Alyson Miller
 reviews Zenobia Frost’s Salt and Bone

salt-and-bone

Salt and Bone
by Zenobia Frost

Walleah Press, 2014

In its own words, Zenobia Frost’s Salt and Bone slinks ‘between ibis-legged houses / and wakeful graveyard’, and belongs to ‘the hour of the curlew’, a liminal space that speaks of ghosts and transformation. As a collection, the poems are pervaded with a sense of haunting, plagued by abject bodies ‘aching for salt and bone’, the suffocating presence of water, and the archeology of death. It is noteworthy that Frost’s work both begins and ends with a warning of the power of unknown and strange things; a reminder, perhaps, of the gaps that exist between the ‘real’ and the imagined.

Indeed, Salt and Bone is a collection that relishes in the gothic and the macabre, often anchored in the physicality of the body or objects rendered as bodies. In ‘Auf Wiedersehen Spiegeltent’, for example, the deconstruction of the circus tent is figured as a kind of flaying – ‘the circus is gone/ big top / stripped to bone’ – while its performers bend and collapse like origami: ‘their drunken limbs forget / the ways they should not bend /[…] they fold back into boxes / like costumes like paper’. Frost’s manipulation of bodies is both unsettling and striking, at times even verging on a form of delightful masochism, as demonstrated so vividly in ‘Odontophilia’ (a fetish with teeth), in which the poem describes a fixation ‘on the ache as teeth / shimmy loose’. As the poem replays ‘this ritual of / fidgeting pressure’ that is at once so alien and so familiar, it conjures a vicarious pleasure that is simultaneously alluring and othering, a quality that marks a number of the poems throughout the collection:

‘this first infant pleasure
worries the bruise of your mouth

long to press just one peg free
to tongue the root red
gum erupts
in shards of molar
’
Continue reading →

Νίκος Καρούζος, Μαγιακόφσκι

1555483_258255661005997_390064305_n

Ὡραῖος ἀπ᾿ τὴ θύελλα τῆς βιομηχανίας

ἀεροπόρος τῶν ἡλιόλουστων ἡμερῶν
μεγάλο δάκρυ
ποὺ κατεβαίνει ὡς τὰ χείλη

γιὰ νὰ καίει τὶς ἀθάνατες Μαρίες

ὁ Βλαντιμίρ.

Ἴσως ἔπρεπε πρὶν ἀπ᾿ τὴν ἔνδοξη ταφὴ

νὰ φωτίζεται μὲ προβολεῖς ὁ νεκρός του.

Ἴσως ἀξίζει νὰ τὸν βλέπουμε σὰν καταρράκτη

ἀνάμεσα στὴν ὁρμὴ τ᾿ οὐρανοῦ καὶ στὰ δάση.

Ἴσως ἔπρεπε νὰ διευθύνει κοσμοδρόμια.

Πάντως

μ᾿ ἀρέσει ποὺ ἐπίασε τὴν παλιὰ Ρωσία ἀπ᾿ τὰ μαλλιὰ

καὶ τὴν ἔστειλε στὸ διάβολο

θρυμματίζοντας μία κιθάρα στὸ κεφάλι της.

Μ᾿ ἀρέσει ποὺ δὲν θὰ πεθάνει ποτὲ

γιατί δὲν ξεχώρισε τὴ συμφορὰ καὶ τὴν ποίηση.

Μ᾿ ἀρέσει γιατὶ στάθηκε στὸ ὕψος του

ὁ Βλαντιμίρ.

Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἔδινε στὸν Κουτούζωφ

τὴ μυστηριώδη δύναμη.

Αὐτὸς εἶναι ποὺ σκύλιαζε πραγματικὰ

γιὰ τὸ μέλλον. Αὐτὸς

ἔλαμπε στὴν κατάλευκη ὁρμὴ τοῦ Οὐλιάνωφ.

Ἀπ᾿ τὴν ἄγνωστη χαραυγή μας, ἀπ᾿ τὰ σπήλαια,

ἔτσι δείχνουν τὰ πράγματα.

Ἡ ζωὴ θὰ πρέπει νὰ προσχωρήσει μαζί του

ὁλάκερη καθὼς τὴ χάρισε στὴν καρδιὰ τῶν δικαίων.

Ἡ ζωὴ θὰ χρειαστεῖ καὶ πάλι τοὺς χαρταετούς.

Ἀπ᾿ τὸ βαρύ του φέρετρο πετάγονταν

πυροτεχνήματα ψηλὰ στὴ νύχτα

κι ἀπ᾿ τὴ βαθειὰ εἰρήνη τῆς σιωπῆς του

ἔβγαινε ὁ καπνὸς τῆς μέσα μάχης. Ἂς εἶναι λοιπόν…

Ἂς εἶναι κι ὁ Βλαντιμὶρ ἕνα σύμβολο

ἀνοιχτὸ στὴν εὐτυχία.

Δὲν ξέρω, βέβαια, τί εἶναι εὐτυχία.

Γνωρίζω ὅμως τὸν ἀγώνα γιὰ δαύτη.

Δὲν ξέρω τί κρύβει ὁ ἔρωτας.

Γνωρίζω μονάχα

πὼς εἶναι οἱ ἑξήντα τέσσερες ἄνεμοι.

Γνωρίζω πὼς εἶναι ὅλες οἱ ἀνατολὲς τοῦ ἥλιου –

τέτοια τύχη

τέτοια τύχη!


*Δημοσιεύτηκε στὴν «Ἐπιθεώρηση Τέχνης»,
 τεύχος 146, Φλεβάρης 1967, σελ. 133.

Jack Kerouac, Ποιήματα

img-jk-radio

Σατόρι 1.

Το μυστικό σχήμα του ήλιου
Είναι ένα παντζούρι-πετώντας δεξιά
στη Δύση ενδεχομένως
όπως το Ρωμαϊκό Αυτί
του Έζρα Πάουντ
στον σουρεαλιστικό πίνακα
σαν Ηνίοχος

***

Ποίημα

Ξεκινάς ρουφώντας γάλα
και τελειώνεις
ρουφώντας καπνό
Και ξέρεις
καπνός και γάλα
τι δηλώνουν

***

Μικρό ποίημα

Όταν το δέντρο βγάλει φρούτα
την άνοιξη
δύσκολο
να πεις
τι δημιουργήθηκε
ποιος καρπώνεται

***

Στον Έντουαρντ Ντάλμπεργκ

Μη χρησιμοποιείς τηλέφωνο.
Οι άνθρωποι δεν είναι ποτέ έτοιμοι να αναπαντήσουν.
Χρησιμοποίησε ποίηση.


*Από το βιβλίο Τζακ Κέρουακ, “Ποιήματα”, σε εισαγωγή-επιλογή-μετάφραση Γιάννη Λειβαδά, εκδ. Ηριδανός.

Peter Kenneally 
reviews Andy Jackson’s The thin bridge

thin-bridge

The thin bridge
by Andy Jackson

Whitmore Press, 2014

‘Poetry from a body shaped like a question mark’ That is the tag line for Andy Jackson’s blog, and it perfectly sums up the to and fro in his work. Jackson, who has Marfan’s Syndrome, has said that he came to write poetry partly ‘ to control the way people see me. I’d lived with the staring and comments that having an unusual body brings, and I wanted to be in charge.’

In a recent blog post he deals with this issue; the paradox of having ‘an unusual shape, but no pain’, and the confusion this causes for the ‘concerned stranger’. This new collection, which won the 2013 Whitmore Press Manuscript Prize, condenses these concerns with the confidence it takes to let them be understated, if ever present. The relation of bodies to themselves, and to the world, is rehearsed over and over again, tentatively, ironically, quizzically.
Continue reading →

Σπύρος Μαρούλης, Νέο Έτος προχώρα!

149500_10200603292148074_1431586324_n

Νέο Έτος, μην έρθεις σπίτι μας.
Δεν είμαστε εδώ!
Λείπουμε.
Είμαστε περιπλανώμενοι οδοιπόροι
αλήτες
χωρίς μνήμη χωρίς όνειρα χωρίς επιθυμίες χωρίς ελπίδα
σ’ έναν κόσμο που αρνείται τον άνθρωπο
Οι ορίζοντες των ματιών μας έχουν γίνει σταχτιοί
και η θάλασσα μας γκρίζα
και η ποίησή μας άσφυγμη.
Νέο Έτος προχώρα!
Υπάρχει διαδρομή για να οδηγήσει τα βήματά σου!
Μη στέκεσαι σαν νεκρός που απορρίφθηκε απ’ το τάφο.
Θέλουν να γράψουν ιστορία τα χρόνια, μη τους το στερείς.
Μη στέκεσαι σαν απ’ τη θλίψη μιας ανέφικτης αγάπης,
σαν απ’ το φόβο ενός μεγάλου ταξιδιού…
Άφησέ μας πίσω σου
μήπως μπορέσουμε κάποια στιγμή
να πεθάνουμε σαν Γενναίοι.

Graeme Miles
 reviews Marie Slaight and Terrence Tasker’s The Antigone Poems

antigone

The Antigone Poems
by Marie Slaight and Terrence Tasker

Altaire, 2014

The Antigone Poems is a collaborative work, made up of poetry by Marie Slaight and drawings by Terrence Tasker. Created in the 1970s when the writer and artist were living in Montreal and Toronto, and published in 2014, it is an attractively produced book. The drawings, most depicting faces like tragic masks, divide the five chapters. These images are archaic and chthonic in mood, free from any twee classicising, and match well the equally chthonic mood of the poetry. Most of the poems are brief, suggesting fragments of some larger lost work. Such world as they sketch is made out of primary things: sun, blood, bones.

The book presents itself, in the words of the blurb, as ‘an intensely personal invocation of the ancient Greek tragedy’. The less definite ‘invocation’ rather than ‘retelling’ is a wise choice, though the latter term does appear in the promotional material. These poems are rather a lyric engagement with the story, which really requires its readers to know the narrative ahead of time. This is itself an ancient practice, found for instance in some tragic lyric. The blurb’s reference to ‘the ancient Greek tragedy’ suggests Sophocles’ Antigone, though other plays also featured Oedipus’s daughter (among extant tragedies: Sophocles’s Oedipus at Colonus, Euripides’s Phoenissae). There is a decided theatricality to this book: not only the choice of a character primarily associated with drama and the style of the art-works, but the monologue style of the poems suggest a character performing herself.

Continue reading →

2014 in review

The WordPress.com stats helper monkeys prepared a 2014 annual report for this blog.

Here’s an excerpt:

Madison Square Garden can seat 20,000 people for a concert. This blog was viewed about 65,000 times in 2014. If it were a concert at Madison Square Garden, it would take about 3 sold-out performances for that many people to see it.

Click here to see the complete report.

Κική Δημουλά, Η χωρίστρα των φύλων

lixnos+kaiomenos

Κατέβαινα αργά μέ ταλαντεύσεις ελαφρότητας
ένα ουδέτερο αμέριμνο
σαν ομπρελάκι χάρτινο σκισμένης ηλιαχτίδας
σα διεύθυνση γραμμένη σε ατζέντα κονιορτοΰ.
Κατέλυα τις νύχτες σέ διαττόντων αχυρώνες
ή σε φτηνιάρικα, αν έβρισκα, μοτέλ του αχανούς.

Φωνή δεν είχα.
Όλη τη συνεννόηση με τους ξενοδόχους
και τους ερημίτες του διαστήματος
την έκανε απταίστως η σιωπή μου.

Ένα πρωί ξυπνώντας, έλειπε από τη θήκη της.
Τήν έχασα.

Άμα χάνεις κάτι
γίνεσαι μέλος κάποιας υποταγής.

Μίλα, διέταξε ή φύση. Μόνον πρόσεξε.
Ό,τι πεις θα χρησιμοποιηθεί εις βάρος σου.

Κι ακούστηκα νά λέω:
σου πάει στο πλάι η χωρίστρα.

Πάρε εσύ το μέρος με τα λιγότερα μαλλιά
ήρθε μιά αγριάνθρωπη απόκριση.

Άμα χάνεις κάτι
γίνεσαι μέλος τακτικό υποταγής.

Έσκυψα να πάρω τα λιγότερα.
Κι όπως δεν έβλεπε καλά την άνιση διανομή
σκόνταψε, έχασε την ισορροπία της
η ουδετερότητά μου κι έπεσα
εντός γυναίκας νεοσκαμμένης.

Έμεινα έκεΐ. Για νά χωρέσω διπλώθηκα
περίπου ήμικύκλιο
σαν τις παλιές μωρουδίστικες κούνιες.
Οΰτε που διανοήθηκα να βγω
έτσι πού φρουρούσαν τό στόμιο πολυάριθμα
κύτταρα ζουλού καί ηχουσαν γεννητικά ταμ ταμ.

Άκους έκεΐ νά τά φωνάζουν μπαμπά τά παιδιά μου.

*Από τη συλλογή “Ενός λεπτού μαζί”, εκδόσεις Ίκαρος 2010.

Σοφία Περδίκη, η όραση στην αφή


10891490_10205034522718451_7151075887626559022_n

Τις στιγμές που εισβάλλει η όραση στην αφή

βλέπεις το δέρμα ξέχωρα απ’ το σώμα

το κρατάς σαν μωρό

σφιχτά κι απαλά

μικρές τριχούλες ρίγη σταλάζουνε

στους οφθαλμούς

τρυγούν τα δάχτυλα την εσωτερική τους πλευρά

μην και σκιαχτεί η τρυφερότητα.

Κι ύστερα περνά από μπροστά σου

φευγαλέα η ματιά

μια πλήρωση της αίσθησης βλέπεις

όπως όταν η φλέβα φουσκώνει

το αίμα κυλά

τι τένοντας, τι τέντωμα

να σκάσει πάει η κρούστα

και είναι της πληγής τούτης ενόραση
η
δερμάτινη μνήμη.

*Ο τίτλος επιλέχθηκε από μας. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από τη σελίδα της Σοφίας Περδίκη στο facebook.

Ηλίας Λάγιος, Πρωτοχρονιά

lagios

Να φτάνεις ώς το 2002
μ’ ένα κοστούμι μόδας του ’30.
Να λες του μεγαλόσχημου ήλιου: «Πάντα
μου αρκεί να δύω».

Να ’ρθείς στην γκρίζα χώρα του Σημίτη,
που ένα τραπέζης κάλπικο βιβλιάριο
θ’ αλλάξεις με μισθό, τζόκερ, ωράριο,
T.V. και σπίτι.

Μ’ αλκοόλ και νύχτα, μπάτσους κι ηρωίνη,
τ’ αδέλφια σου ενοικούν πλατεία Βάθης.
Σπεύσε το δίδαγμά σου να τους μάθεις.
Οργή κι οδύνη.

Τινάζεις απ’ τα ρούχα σου στου «Φλόκα»
άμμο απ’ τους σύσκιους δρόμους της Πρεβέζης.
Με τον Μαύρο μονότονα να παίζεις
πικέτο ή πόκα.

Περιστερές φρουρούν το Παρλιαμέντο.
Φλάσαρε ν’ ανεβείς στο Κολωνάκι.
Ίσκιος με ίσκιους θα πιεις σε λιγάκι
φαρμάκι φρέντο.

Και στην Δεξαμενή ως δεις ν’ απλώνει
του κυρ Αλέξανδρου ο επενδύτης,
θα τυλιχτείς πρηνής, θύμα και θύτης,
λευκό σεντόνι.

Να μπεις απλός πελάτης στην «Εστία»
κι όπως θ’ ακούς μεταμοντέρνους ήχους
να ψιθυρίσεις δυο δικούς σου στίχους,
έτσι στ’ αστεία.

Χλομούς δαίμονες βλέπεις υπεράνω
και στα έγκατα πύρινους ανθρώπους.
Ξέρεις να με πονάς με χίλιους τρόπους,
πριν καν πεθάνω.

Να ’χουνε σβήσει γύρω σου όλες κι όλοι,
δίχως να ονειρευτούν πράσινα δάση.
Ο θάνατος, μοιραίως, τους υφαρπάσσει
μ’ άδειο πιστόλι.

Κι αν παίξεις με τις κάργες, σαν παιδάκι,
στα κεραμίδια άφωνη μια λύρα,
ίσως συμμεριστείς εκ νέου, την μοίρα
του Καρυωτάκη.

*Το ποίημα και η εικόνα του Ηλία Λάγιου αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του Γιάννη Ζελιαναίου στο http://gianniszelianaios.blogspot.com.au/2014/12/blog-post_29.html