Wislawa Szymborska, Δυνατότητες

10489934_10205474507680636_1016483143847875965_n

Προτιμώ τον κινηματογράφο.

Προτιμώ τις γάτες.

Προτιμώ τις βελανιδιές κατά μήκος του ποταμού Warta.

Προτιμώ τον Ντίκενς απ’ τον Ντοστογιέφσκι.

Με προτιμώ να μου αρέσουν οι άνθρωποι

απ’ το ν’ αγαπάω την ανθρωπότητα.

Προτιμώ να έχω πρόχειρη βελόνα και κλωστή.

Προτιμώ το χρώμα πράσινο.

Προτιμώ να μην ισχυρίζομαι

ότι για όλα φταίει η λογική.

Προτιμώ τις εξαιρέσεις.

Προτιμώ να φεύγω νωρίς.

Προτιμώ να μιλώ στους γιατρούς για κάτι άλλο.

Προτιμώ τις παλιομοδίτικες εικονογραφήσεις.

Προτιμώ τον παραλογισμό του να γράφεις ποιήματα

από τον παραλογισμό του να μη γράφεις.

Προτιμώ, σε θέματα αγάπης, μη συγκεκριμένες επετείους

που μπορούν να εορτάζονται καθημερινά.

Προτιμώ τους ηθικολόγους

που δε μου υπόσχονται τίποτα.
Προτιμώ την κουτοπόνηρη καλοσύνη από τους ευκολόπιστους.

Προτιμώ τη γη με πολιτικά.

Προτιμώ τις κατακτημένες από τις κατακτήτριες χώρες.

Προτιμώ να διατηρώ τις επιφυλάξεις μου.

Προτιμώ την κόλαση του χάους από την κόλαση της τάξης.

Προτιμώ τα παραμύθια των αδελφών Grimm από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.

Προτιμώ φύλλα δίχως άνθη από άνθη δίχως φύλλα.

Προτιμώ τους σκύλους με τις ουρές τους άκοπες.

Προτιμώ τα ανοιχτόχρωμα μάτια, μια που τα δικά μου είναι σκούρα.

Προτιμώ τα συρτάρια.

Προτιμώ πολλά που δεν έχω αναφέρει εδώ

από πολλά που επίσης δεν έχω αναφέρει εδώ.

Προτιμώ τ’ αδέσποτα μηδενικά

από ‘κείνα που παρατάσσονται πίσω από αριθμούς.

Προτιμώ τον χρόνο των εντόμων από τον χρόνο των άστρων.

Προτιμώ να χτυπάω ξύλο.

Προτιμώ να μη ρωτάω για πόσο ακόμα και πότε.

Προτιμώ να εξετάζω ακόμη και την πιθανότητα

η ύπαρξη να έχει τους δικούς της λόγους ύπαρξης.

(1986)

Στεφάν Μαλλαρμέ, Οπτασία

10928860_808647869171197_4067546374168280009_n

Θλιβόταν η σελήνη. Σεραφείμ με ολοφυρμούς

Κρατώντας τα δοξάρια μες σε βαρύθυμους ανθούς

Ονειρεύονταν, και από βιόλες πού’ σβηναν αντλούσαν

Λευκούς λυγμούς που πάνω στους γαλάζιους κάλυκες γλιστρούσαν.

-Ήταν η ευλογημένη μέρα του πρώτου σου φιλιού

Ο ρεμβασμός μου θέλοντας να με βασανίσει

Μεθούσε ήσυχα με το άρωμα της θλίψης

Που δίχως μετάνοια και δίχως πίκρα καμιά αποθέτει

Το δρέψιμο ενός Ονείρου στην καρδιά που το δρέπει

Περιπλανιόμουνα λοιπόν το βλέμμα προσηλώνοντας

Στο λιθόστρωτο το παλιό όταν με ήλιο στα μαλλιά

Μέσα στο βράδυ απ’ το δρόμο πρόβαλες εσύ γελώντας

Και πίστεψα πως έβλεπα με κάλυμμα φωτός την νεράιδα την παλιά

Που περνούσε από τα όμορφα όνειρά μου τα παιδικά

Κι άφηνε να πέφτουν σαν το χιόνι από τα χέρια τα μισοκλεισμένα

Χίλια μπουκέτα μυρωμένα αστέρια.

*
Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κέρματα ΙΧ

Nicholas Lyras, Leaving

Nicholas Lyras, Leaving

***

Της μοίρας χτύπος.
Κάνω πως δεν ακούω.
Σφίγγω τις γροθιές.

***

Δροσερή βροχή.
Μοσκοβολά το χώμα,
μα, να κι η θλίψη.

***

Δώρο αξίας,
που δεν ξεχνά η μνήμη:
Το πρώτο φιλί.

***

Δε θα γυρίσει.
Φυλακισμένη κρατούν
του τάφου δεσμά.

***

Ο χρόνος περνά,
μα τριγυρνούν άσκοπα,
χωρίς να ζούνε.

Nicholas Lyras, Leaving

Νάσος Αθανασίου, Παρ’ ολίγον αριστερόχειρας

artwork: Sébastien Del Grosso

artwork: Sébastien Del Grosso

Απόψε ονειρεύτηκα πως ήμουν χειροτέχνης, γέρος και στριφνός,
με ακραία μεγέθη εργαλείων και πελατεία περισσή.
Έφτιαχνα λέει πολλών λογιών θανατικά,
τα περισσότερα χρωματιστά και πρόσχαρα.
Για τις κυράδες τύλιγα ασυνάρτητους φραμπαλάδες σε πολύχρωμες ρόδες
άδωρα δώρα, τελευταία, μη λερωθούν τη λασπουριά τους
μπας και στα μάτια Τον κοιτάξουν καθαρές.
Για τους αβάπτιστους εμπνεόμουν αναλόγως την περίσταση.
Στους κατ΄επιλογήν πετάγα την προβιά
και έφτιαχνα μια ασύμμετρη λεοντή άλλο πράμα.
Σε προγονικά έρμαια, μου έρχονταν στο νου κάτι Σωκρατικά αποφθέγματα
και τελικώς,με έναν πάραξενο αυτοματισμό υπέπιπτα στα γούστα τους.
Η φθαρμένη φόδρα αποτελούσε στοιχείο πρόσκαιρου εφησυχασμού
και η μόλυνση τους μια αττελή πλήρωση των εγκοπών μου.
Για σένα όμως ρωτιέμαι ξυπνητός,
ανάμεσα σε θάνατο και Θάνατο
τι από τα δυό γλυκύτερο είναι να μαντάρω
και μεσοβέζικα βρέχω χώμα
την ασθενική ανασαιμιά μου να δροσίσω.
Για σένα λανθασμένα επιορκώ.

Yvan Goll, από τα Μαλαισιανά Τραγούδια

Art: Kenyon Cox

Art: Kenyon Cox

Είμαι το σκοτεινό αχνάρι

Που η βάρκα σου χαράζει στα νερά

Είμαι ο ίσκιος ο υποταχτικός

Που η φοινικιά πάνω απ’τη ρίζα της απλώνει

Η φωνούλα είμαι

Που βγάνει το μικρό της πέρδικας 

Όταν τα βόλια σου το βρίσκουν.

*Απόδοση: Thalassa Mystica

Emily Dickinson, “Φύση” είναι αυτό που βλέπουμε

oak_leaf_hydrangea

“Φύση” είναι αυτό που βλέπουμε
Ο Λόφος – το Απόγευμα –
Σκίουρος – Έκλειψη – η αγριομέλισσα
Μάλλον– η Φύση είναι Παράδεισος –
Φύση είναι αυτό που ακούμε –
Ο Δολιχόνυξ ο ορυζοφάγος* – η Θάλασσα–
Καταιγίδα – ο γρύλλος –
Μάλλον – Φύση είναι Αρμονία –
Η φύση είναι αυτό που γνωρίζουμε–
Ωστόσο, δεν υπάρχει τέχνη να το πούμε –
Τόσο αδύναμη είναι η Σοφία Μας
μέσ’ στην απλότητά της.

*Bobolink ή Dolichonyx oryzivorus: Ιθαγενές ωδικό πτηνό της Αμερικής.
**Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
***Το αγγλικό πρωτότυπο το πήρα από το ιστολόγιο Poets United στη διεύθυνση http://poetryblogroll.blogspot.com.au/2014/12/the-living-dead_12.html

Θεόδωρος Ντόρρος, στίχοι

10923541_10204615121351502_3637612463006555743_n

Απίστευτη η τέχνη μας να κάνουμε

στιγμές κι αιωνιότητες.

Δεν είν’ αυτά που θά ’λεγα

Ούτε κι εκείνα που τα φέραν.

*Οι στίχοι και η εικόνα είναι από τη σελίδα της Χαριτίνης Ξύδη στο facebook.

Angela Gardner reviews Beth Spencer’s Vagabondage

spencer

Vagabondage
by Beth Spencer

UWA Publishing, 2014

Twenty years ago Beth Spencer’s first collection of poetry, Things in a Glass Box, was published and reviewed to critical acclaim. Since then she has published individual poems and two volumes of multiple genre selected works that have included poems. It could be said that it’s a long time between drinks, though Spencer has been busy with fiction, essays, and memoir (and a PhD) in the meantime. Vagabondage is her first full collection of poems since, and widely anticipated because of that.

The book, a first person narrative of a year in a van 2009-2010, is structured as a travelogue/road movie/quest in that it follows the author’s progress through country towns – yet underlying that progress is an emotional journey that examines the past and imagines a new future.
Spencer defines the term ‘vagabondage’ as being stateless, in servitude to nomadism, and/or being bound for somewhere. The journey and the book gives Spencer the space (and time) to consider important issues: What it is to be Australian, our relationship to possessions and possession, and to solitude and loneliness.
The book opens with a major act of deliberate dispossession, the sale of the author’s beloved house.

‘I love my house and garden’
(a frequent refrain)
and there is was

and it loves you
(‘Leaving this house’, p.7)
Continue reading →

Άρης Αλεξάνδρου, Νεκρή Ζώνη

10487575_867404823281634_6655175174288165189_n-223x300

Αφιέρωση στις επερχόμενες εκλογές στην Ελλάδα

Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεχτικός…

Όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο που κουβαλάς στον ώμο…

Εκεί που προχωράς μέσα στη νύχτα…

Μπορεί να τύχει να γλιστρήσεις στους κρατήρες των οβίδων…

Μπορεί να τύχει να μπλεχτείς στα συρματοπλέγματα…

Να ψαχουλεύεις στο σκοτάδι με τα γυμνά σου πόδια…

Kι όσο μπορείς μη σκύβεις για να μη σούρνονται τα χέρια του στο χώμα…

Βάδιζε πάντα σταθερά…

Σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις πριν σταματήσει η καρδιά του…

Να εκμεταλλεύεσαι…

Κάθε λάμψη απ’ τις ριπές των πολυβόλων…

Για να κρατάς σωστό τον προσανατολισμό σου…

Πάντοτε παράλληλα στις γραμμές των δυο μετώπων…

Ξεπνοϊσμένος έτσι να βαδίζεις…

Σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις εκεί στην άκρη του νερού…

Εκεί στην πρωινή την πράσινη σκιά ενός μεγάλου δέντρου…

Προς το παρόν, να ‘σαι πολύ προσεχτικός…

Όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν μελλοθάνατο που κουβαλάς στον ώμο…

*Από τη συλλογή “Ευθύτης Οδών” που περιλαμάνεται στο βιβλίο “Άρης Αλεξάνδρου, Ποιήματα (1941-1974), εκδ. Ύψιλον, 1991, σελ. 100.

Βάσσος, Γεώργας, baise moi

Artwor: Rebert Frank

Artwor: Rebert Frank

άλλοι συμβιβάζονται με ψεύτικες ζωές

κι άλλοι με τραγικές ψευδαισθήσεις

ζωσμένοι χειροβομβίδες

στα όρια της αυτοκαταστροφής

μετρούν ένα ένα το άπιαστο και το μίσος

στα στερνά τους βήματα

σεργιάνι σε σκοτεινά μονοπάτια

σαν τον ακροβάτη που με μάτια θολά

περπατάει ανάποδα
πάνω στο τεντωμένο σχοινί

και κουρασμένος από το χάος

στο τέλος παραδίδεται

στο νόμο της βαρύτητας
άλλη αλήθεια γυρεύει

η καρδιά του καθενός

που μοναχός σαν λύκος πορεύεται

και σαν μεθάει διαφορετικά λογαριάζει

την ομορφιά των πραγμάτων που ορίζει

την ατέλεια του επίπεδου κόσμου

όπου αργοπεθαίνει η καλοσύνη

δεν είμαι ευσυγκίνητος

αλλά το μηδέν και το καθόλου

είναι απελπιστικός αντίπαλος

γι’ αυτό υποπτεύομαι τον εαυτό μου

και τον σπρώχνω να βρει δύναμη

με μια φαγωμένη γομολάστιχα

να σβήσει το φόβο του ζώου

που φωλιάζει μέσα μου τόσα χρόνια

για να μην ξυπνάω κάθε πρωί

και μουρμουρίζω τι άλλο
έχω να φοβηθώ σήμερα

εκτός από εμένα τον ίδιο;

*Το πο;iημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τη σελίδα του Βάσσου Γεώργα στο facebook.