Tristan Tzara, Ένα παλιό τραγούδι

Το ποίημα τούτο το ’φτιαξα πλάι στ’ αρμυρό το ρέμα.
Τ’ ακούς; Να πας να της το πεις κατ’ όπου πάει και φτάνει.
Είναι ψηλή κι έχει καλό και ήσυχο το βλέμμα,
κι είναι ξανθιά σαν τα σπαρτά που φρίκιασαν δρεπάνι.
Αχού, πού πας, αγάπη μου, κι είναι χειμώνας, δείλι;
Πού; Κι είναι η καρδούλα μου λούλουδο μαραμένο,
χάρτινο ποίημα παλιό, που το ’χω ξαποστείλει
κάτ’ από το τραπέζι μου, κατατσαλακωμένο;
Απ’ το θλιβό τ’ απόγευμα πήρα τη όψη σου όλη
και πήγα και την κάρφωσα πάνω στο εικονοστάσι
και αρχινώ τις προσευχές σα βρέξει στο περβόλι
για νιώσω πως η λησμονιά λέει να καταφτάσει.
Κάποτε, αγάπη μου, έρχονταν μονάχα τους κοντά σου
τα κοκοράκια κι άρχιζες τα τρυφερά λογάκια.
Σα τη μανούλα τα ’παιρνες γλυκά στην αγκαλιά σου.
Μα τώρα πια ποιος θα τα πάει να κάνουνε νανάκια;
Αχού, πονάει, αγάπη μου, το χτεσινό σου αντίο.
Πεινούν τα κοκοράκια σου. Λιμός ο μισεμός σου.
Οι αδελφές ξεχύθηκαν απ’ το νοσοκομείο,
κι εγώ σ’ ένα βιβλίο παλιό διάβασα τον καημό σου.
Πόσο με θλίβει, να ’ξερες, που είσαι πια φευγάτη
κι όχι κοντά μου να μου πεις: «Τι έχεις; Έχεις κάτι;
Μην κρύωσες; Μην πούντιασες; Δε μου γεμείς το μάτι!»

*Από την Ανθολογία του Γιώργου Μπλάνα, Δύστηνος έγκειμαι πόθω (Ερωτικά ποιήματα 630 π.Χ.-1963 μ.Χ.)

One response to “Tristan Tzara, Ένα παλιό τραγούδι

Leave a reply to vequinox Cancel reply