Άννα Αχμάτοβα, Δεκατρείς αράδες

ΑΧΜΑΤΟΒΑ+2014.tif

Και επιτέλους πρόφερες κυριολεκτικά
Όχι έτσι, όχι όπως οι άλλοι … με ένα γόνατο ―
Αλλά έτσι, όπως εκείνος που ξέφυγε από την αιχμαλωσία 
Και βλέπει την ιερή των σημύδων σκιά 
Απ’ το ουράνιο τόξο των αθέλητων δακρύων μέσα. 
Και γύρω σου τραγούδησε η σιωπή
Και φωτίστηκε με τον καθάριο ήλιο το λυκόφως,
Κι ο κόσμος ολάκερος μέσα σε μια στιγμή μεταμορφώθηκε
Κι άλλαξε παράξενα η γεύση του κρασιού.
Κι εγώ ακόμη που έμελλε φόνισσα να γενώ
Του θείου λόγου,
Σχεδόν ευωδιαστά σώπασα,
Την ευλογημένη ζωή να επιμηκύνω.

8-12 Αυγούστου 1963

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εντευκτήριο» και συγκαταλέγεται στην ενότητα ποιημάτων της Άννας Αχμάτοβα «Ποιήματα του μεσονυχτίου», σε μετάφραση από το ρωσικό πρωτότυπο του Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη.

Toby Davidson
 reviews Amy Brown’s The Odour of Sanctity

oos

The Odour of Sanctity
by Amy Brown

Victoria University Press, 2013

The Odour of Sanctity is New Zealand poet Amy Brown’s second collection, and a substantial one too, weighing in at 240 pages. It is a speculative work which postulates the potential canonisation of six historical figures, three granted sainthood (St Augustine of Hippo, St Rumwold of Buckingham, St Elizabeth of Hungary) and three non-saints in Margery Kempe, Christina Rossetti, and contemporary American indie rocker Jeff Mangum. The Odour of Sanctity takes these six subjects through six sections of the sainthood process, finishing with a seventh sestinesque envoi section in which the subjects converse in three pairs.

Clearly, some readers may be put off the task laid down (offset a little by a handy character/events chart in the Appendix) and others by a lack of interest in the subject matter. The 2010 canonisation of St Mary Mackillop introduced many non-Catholic Australians to the sometimes Pythonesque world of Vatican-confirmed miracles. Those who were entranced by that should find some enjoyment in The Odour of Sanctity, provided they don’t take themselves, or much else, too seriously. Brown, a non-Catholic, tends to sail a middle course between her empathy for the deeply human cri de Coeur ‘Please let our faith make sense’ (70) and her playful sniping at the artifice of Rome (‘Did God / mind which bishop grew a halo? / No. Many subjects make good / saints; the choice is arbitrary.’ [218]).
Continue reading →

Farewell poetry@fedquare

672x372xthe-atrium-melbourne-venue-672x372.jpg.pagespeed.ic.JYsgSsAVxr

Words by Benjamin Solah

Poetry gigs come and go. It’s always so exciting when a new gig comes up, in a new venue, or if we see someone taking the initiative to keep our scene chugging along by setting up their own gig. I’m in awe of some of the gigs and their organisers that have kept gigs running for so long, for their hard work and determination but also convincing venues and organisers to keep supporting spoken word when it doesn’t always seem like the most booming art form.

Some gigs have survived many venue swaps, as one pub decides to shun poetry, that convince another to keep it alive.

It’s also especially sad when a gig has to wrap up.

Dimitris Troaditis has been running poetry@fedsquare for the past two years, where he hosted a monthly poetry gig, inside the Atrium at Fed Square or upstairs at Beer DeLuxe, and was especially encouraging of poetry in other languages, himself writing and performing poetry in Greek.

Melbourne Spoken Word was very happy to support this event, publicising it along with all of the other gigs, and doing our little bit to get people along. I hope some of you got the chance to make it along one Saturday. I had the pleasure of performing alongside some refugee poets there one Saturday afternoon, and it was always a pleasure to meet the regular open mic readers that had called this event home.

Unfortunately, Fed Square have chosen to discontinue to the event from this year and so we’ve lost this treasure. Like Australian poetry as a whole lost ABC Poetica, and everyone remembers losing The Spinning Room due to the venue being refurbished, we hope that Dimitris continues to host a new gig at a new venue when he’s ready.

As one venue decides to not support poetry, we’ll find another that does and continue to find people to support it so we can keep on performing.

*Published at http://melbournespokenword.com/?p=1320 with lots of thanks.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Πάνω σου γαντζώνω την ψυχή μου

IMG_2623

Έξαλλη νύχτα
ανεξιχνίαστη
στοιχειωμένη από αρματωμένα φαντάσματα
κι αιματηρές κληρονομιές
φορτωμένη ερωτευμένα ξωτικά
ματωμένα φεγγάρια
και σελώματα

ανικανοποίητη νύχτα
η ανάσα μου δίχως αντοχή
δίχως αιχμή
λυγίζει
ξεριζώνεται
δεν υπάρχει πια φόβος
ένας τρόμος μονάχα ορμά
με πιάνει απ’ τα μαλλιά
με σέρνει
παιανίζει τα εμβατήριά του
διατυμπανίζει τη νίκη του
διατυμπανίζει την ήττα μου

νύχτα μου
με τον ακοίμητο καημό
και το σαράκι
ανένδοτη νύχτα μου
που αλωνίζεις με άλογα φτερωτά
οργανώσεις τις άμυνες
και βγαίνεις στην κόντρα επίθεση

πάνω σου γαντζώνω την ψυχή μου.

Γιώργος Ρούσκας, Ερωτευμένος με τη βροχή

βροχή+2

Είμαι ερωτευμένος με τη βροχή.
Γιατί;
Έτσι.
Ο έρωτας δεν απαντά στα γιατί
πού και πού ρωτά αν, πόσο, ως πότε,
καταλύει το χρόνο, το σώμα φωτίζει,
λάμπουν τα μάτια,
όπου φωλιάζει φυτρώνουν φτερά.

Κηφισίας, Δεκέμβρης, ψιλοβρόχι, κρύο.
Ενώ οι υαλοκαθαριστήρες μου ρυθμικά
αριστερά, στάση, μεταβολή, δεξιά,
ανάσα, μεταβολή, το αυτό
ακούραστοι στρατιώτες
αποδιώχνουν απ τα τζάμια τις σταγόνες
έτσι όπως ο άνθρωπος την αλήθεια απωθεί
να γλιστρήσει στο παχύρρευστο -καθώς κρυώνει
απ’ την ώρα που χυτεύτηκε- της ψυχής του γυαλί

παρατηρώ εν κινήσει τους υαλοκαθαριστήρες
του μπροστινού αυτοκινήτου:
αντί για το συνηθισμένο πέρα δώθε, αυτοί με ρυθμό
ρούμπα χορεύουν, τυλίγουν, ξετυλίγουν
ανοίγουν προς τα έξω κι οι δυό,
κλείνουν ταυτόχρονα προς τα μέσα
μαζεύοντας τη βροχή απαλά προς το κέντρο
παίρνοντας αγκαλιές τις στάλες στοργικά
όπως μαζεύουν γυρίζοντας τη μπλούζα
τους βόλους τα παιδιά.

Τι όμορφο να μπορεί ν αγκαλιάζει το νερό
μία μηχανή από μέταλλο και πλαστικό
τι παράξενο για τον άνθρωπο κατασκευαστή
που επιλέγει στην ασφάλεια της δυστυχίας του να ζει
αντί να διώξει το φόβο, ν ανοίξει τα χέρια
σε μια αισιόδοξη επαφή με τη ζωή.

Πόσοι μπορούν ν αγκαλιάσουν τη βροχή,
-η βροχή είναι ελπίδα, αγιασμός, είναι τροφή
επιβίωση είναι-
πόσοι μπορούν να χαρούν μια αγκαλιά παιδική,
να δώσουν μία ζεστή χειραψία;
Εδώ δυσκολευόμαστε ν αγκαλιάσουμε
τον ίδιο μας τον εαυτό.

Chris Wallace-Crabbe review Gwen Harwood’s The Best 100 Poems of Gwen Harwood

Gwen-Harwood

The Best 100 Poems of Gwen Harwood

John Harwood, ed.
Black Inc., 2014

Here is a new selection from that marvellously ardent poet, Gwen Harwood, a crafty voice that was heard from both Brisbane and Tasmania. In welcoming it, let me declare that Greg Kratzmann and I have a Harwood selection in print, but our book bounces back here from Manchester and must, as a result, be rather more expensive.

Accordingly, a new, local selection was called for, both to service the general reader and for classes of high school students. Black Inc has come up with one now, with a watery sepia dust jacket.

Greg’s and my choices from Harwood’s personal, plangent and witty range are different from that of the new volume, but that’s what happens to editors and their sensibilities.

The editing and production of this book raise interesting questions, which it does not seek to answer. Gwen Harwood’s son is cited on the dust jacket as being responsible for selecting and compiling it, but nowhere in the volume itself is he acknowledged: John Harwood must have been directly involved in this cloak of invisibility. Doubtless, then, he laboured to decide which were ‘the best 100’, but demurely so.

The Best 100 Poems is the challenging start to a title, as though the book in question had been edited by God, or by F.R. Leavis. On further burrowing, I found that Black Inc. has published two other such collections of Australian verse: one of Les Murray, chosen by himself, ands one of Dorothy Porter, selected by Andy Goldsmith. There’s an editorial policy here, with elegant variations.

Continue reading →

Μπορίς Βιάν, Ο λιποτάκτης

vian

Κύριε Πρόεδρε
Σας γράφω ένα γράμμα
Που ίσως θα διαβάσετε
Αν έχετε καιρό Φτάσαν τα χαρτιά μου
Πως πρέπει να καταταγώ
Να φύγω για τον πόλεμο
Το αργότερο Τετάρτη.
Όμως κύριε πρόεδρε
δεν πρόκειται να πάω
Δε βρέθηκα σ’ αυτή τη γη
Για να σκοτώνω αθώους
Δε θέλω να θυμωσετε
Μα πρέπει να σας πω
Πως τό ‘χω πάρει απόφαση
Να γίνω λιποτάκτης
Βλέπω στη δική μου ζωή
Πως πέθανε ο πατέρας μου
Πως φύγανε τα αδέλφια μου
Και τα παιδιά μου κλαίνε
Η μάνα μου απ’ τα βάσανα
Τώρα βαθιά στον τάφο
Γελάει με τους εξοπλισμούς
Περιγελάει τους τοίχους

Όταν με χώσαν φυλακή
Αρπάξαν τη γυναίκα μου
Αρπάξαν τη ψυχή μου
Το παρελθόν που αγάπησα
Αύριο ξημερώματα
Την πόρτα θα χτυπήσω
Στα μούτρα των νεκρών καιρών
Και θα χυθώ στους δρόμους
Θα ζητιανέψω τη ζωή μου
Γυρνώντας τη Γαλλία
Από Βρετάνη ως την Προβηγκία
Και σ’ όλους θα φωνάζω
Άρνηση στην υποταγή
Άρνηση στην κατάταξη
Μην πάει κανείς στον πόλεμο
Να φύγετε αρνηθείτε
Αν πρέπει αίμα να χυθεί
Να δώσετε το δικό σας
Αφού αυτό διδάσκετε
Σε όλους, κύριε πρόεδρε
Κι αν είναι να με πιάσετε
Πέστε στους χωροφύλακες
Ότι θα είμαι άοπλος
Και αν θέλουν, ας μου ρίξουν.

Ειρήνη Παραδεισανού, Άτιτλο ΙΙ

10868122_10203179199542495_6993083352192644979_n

Ποιήματα σκάρτα σαλεύαν στα μάτια μου
απλώναν κλαδιά και με πνίγαν
κι εγώ χωμάτινο σκαρί στα δόντια άπλωνα
κοίταζα με τα φίδια της όψης μου όλους τους γύρω

ελάτε κοντά μου ανθρωπάκια να φτύσετε
αγγίξτε με πάλι με την φτηνή ρητορική σας
ουρλιάξτε στ’ αφτιά μου το άγονο δάκρυ σας
σας έχω ένα νέο
κανείς δε νοιάζεται αν ζείτε αν πεθάνατε
μικρά μου αθώα πεινασμένα για χάδια ανθρωπάκια
απλώστε τις αθώες σας μουσουδίτσες να τις φιλήσω

αχχχχχχχχχ

μην γελάτε
και
προπάντων
μην κολακεύεστε

είμαι κι εγώ σαν όλους τους άλλους ψεύτες που σας πλησίασαν

μονάχα που μιλώ
σα λύκος
κι εσείς
δεν ξέρετε καθόλου από παραμύθια
ειδικά απ’ αυτά που ο λύκος γίνεται πρόβατο στο τέλος σαρκοφάγο.

Ή μήπως ξέρετε;

Συγχωρήστε μου την έπαρση.

Είμαι κι εγώ ένας από σας.
Κι αν σας μιλώ με παραμύθια πεθαμένα
είναι που

θα ‘θελα τόσο ν’ ανασταίνονταν τα κοιμισμένα δέντρα
να φύτευαν ξανά καρπούς στη γη μας
και τα νεκρά παιδιά
να μου άπλωναν το χέρι
να πέταγαν τα διαμάντια του γέλιου τους στα κουρασμένα αφτιά του Θεού
που αποκοιμήθηκε μακάριος
να ‘βλεπα τα γιγάντια χέρια του να σύναζαν τα σύννεφα πάνω από την όψη μου
και να ‘βρεχε ανήλεα στα θλιμμένα στάχυα των χεριών μου
να τ’ άπλωνα μετά για να στεγνώσουν στο χωράφι του ήλιου

ωωωωωωωω

πόσο καιρό μαστίγωνα τα λόγια αυτά να μη βγουν από το βλάσφημο στόμα μου

μα

τα μηλίγγια μου με εκδικούνται σήμερα
Και
εξαπέλυσαν ριπές
το φλύαρο στόμφο τους.


*Η Ειρήνη Παραδεισανού έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή “Ρητορική ένδεια”, εκδόσεις Vakxikon.gr 2013). Zει κι εργάζεται στο Ηράκλειο της Κρήτης. Διατηρεί το ιστολόγιο Παρείσακτη στο http://wwwpareisakth.blogspot.com
**Πρώτη δημοσίευση Βακχικόν http://www.facebook.com/l.php?u=http%3A%2F%2Fwww.vakxikon.gr%2Fcontent%2Fview%2F2157%2F11422%2F&h=JAQEcAeor

Να Επισκέπτεσθε Συχνά / Visit Regularly

10270761_1549498211955753_3241416595005063128_n

Αγγελική Φωτεινού
http://agelikifotinou.wordpress.com

Alejandra Pizarnik
http://pizarnikgr.blogspot.com

La Casta Diva
http://lacastadiva.wordpress.com

Χαντάκι
http://ekdoseisxadaki.wordpress.com

Σκοτάδι Και Φως
http://skotadikaifws.blogspot.gr

Το Καραντί
http://tokaranti.wordpress.com

Eeveblog
http://eeveblog12.wordpress.com

Zaz Zetoun Mind
http://zazzetounmind.blogspot.com

Cheap Acceptance
http://cheapacceptancezine.tumblr.com/

Προσποίηση
http://prospoihsh.blogspot.gr/