Θυμάσαι εκείνο το πρόγευμα έναν Νοέμβρη—
Παγωμένα μαύρα σταφύλια που μυρίζαν αμυδρά
Aπ’ το φελλό όπου ήτανε συσκευασμένα,
Σκληρά ψωμάκια με τη ζεστή τους, άσπρη σάρκα,
Και παχιά, με μέλι γλυκαμένη σοκολάτα;
Και τα πάρτυ τις νύχτες·το τζιν και τα τάνγκο;
Τα σχισμένα δίκτυα για τα μαλλιά, τα απωλεσμένα μανικετόκουμπα;
Πού έχουν όλα τους ετούτα πάει,
Τα όμορφα κορίτσια, οι εγκαταλελειμμένες ώρες;
Eίπαν πως ήμασταν χαμένοι, τρελοί κι ανήθικοι,
Και ανακατεύτηκαν με τα σχέδια της διοίκησης.
Και σήμερα, εκατομμύρια κι εκατομμύρια, κλεισμένοι ζωντανοί
Στα φέρετρα των περιστάσεων, Χτυπάνε τα θαμμένα καπάκια,
Σπαρταράνε στα κελάρια των ερειπίων, και τσακώνονται
Πάνω απ’ την ίδια τους τη διαιρεμένη σάρκα.
Mετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου
Between Two Wars
Remember that breakfast one November —
Cold black grapes smelling faintly
Of the cork they were packed in,
Hard rolls with hot, white flesh,
And thick, honey sweetened chocolate?
And the parties at night; the gin and the tangos?
The torn hair nets, the lost cuff links?
Where have they all gone to,
The beautiful girls, the abandoned hours?
They said we were lost, mad and immoral,
And interfered with the plans of management.
And today, millions and millions, shut alive
In the coffins of circumstance,
Beat on the buried lids,
Huddle in the cellars of ruins, and quarrel
Over their own fragmented flesh.
Κένεθ Ρεξροθ (1905-1982)
*Αναδημοσίευση από το http://trenopoiisis.blogspot.com
