Πρόκνη, Δύο ποιήματα

το αιτιατό

μια μέρα θα γεμίσουμε τους τοίχους
και τους κορμούς και τις πέτρες
θα έρθει γνωστός οίκος μόδας
-δεν θυμάμαι το όνομα-
και θα πει: υπέροχο!
έτσι μιλάνε αυτοί
και εννοούνε
είσαστε τυχεροί που έχετε ο ένας την άλλη
αυτό θα σας σώσει
και θα σας καταστρέψει επίσης

σύντομα
θα σταθώ όρθια στο δικαστήριο του κόσμου
με το χαρτάκι στο χέρι
αιτιολογία τέκνο
θα τα πω όλα σωστά και την ώρα τους
το μόνο που πάλι θα ξεχάσω
είναι ότι δεν χρειάζεται να πείσω κανέναν

*

ξανά

μερικές φορές χαζεύω στην αποβάθρα
και παραλίγο να χάσω το τρένο
τρέχω ξαφνικά – έξαφνα – να το προλάβω
κουτρουβαλάς μέσα μου
σε θυμάμαι
και την αγάπη μας
παρόλο που εκείνη
-η αγάπη-
έχει από χρόνια ξεμείνει σε κάποια αποβάθρα
και δεν πέρασε ως τώρα
κανένα τρένο να την πάρει
έμεινε ακίνητη, στην ίδια θέση,
κομμάτια και θρύψαλα
ruins
όμως η αγάπη
και ως ερείπιο
είναι και πάλι και ξανά αγάπη

*Από τη συλλογή “Επισκευές πλοίων”, εκδόσεις Μπαταρία, Οκτώβριος 2024 (2η έκδοση).

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Δύο ερωτικά ποιήματα

Επειδή αγαπώ γράφω ποιήματα

Η αγάπη είναι ο λόγος για όλα
Αγαπώ τις ανεμώνες,
ειδικά αν φυτρώνουν στην άκρη του γκρεμού.
Αγαπώ τη θάλασσα,
ειδικά αν είναι φουρτουνιασμένη.
Αγαπώ να ζωγραφίζω πουλιά
να φεύγουν μακριά.
Αλλά και δέντρα ριζωμένα στη γη.
Αγαπώ τα τραγούδια όλου του κόσμου
και τις γεύσεις και τις μουσικές.
Και από μουσικές τη τζαζ κυρίως.
Αγαπώ την Πλαθ, τον Καβάφη, τον Παπαδιαμάντη κι από έργα
του κυρίως τη Φόνισσα
Τον Μπαχ, τον Λειβαδίτη, τον Καββαδία και τον Σολωμό.
Να χορεύω ξυπόλυτη αγαπώ, αλλά πιο πολύ να γράφω βράδυ.
Αγαπώ τα ποιήματα που θα γράψω στο μέλλον κι όσα δεν θα
γράψω
Α, και την Ντίκινσον
Και τα κάστρα ψηλά στο βουνό
Και τον βυθό της θάλασσας
Και την Αίγινα
Και τα μουσεία μοντέρνας τέχνης
Και να κάνω ποδήλατο σε χωματόδρομο
Να πηγαίνω πεζοπορία.
Αλλά και να αγναντεύω τη θέα από ψηλά.
Αγαπώ όλα αυτά, γι’ αυτό γράφω ποιήματα.
Αγαπώ κι άλλα, πολλά.
Μα πιο πολύ εσένα.

*

Τον Ιανουάριο σε ποθώ, τον Μάη σε αγαπώ, τον Ιούλιο σε λατρεύω

Μεγάλη η αναμονή, με σπάει – ξεκάθαρα.
Με αγωνία στο βλέμμα – ακόμα.
Αλλά σίγουρος εσύ.
Η θάλασσα όλη πάνω στα χείλη σου
και ‘γω την πίνω.
Με ταΐζεις τρυφερότητα,
μιλώντας για το φθινόπωρο.
Γέρνω στον ώμο σου.
Τα μάτια σου μου χαϊδεύουν τα μαλλιά.
Τα χέρια σου μου τραγουδανε.
Έχεις όλες τις λύσεις.
Ξέρεις.
Το κεφάλι σου με αγκαλιάζει.
Έχεις όλες τις απαντήσεις.
Μου αγοράζεις καρπούζι,
κεράσια, φράουλες, όλα τα κόκκινα.
Όλα καλά, μου λες.
Ψαρεύουμε στην προβλήτα.
Το βράδυ σου ψιθυρίζω ποιήματα,
αυτοσχέδια –για σένα μόνο.
Σου διαβάζω Κάρβερ.
Δεν τον καταλαβαίνεις
και, επίσης, δεν καταλαβαίνεις
γιατί τον βρίσκω υπέροχο.
Κοιμάμαι στο στέρνο σου.
Σε φιλώ την ώρα που κοιμάμαι.
Η φωνή σου σταθερή,
τη λατρεύω αυτή τη φωνή.
Σταμάτα να αναμένεις, μου λες,
γιατί είμαι εδώ, και πάντα θα είμαι,
και μόλις μπήκε ο Ιούλιος.

Κωνσταντίνα Αλαμπουρινού, Εγκλεισμός

Τώρα που αρχίζω
να συνηθίζω τον εγκλεισμό μου
συμφιλιώνομαι με το εγώ και το εσύ.
Η ζωή αποκτά άλλο νόημα.
Η έξοδος απ’ τον παράδεισο
ήρθε πολύ νωρίς.
Η κόλαση παραμονεύει.
Τίποτα απ’ όσα πίστευες
δεν είναι δίχως κόστος.
Είσαι στο περίμενε.
Οι αποφάσεις πάντα
εμπλέκουν και τους άλλους
ώσπου να μάθουμε να συμβιώνουμε
από τη γέννηση ως το θάνατο
με ειλικρίνεια κι αλήθεια.
Ο παράδεισος ας περιμένει.
Έχουμε δρόμο ακόμα.

*Από τη συλλογή Χνάρι του λόγου, εκδ. Αποστακτήριο, 2023. Δημοσιεύτηκε εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2024/10/25/εγκλεισμός-κωνσταντίνα-αλαμπουρινο/#like-7053

Δημήτρης Μιχελουδάκης, Μονόλογος (υπερ)ευαίσθητου γιατρού

Ελάχιστοι άνθρωποι κουβαλούν εξ’ απαλών ονύχων ένα κάλεσμα βαρύ κι ασήκωτο. Τυγχάνω ένας εξ’ αυτών. Δεν διάλεξα το λειτούργημα του γιατρού – εκείνο με άρπαξε. Απόδειξη του καλέσματος που αναφέρω: η εμμονή του πατέρα μου να ακολουθήσω τον ιατρικό κλάδο, ώστε να αναλάβω τη διαχείριση του ιατρείου του που άνοιξε πριν 80 χρόνια ο αείμνηστος παππούς μου. Θα αρκούσε απλώς μια γωνίτσα του άβυθου πελατολογίου που κληρονόμησα, για να αντιληφθεί ο αναγνώστης το μέγεθος του μόχθου, του κόπου και της βασάνου που μου επιφύλασσε το μέλλον. 

Η προμηθεϊκών διαστάσεων μοίρα μου με καταδίκασε να αφιερώσω το ζην μου στο καλό της ανθρωπότητας – αδιαφορώντας κραυγαλέα για το ευ ζην. Ποτέ μου δε λιγοψύχησα. Ποτέ μου δεν κοίταξα την ιατρική τέχνη με τις παρωπίδες της ιδιοτέλειας. Δεχόμουν αγογγύστως την ανηφοριά της προσφοράς. 
                                                            
Γνωστό τοις πάσι πόσο απαιτητική είναι η ιατρική σχολή. Ωστόσο, όχι όλοι οι τελειόφοιτοι έχουν την καλοτυχία να αράξουν μετά το πέρας της κοπιώδους εξαετούς φοίτησης. Λίγους μήνες ή χρόνια, αδιάφορο – ένα διάστημα ανάπαυσης είναι αναγκαίο, ώστε να ξεκινήσει, όστις είναι προορισμένος λειτουργός της τέχνης μας, την ειδικότητα με γεμάτες τις μπαταρίες, καρδαμωμένος. Ήμουν από τους ελάχιστους τελειόφοιτους που ηναγκάσθη την αμέσως επόμενη μέρα του πτυχίου να διασχίσω την άβυσσό της
                                                            
Πάντα με τρόμαζε η επιμονή κάποιων συναδέλφων μου, να αντιμετωπίζουν με πλήρη ακαρδία τους ασθενείς τους. Ποτέ μου δεν τόλμησα να χαλάσω χατίρι και να αρνηθώ το ποσό καλοτυχίας – αυτό που αποκαλεί ο χύδην όχλος φακελάκι. Τις κρίσιμες ώρες του άγχους, της αγωνίας και του πιθανού ξεψυχίσματος, κάθε βαριόκαρδος ασθενής πρέπει να ακούει μόνο “ναι”. Είναι τουλάχιστον άηθες να αρνούμαστε, εμείς οι θεόθεν λειτουργοί, επιθυμίες ταλαίπωρων υπάρξεων. Προς επίρρωση του ανωτέρω, πολλές φορές, για να τους βγάλω από την αμήχανη και άβολη θέση, ζητούσα ή ακόμα απαιτούσα εγώ ίδιος το ποσό που θεωρούσα ικανό για το προχώρημα της εγχείρησης.
                                                            
Όντας προσηλωμένος στο καθήκον, δε δίσταζα να ρισκάρω. Μπροστά στον ανθρώπινο πόνο, όλα τα άλλα πάνε περίπατο. Και ένας ειδικευόμενος – με τη δική μου υπερευαισθησία – δεν αντέχει να βλέπει ασθενείς να περιμένουν πολλές ώρες στους διαδρόμους ενός δημόσιου νοσοκομείου – τους έστελνα σπίτι. Παρά την όποια κούραση ή αϋπνία, αναλάμβανα να πάω μετά τη βάρδια ή την εφημερία κατ’ οίκον, ώστε να τους αλαφρύνω.
                                                              
Μια φορά, ήταν μια ασθενής η οποία έπρεπε άμεσα να χειρουργηθεί. Καθώς τα οικονομικά της δεν της επέτρεπαν να χειρουργηθεί δωρεάν στο δημόσιο νοσοκομείο μας, με δική μου πρωτοβουλία και παρά τις έντονες αντιρρήσεις κάποιων συναδέλφων μου, η ασθενής πήρε εξιτήριο. (Όχι μόνο από το νοσοκομείο, γενικά). 
                                                             
Κατανοώ – αλίμονο – την ενστικτώδη ροπή των (άλλων) γιατρών για δύναμη, εξουσία και δόξα. Ωστόσο, θα ήταν κόντρα στη δική μου υπερευαισθησία να επιτρέψω κάτι τέτοιο σε βάρος κάποιου ασθενή. Αυτός που υποφέρει έχει κυρίως ανάγκη από σεβασμό, όχι από ελεημοσύνη. Η ανθρώπινη ζωή έχει και τα όριά της. 

Γι’ αυτό και όσες άδειες κι αν πήρα, τις πήρα, γιατί πιστεύω στην αλληλεγγύη κι απεχθάνομαι μετά βδελυγμίας την ελεημοσύνη. Συνηθισμένος σε φθονερά βλέμματα συναδέλφων (και μη), είχα θωρακιστεί και δεν άφησα τις κακίες να με παρασύρουν. Επέμενα, μέχρι τέλους, να νιώθω ισάξιος με τον ασθενή, όντας ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Δε λέει τυχαία ο λαός πως αν δε βρέξεις κώλο, σούσι δεν τρως. 

16.10.24

Thomas Bernhard, Τίποτα δεν ξέρεις, αδερφέ μου, για την νύχτα

Τίποτα δεν ξέρεις, αδερφέ μου, για την νύχτα,
τίποτα γι’ αυτόν τον πόνο που μ’ έχει εξαντλήσει,
όπως κι η ποίηση που κουβαλούσε την ψυχή μου,
τίποτα για τ’ απογεύματα, για τους αμέτρητους καθρέφτες,
που θα με πετάξουνε στην άβυσσο.
Τίποτα δεν ξέρεις, αδερφέ μου, για τη νύχτα,
που έπρεπε να διασχίσω σαν να ‘ταν ποταμός,
με ψυχές από πολύ καιρό θαλασσοπνιγμένες,
και δεν ξέρεις τίποτα για τα μαγικά τα λόγια,
που μου έδειξε ανάμεσα στα ξερόκλαδα η σελήνη
σαν φρούτο ανοιξιάτικο.
Τίποτα δεν ξέρεις, αδερφέ μου, για τη νύχτα,
που μ’ έσυρε στον τάφο του πατέρα,
που μ’ έσυρε μέσα σε δάση πιο μεγάλα από τη γη,
που μ’ έμαθε να βλέπω τη δύση, την ανατολή
στα άγνωστα σκοτάδια της κάθε μέρας.
Τίποτα δεν ξέρεις, αδερφέ μου, για την νύχτα,
για την ταραχή που ξύνει τους σοβάδες,
τίποτα για τον Σαίξπηρ και το στιλπνό κρανίο,
που σαν πέτρα σκονισμένη
κατρακύλησε με χάχανα στις άσπρες παραλίες
μέσα από πολέμους και σαπίλα.
Τίποτα δεν ξέρεις, αδερφέ μου, για τη νύχτα,
γιατί ο ύπνος σου διέτρεξε τα κατάκοπα κλαδιά
αυτού του φθινοπώρου, τον άνεμο που έπλυνε τα
πόδια σου σαν χιόνι.

*Από το βιβλίο “Έξι Ευρωπαίοι ποιητές”, Εκδόσεις Gutenberg. Δημοσιεύτηκε στο https://christinehag.wordpress.com/2024/10/27/tipota-den-xereis-aderfe-mou-gia-tin-nichta/#like-5525

Μαργαρίτα Μηλιώνη, Δύο ποιήματα

Στα εργοστάσια της ποίησης

Αύγουστος κι εσύ ο Μίδας;
Τρως κάτι; πίνεις;

Θα βγω στον κήπο και θα συλλέξω
τα κορίτσια που αγαπήθηκες
Θα μπω στα εργοστάσια της ποίησης
και θα αποσυνδέω όλες τις μηχανές

Θα ανιχνεύσω τα ίχνη σου
στην υδρόγειο του κορμιού τους
και στα γρανάζια κάθε μηχανής που άγγιξε

Θα χαρτογραφήσω όλα σου τα περάσματα
Θα καταγράψω τα κατακρεουργημένα μέλη

τις τρύπες από βίδες που ξεχάστηκαν
θα δημιουργήσω το εκμαγείο των ψαριών σου

*

Το ποίημα κατεβάζει τα χέρια
πετάει στο έδαφος το μόνο του όπλο
και παραδίδεται.

Δεν έχω λέξεις
τις κράτησες όλες εσύ
όταν μοιράσαμε τον κόσμο.

Δεν είμαι ο Μαλαρμέ
για να δοθώ στο ποίημα
Δεν έχω ανάσες.

Οξυγόνο δεν έχω
μάσκες οξυγόνου δεν έχω
μα πού ζω, στη σελήνη;

*Από τη συλλογή “Στα εργοστάσια της ποίησης”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Ιανουάριος 2024.

Ιουλία Τολιά, Τέσσερα ποιήματα

Τι το κοιτάς με λύπη
το σπασμένο σου φτερό.
Η Μούσα σου είναι.

*

Δεν ήξερες ακόμη από διάθλαση.
Κοίταζες με απορία
να σπάνε τα κουπιά μέσα στη θάλασσα.
Ήταν η εποχή της άγνοιας.
Ένα ταξίδι ατέλειωτο στην έκπληξη.

*

Ο άνθρωπος στο δοιάκι.
Ποτέ δεν είδα το πρόσωπό του.
Τις νύχτες
αράζαμε μεσοπέλαγα.
Εκείνος κοιτούσε
την άλλη όψη των άστρων.
Κι εγώ μάθαινα
αλλιώς να βλέπω.

*

“Θα σε ξαναδώ τον Νοέμβριο”.
Και είχα το ύφος μιας υπόσχεσης
για να μη δεις το ψέμα.
Έτσι αποχαιρετώ για πάντα.
Με πρόσχημα
έναν Νοέμβριο.

*Από τη συλλογή “Ημιτελής τοπογραφία”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2024.

Νίκος Σφαμένος, Κανένα νέο

Φωτογραφία: Ιωάννης Λάμπρου

τον συναντούσα μικρός
κάθε μεσημέρι
μετά το σχολείο
στο τραπέζι του πάντα
υπήρχε ούζο με μεζέ
απολάμβανε τον ήλιο
«ευτυχώς, κανένα νέο,
καμία φιλοδοξία»
μου έλεγε κάθε φορά
κι εγώ συνέχιζα τον δρόμο μου
στο απογευματινό παιχνίδι
καθόταν στο ίδιο μέρος
ο ήλιος ήταν πάντα εκεί
ώσπου ένα μεσημέρι
βρήκα την καρέκλα του άδεια
τις γάτες του να με κοιτάζουν
και τώρα που ξαναπερνώ
από αυτά τα μέρη
σκέφτομαι εκείνον
κι ένα παιδί να του χαμογελά
στις ζεστές μέρες του

Λίνα Βαταντζή, Πικρή πλευρά

Προσμένω τον χρόνο 
να προβάλλει 
καθώς λάμνουν οι ρότες του μόχθου,
προσμένω την αναγέννηση 
στην αναμενόμενη άφιξή της

και αναρωτιέμαι 

εάν το σύννεφο είναι οργισμένο 
όταν η βροχή ωρύεται τη νύχτα 
ή εάν η σιωπή στο σκοτάδι αποποιείται την κυριαρχία της –

περιμένω τις απαντήσεις 
να ξεδιπλωθούν στον ορίζοντα 
και μένω, 
υπομένω 

σε μια χώρα θαυμάτων και υποκρισίας.

Αντιγόνη Κατσαδήμα, Δύο ποιήματα

ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ

Πατρίδα μου είναι η Χάρτα,
γλώσσα μου ο αγέρας,
θρησκεία άλλη από τον ουρανό
δεν τρέφω την ώρα που ανεβαίνω,
περνώ τον γαλάζιο κύκλο της σπηλιάς
που συννεφολαλιά την είπαν
Ζωγράφοι, ποιητές κι ηθοποιοί,
ελεύθερα ας καώ στα χέρια τους,
στον ήλιο που με περίσσεια
άφησαν στο βλέμμα ηλιοβασίλεμα.

*

ΗΛΙΑΚΟΙ

Εκεί πέρα λαμπυρίζει η πόλη στα σημεία,
πετά σπίθες μες στη μέρα.

Απέξω αγναντεύουμε την ησυχία της ζωής μας
που από κοντά είναι θόρυβος και αστεία.

Με τα πανέρια μας γεμάτα
σηκωνόμαστε για αλλού από το τραπέζι.

Περίμενες, άραγε,
να είναι αισθητικά αντικείμενα οι ηλιακοί;

Τους δόθηκε η ευκαιρία,
μια εξ αποστάσεως στο φως ανασυγκρότηση.

*Από τη συλλογή “Εκρήγνυμαι”, Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 2024.