους και παρέα του ήταν τα “εκλεκτά” μέλη του παρισινού υποκόσμου.
Η εγκληματική δράση του αρχίζει το 1455 με τον φόνο του ιερέα Σερμουάζ. Αν κι ο ιερέας, προτού πεθάνει, ζητά να μη φυλακιστεί, έχει ήδη, εγκαταλείψει το Παρίσι. Επόμενος σταθμός, το Κολέγιο Ναβάρας, από όπου κλέβει 500 χρυσά σκούδα μαζί μ’ άλλους τέσσερις συνεργάτες. Έχοντας πάρει μερίδιο, περιπλανάται στη Γαλλία και μπλέκει με τη φοβερή συμμορία των “Κοκιγιάρ” από τους οποίους μαθαίνει το ακατανόητο γλωσσικό ιδίωμα, το “ζαργκόν”, στο οποίο έγραψε ορισμένες από τις μπαλάντες του. Σ’ αυτές, μάλιστα, δίνει συμβουλές στους φίλους, πως να κάνουν τις δουλειές τους, χωρίς να τους πιάνει η αστυνομία.
Ο πλάνητας κακοποιός φτάνει πεινασμένος και σ’ άθλια κατάσταση στο Μπλουά. Εκεί ο Κάρολος, Δούκας της Ορλεάνης κι αξιόλογος ποιητής, του προσφέρει άσυλο. Η περίφημη μπαλάντα του με τις αντιθέσεις σε κάθε στίχο -όπως το: “πεθαίνω από δίψα πλάι στη πηγή…”- γράφτηκε κείνη τη περίοδο σε ποιητικό διαγωνισμό που οργάνωσε ο Κάρολος. Γι’ άγνωστο όμως λόγο, φυλακίστηκε στην Ορλεάνη και περίμενε τη θανάτωση. Ο προστάτης Κάρολος, τον αποφυλακίζει.
Ξαναγυρίζει στο Παρίσι όπου έχει πάρει αμνηστία για τη κλοπή στη Ναβάρα, αλλά η συμμετοχή στον τραυματισμό ενός συμβολαιογράφου, τον οδηγεί, το 1462 και πάλι στα σκοτεινά κι υγρά κελιά. Η ποινή του θανάτου μετατρέπεται σ’ εξορία 10 χρόνων κι από το 1463, τα ίχνη του χάνονται. Ουδείς γνωρίζει που, πότε και πως πέθανε. Από το ποιητικό έργο του σώθηκαν μόνο 3.000 στίχοι. Θεωρείται βέβαιο πως το έργο του “Το Ρομάντζο Της Διαβολοπορδής”, που ‘γραψε μετά τις φοιτητικές αναταραχές του 1453, έχει χαθεί.
Τρία χρόνια μετά γράφει το ποίημα “Κληροδοσία” (Le Lais) πιο γνωστό με το όνομα “Μικρή Διαθήκη”, όπως το παρουσίασαν αργότερα οι εκδότες, σ’ αντιδιαστολή με τ’ άλλο του έργο, τη “Μεγάλη Διαθήκη” που έγραψε όταν αποφυλακίστηκε από το Μαιν-Συρ-Λουάρ το 1461. Η “Κληροδοσία” είν’ ένα πολύ εύθυμο ποίημα, που ‘γραψε όταν εγκατέλειπε το Παρίσι απογοητευμένος από έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. Σ’ αυτό κληροδοτούσε στους φίλους του “τα παλιά του παπούτσια, τη “καλή” του φήμη, “το γάιδαρο και το σπαθί του”, αν και το τελευταίο το ‘χεν ήδη δώσει ως ενέχυρο. Το πιο σημαντικό του έργο είν’ η “Διαθήκη” αποτελούμενη από 163 οκτάστιχες στροφές, στις οποίες παρεμβάλλονται 16 μπαλάντες και μικρότερα ποιήματα. Ανάμεσα στις αριστοτεχνικά δομημένες μπαλάντες, είναι η “Μπαλάντα Των Παροιμιών”, η “Μπαλάντα Των Κυράδων Του Παλιού Καιρού”, η “Μπαλάντα-Προσευχή”, η “Μπαλάντα Των Κρεμασμένων”, η “Μπαλάντα Για Τη Πόρνη Χοντρό-Μαργκό”,
παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Η πρώτη έκδοση των ποιημάτων του έγινε το 1489 με γοτθικά τυπογραφικά στοιχεία και ξυλογραφίες. Αν και κυνηγημένος από το νόμο και τη τάξη, το ποιητικό έργο του κέρδισε την αποδοχή του κόσμου, αφού όταν ζούσε, τα χειρόγραφα του κυκλοφορούσαν σε πολλαπλά αντίγραφα. Στα ελληνικά μεταφράστηκε από τον Καρυωτάκη, τον Βάρναλη και τον Σπύρο Σκιαδαρέση. Πέρυσι μάλιστα ο Θάνος Μικρούτσικος συνεπαρμένος από το έργο του ηχογράφησε απαγγελίες των στίχων του στον δίσκο “Στον Τόπο Μου Είμαι Τέλεια Ξένος”.
Οι μπαλάντες ακόμη και σήμερα είναι δροσερές, πρωτότυπες και με μεγάλην εκφραστική δύναμη. Η ποίηση του αναδύεται ολοζώντανη χωρίς επιτήδευση, προσποίηση, ρητορεία ή περίτεχνα γλωσσικά στολίδια. Είναι γνήσια κι ειλικρινής, πηγάζει από την ίδια του τη ζωή, τα εγκλήματα του, τον φόβο της φυλάκισης, τη φρίκη της αγχόνης. Το κέφι του, όμως, δεν τον εγκαταλείπει ποτέ, ούτε στις χειρότερες του στιγμές.

Ευχάριστη έκπληξη.Είχα από τα φοιτητικά χρόνια να διαβάσω μεσαιωνικά γαλλικά.Θα προσπαθήσω μια πρόχειρη μετάφραση σε μια μπαλάντα που μου άρεσε ιδιαίτερα
Ballade du concours de Blois
Je meurs de seuf auprès de la fontaine,
Chaud comme feu, et tremble dent à dent ;
En mon pays suis en terre lointaine ;
Lez un brasier frissonne tout ardent ;
Nu comme un ver, vêtu en président,
Je ris en pleurs et attends sans espoir ;
Confort reprends en triste désespoir ;
Je m’éjouis et n’ai plaisir aucun ;
Puissant je suis sans force et sans pouvoir,
Bien recueilli, débouté de chacun.
Rien ne m’est sûr que la chose incertaine ;
Obscur, fors ce qui est tout évident ;
Doute ne fais, fors en chose certaine ;
Science tiens à soudain accident ;
Je gagne tout et demeure perdant ;
Au point du jour dis : » Dieu vous doint bon soir ! »
Gisant envers, j’ai grand paour de choir ;
J’ai bien de quoi et si n’en ai pas un ;
Echoite attends et d’homme ne suis hoir,
Bien recueilli, débouté de chacun.
De rien n’ai soin, si mets toute ma peine
D’acquérir biens et n’y suis prétendant ;
Qui mieux me dit, c’est cil qui plus m’ataine,
Et qui plus vrai, lors plus me va bourdant ;
Mon ami est, qui me fait entendant
D’un cygne blanc que c’est un corbeau noir ;
Et qui me nuit, crois qu’il m’aide à pourvoir ;
Bourde, verté, aujourd’hui m’est tout un ;
Je retiens tout, rien ne sait concevoir,
Bien recueilli, débouté de chacun.
Prince clément, or vous plaise savoir
Que j’entends mout et n’ai sens ne savoir :
Partial suis, à toutes lois commun.
Que sais-je plus ? Quoi ? Les gages ravoir,
Bien recueilli, débouté de chacun.
Στη βρύση πλάι πεθαίνω διψασμένος
ζεστός σαν φωτιά και τρέμάμενος χτυπώντας τα δόντια
Ζω στον τόπο μου,μα τόσο ξένος τόπος
Κοντά στη φωτιά κι όμως αναριγώ
Γυμνός σαν το σκουλήκι,ντυμένος με στολή
Κλαιω με δακρυα περιμένοντας χωρίς ελπίδα
και ξαναρχίζω σε θλιβερή απόγνωση
χαίρομαι χωρίς ελπίδα καμιά
Δυνατός χωρίς δύναμη, ανίσχυρος
αποδεχτός και παραπεταμένος
Τίποτε δεν μου είναι πιο βέβαιο από την αβεβαιότητα
Το σκοτεινό απωθεί το προφανές
η αμφιβολία το βέβαιο
Η φιλοσοφία μοιάζει ξαφνικό γεγονός
Κερδίζω και φεύγω χαμένος
Όταν χαράζει, λέω, -“Θεέ καληνύχτα”
Ξαπλωμένος ανάσκελα, φοβάμαι τη βροντή
Έχω κάτι τις, μα είναι δεκάρες
Μοναχικός, περιμένω μια κληρονομιά
αποδεχτός και παραπεταμένος
Για τίποτε δεν νοιάζομαι και κόπο δεν κάνω
Πλούτη να βρω και να μην είμαι διεκδικητής
Αυτός που με προσβάλλει είναι αυτός που με επαινούσε
κάθε σοβαρό με κάνει να χλευάζω
Φίλο έχω όποιον με πείσει πως
ένας λευκός κύκνος είναι μαύρος κόρακας
Για όποιον μου κάνει κακό, λέω πως με βοηθά να μπορώ
Ψέμα κι αλήθεια μου μοιάζουν ένα
Όλα τα θυμάμαι, το ελάχιστο δε νιώθω
αποδεχτός και παραπεταμένος
Πρίγκιπα μεγαλόψυχε, ισως σας ευχαριστούσε να ξέρατε
πως ακούω σιωπηλός μα δεν έχω ιδέα και γνώση
Απ τη μεριά μου υπακούω στους νόμους.
Τί δεν ξέρω;Τί; Τους μισθούς να πάρω ξανά
αποδεχτός και παραπεταμένος