Czesław Miłosz, Έσχατα ποιήματα – μτφρ. Πάβεου Κρούπκα, Γιώργος Πετρόπουλος, Εκδόσεις Momentum 2013

esxata_poiimata

Με αφορμή της ανακήρυξης από τις Πολωνικές Αρχές του έτους 2011 ως «Έτος Μίγουος», οι εκδόσεις Momentum παρουσιάζουν τα Έσχατα ποιήματα του Czesław Miłosz σε μια δίγλωσση έκδοση, η οποία περιλαμβάνει ποιήματα του νομπελίστα Πολωνού ποιητή μεταφρασμένα για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα απευθείας από την πολωνική.

Με χαρακτήρα τόσο κοινωνικού προβληματισμού, όσο και βαθιάς πνευματικής αναζήτησης, η συλλογή αυτή αποτελείται από ποιήματα που γράφτηκαν από τον Miłosz τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του, στα οποία συμπυκνώνεται το σύνολο της αξίας του έργου του. Οι ρεαλιστικές αναφορές, ο αυτοσαρκασμός, οι μυθικές περιγραφές, γεμίζουν τους στίχους αυτών των ποιημάτων, ενώ δεν απουσιάζει ένα υποβόσκον αφοριστικό κλίμα απέναντι σε παρελθόντα μα και σύγχρονα χρόνια.

Στις πέντε ενότητες των Εσχάτων ποιημάτων του, ο Miłosz παρουσιάζεται στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό βαθιά θρησκευόμενος, στοχαστικός, με στίχους που περιπλανώνται ανάμεσα σε αμφιβολία και πίστη, σε φυσικό και αστικό περιβάλλον, σε νεότητα και γήρας, σε σιωπή και διαμαρτυρία.

Σε αυτήν την εξαιρετικά αντιπροσωπευτική ποιητική συλλογή του Czesław Miłosz, αναμνήσεις από την Πολωνία του εικοστού αιώνα μετατρέπονται αργά σε μορφές παραμυθιών, πάντοτε μέσω σκέψεων που αφορούν στο μυστήριο και με επικλήσεις σε ανώτερες δυνάμεις προς υπεράσπιση του Ανθρώπου.

Μαρία Κατσοπούλου

*Από το Βακχικόν http://vakxikon.gr

Τραγούδια ιθαγενών της Αυστραλίας

1.
Μ’ αναποδογυρίζει, με χτυπάει,
άγρια φυσάει ο άνεμος πάνω στην πλατιά θάλασσα,
Χτυπάει άγρια, βαράει άγρια, χτυπάει,
με τινάζει πάνω, με χτυπάει.

2.
Κωπηλατούμε, ακούμε ένα θόρυβο,
ένα ψάρι πήδησε στην επιφάνεια του νερού,
ένα γατόψαρο! Ένα πριονόψαρο! Για μας πηδάει
αυτό το ψάρι!
Ένα πετούμενο ψάρι, κάνει θόρυβο καθώς πηδάει,
πιτσιλίζοντας το νερό…
ένα γατόψαρο δίπλα μας, γιατί ακουει τον ήχο
του κανό μας, του κανό Ντζάνγκγκαβουλ.
Ψάρι που πηδάει! Πριονόψαρο που πιτσιλίζει
Το νερό με θόρυβο.

23.
Βλέπουν το νερό να παφλάζει, να βρυχιέται,
καθώς τινάζονται οι σταγονες…
Βρυχιέται καθώς σπρώχνει τη λάσπη,
κυλώντας δυνατά…
Πηγαδιστό,φουσκαλιάζει και παφλάζει
ανάμεσα στις άγριες μπανανιές…

41.
Κρέμεται η μακριά γιρλάντα από το φρύδι
των νιόπαντρων Τζαμί και Τζαλάν,
στόλισμα μαλλιών, στόλισμα αυτιών του νέου,
μια μυρωδιά, ένας άνεμος, ένας κυκλώνας μπροστά,
νέε, μάσα ελαφρά, παρθένα, μάσα καλά…
Ο ήλιος ανατέλλει στο δρόμο του,
η θύελλα φέρνει σύννεφα
και το νεφέλιο κοκκινίζει.
Ζώνη μαργαριταριών και σάρπα στο στήθος,
στις παρθένες αρέσουν οι νέοι πάρα πολύ,
ένας σπάγκος ενώνει τα χέρια τους,
ξύλο στη μύτη του νέου,
οι νιόπαντροι υποκλίνονται.
καλός είναι ο καταρράχτης
ο πάταγος του ποταμιού Ρεκάμ
πέφτει κάτω, βαθιά κάτω.
Γέροι και νέοι νιόπαντροι τρέχουν.

55.
Η νύχτα ζυγώνει, ανγκιγιγιάνγκου,
απλώνεται παντού, ανγκιγιγιάνγκου.
Μας σβήνει καθώς έρχεται, ανγκιγιγιάνγκου,
μας σκεπάζει σαν κουβέρτα, ανγκιγιγιάνγκου,
Το Ανγιόνγκβα νυχτώνεται πέρα.

*Η Ημέρα της Αυστραλίας (Australia Day) γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 26 Γενάρη, σε όλη την Αυστραλία, με διάφορες και πολυποίκιλες εκδηλώσεις. Είναι η μέρα που το 1788 αποβιβάστηκε στον κόλπο Botany, στο σημερινό Σίδνεϊ, η πρώτη ναυτική αποστολή των Άγγλων με κατάδικους και εκστρατευτικό στρατιωτικό σώμα. Οι ιθαγενείς όμως θεωρούν τη μέρα αυτή ως απαρχή της καταστροφής του πολιτισμού τους και της γενοκτονίας σε βάρος τους και τη “γιορτάζουν” σε όλη την Αυστραλία με διαδηλώσεις και ανάλογες εκδηλώσεις. Για να “τιμήσω” με τη σειρά μου τη μέρα αυτή, παρουσιάζω εδώ ελάχιστα αποσπάσματα ιθαγενικής ποίησης της Αυστραλίας, από το βιβλίο “Αυστραλέζικα Τραγούδια” στη σειρά “Τα κείμενα των λαών”, σε διεύθυνση, μετάφραση και επιμέλεια Σωκράτη Σκαρτσή, από τις εκδόσεις Καστανιώτη, 1989.

1398330693509.jpg-620x349

ΤΕΦΛόΝ – Ποιητικό σκεύος και όχι μόνο Τεύχος 12 Χειμώνας–Άνοιξη 2015

12teflonCOVER

Το δωδέκατο τεύχος-σκεύος κυκλοφορεί!

Γίνε συνδρομητής/τρια στο Τεφλόν και σώσε την ψυχή σου!

Διάβασε εδώ

ΘέΜΑΤΑ Barbara Köhler: Κανενός γυναίκα Μέσω της αποδόμησης του κυρίαρχου λόγου, η Ανατολικογερμανίδα ποιήτρια επιχειρεί εδώ και τρεις δεκαετίες να αναδείξει τις γυναίκες ως ιστορικά υποκείμενα και να διερευνήσει τη γυναικεία ταυτότητα, εμπειρία και δράση εντός και ενάντια στις πατριαρχικές δομές λόγου και εξουσίας. Οι ηρωίδες της Κέλερ υφαίνουν και ξηλώνουν τον ιστορικό χρόνο, δεν αρκούνται στον ρόλο της άφωνης κομπάρσας όπως επιτάσσουν οι (πατριαρχικοί) μύθοι. Κείμενο: Jazra Khaleed, Μετάφραση: Nadja, Jazra Khaleed

Athena Farrokhzad: Μαύρο γάλα του βορρά Γεννημένη στην Τεχεράνη από Ιρανούς γονείς και μεγαλωμένη στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας, η Φαροκζάντ σκαρώνει ποιητικούς διαλόγους μεταξύ των μελών της οικογένειάς της, τα οποία συνδέουν εμπειρίες μετανάστευσης και επανάστασης. Με ταξική συνείδηση, καταγράφει την πολυσημία και αντιφατικότητα των μεταναστευτικών βιωμάτων υπονομεύοντας τα δυτικά στερεότυπα και αναδεικνύοντας τους αγώνες της πολυεθνικής εργατικής τάξης. Κείμενο: Τάσος Μόρφης, Jazra Khaleed, Μετάφραση: Karna-Irini Mårtensson, Kyoko Kishida

Sara Ventroni: Ποιήματα από δεύτερο χέρι Η εμμονή της Ιταλίδας ποιήτριας με την ύλη, ένας αφοριστικός μηδενισμός καθώς και η εγγενής με τον μοντερνισμό ταύτιση σώματος και μηχανής διαποτίζουν το έργο της. Στα γυμνά ποιητικά της τοπία η μηχανή δένεται με την ιστορία και τον πόλεμο και οι λέξεις ξεπροβάλλουν ως συλλογική κληρονομιά της εργατικής τάξης ενάντια στη μεταμοντέρνα λήθη. Κείμενο-Μετάφραση: Αλκιβιάδης Ζαλαβράς

Max Ritvo: Η Αυτού Μεγαλειότης, το Μωρό Ο εικοσιπεντάχρονος Αμερικανός ποιητής μάς μεταφέρει σε ένα φλεγόμενο σύμπαν με πυρήνα τον ενσυνείδητο εαυτό (του). Με γλώσσα άλλοτε ωμή άλλοτε λυρική, ο Ρίτβο μεταπλάθει μύθους, ανακατεύει χρονικές διαστάσεις, μεταμφιέζει ασθενείς φύσεις και διηγείται ιστορίες ευρέος φάσματος. Κείμενο: Shon Arieh-Lerer, Μετάφραση: Ράνια Καραχάλιου, Kyoko Kishida

Audre Lorde: Μυθοποιήτρια σε θέση μάχης Μια από τις πλέον αναγνωρισμένες συγγραφείς μεταξύ αυτών που αναδύθηκαν από το δεύτερο κύμα του γυναικείου κινήματος, η Όντρι Λορντ αποτυπώνει με φωνή άλλοτε μαινόμενη, άλλοτε θρηνητική, πικρή ή αισθησιακή, την εμπειρία της ως μαύρη, λεσβία, μητέρα, μαχήτρια και επιχειρεί να ενδυναμώσει τις περιθωριοποιημένες αδελφές της οραματιζόμενη μια κοινότητα όπου κατοικεί η αρχέγονη Μαύρη μητέρα των συναισθημάτων, των ονείρων και της δημιουργίας. Κείμενο: Kyoko Kishida, Μετάφραση: Kyoko Kishida, Jazra Khaleed

Δοκίμια:
– Tim Kreiner & Jasper Bernes: «Θέσεις για την ποίηση ή/και την επανάσταση» Μετάφραση: Μαριάνα Μπίτσιου
– Audre Lorde: «Η ποίηση δεν είναι πολυτέλεια» Μετάφραση: Ράνια Καραχάλιου, Kyoko Kishida

Ποιήματα & διηγήματα: Π.Ε. Δημητριάδης, Γεωργία Διάκου, Γιώργος Δομιανός, Γεώργιος Κάργας, Γιάννης Καρπούζης, Jazra Khaleed, Μέι Αόρα, Τζουζέπε Μποντζόρνο, Παναγιώτης Νικολαΐδης, Θοδωρής Νταλούσης, Δήμητρα Πέπυγκα, Τάσος [ΜήνυμαL] Σταυρουλάκης, Βασίλης Τσαρνάς, Στράτος Φυντανίδης, Ωμέγα.

Εξώφυλλο & εικονογραφήσεις: Reach People

Κοπιάστε στα: Αρχείο 71, Καλλιδρομίου & Ζωσιμαδών Vinyl Microstore, Διδότου 34 Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος, Χαριλάου Τρικούπη 28 Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο, Θεμιστοκλέους 37 Φαρφουλάς, Μαυρομιχάλη 18 Βιβλιοπωλείο Λεμόνι, Ηρακλειδών 22 Βιβλιοπωλείο Πλειάδες, Σπύρου Μερκούρη 62 Βιβλιοπωλείο Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3 & Ακαδημίας Βιβλιοπωλείο Μωβ Σκίουρος, Πλατεία Καρύτση 3 Αυτόνομο Στέκι, Ζωοδόχου Πηγής 95-97 Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, Καλλιδρομίου 30 Μπερντές, Aράδου 55 Διανέμεται δωρεάν

Τα σημεία διανομής εκτός Αθηνών θα ανακοινωθούν σύντομα στο http://teflon.wordpress.com

Έρμα Βασιλείου, Στον κάμπο της θάλασσας

IMG_2315

έχουμε από καιρό στεριώσει
σε αγέλες, κοπάδια κύματα
νερό να δώσουμε να πιουν
από το στέρνο μας
σφίξαν μέχρι τον πάτο
την ελευθερία του πέλαγου
φύκια, ταινίες μαύρες
σ’ ένα θλιβερό στακάτο
αναγραμματισμένοι τίτλοι διαφημίσεων,
πλέουν στα κύματα
πράγματα και θάματα
που δεν προφταίνουμε
η σημασία υπάρχει μα κρύβεται
επειδή έτσι το θέλαμε
το κρυφτό παιχνίδι
των κωδίκων

*Από τη συλλογή “Κρυπτογραφίες”, από την ειδική σειρά βιβλίων “Άμισθα Χρόνια”.

Duncan Hose Reviews Best Australian Poems 2014

bap2014

Best Australian Poems 2014

Geoff Page, ed.
Black Inc, 2014

Being in and of one’s time (in favour of it, in fact) means producing work that is sensitive to the discursive furies of the day – the atmosphere of mutating code that the poet must stick to poems in new and strange forms. All else is nostalgia and denial. No-one knows what it means that Australia’s imperial republic, whose god has finally been revealed as cosmopolitan capitalism, is, in the history of colonies, still in its infancy yet so impressively seems to be approaching an end of days. If you’ve got burnt chaps and a warm six-shooter (cowgirl), these are exciting times.

Being a pundit of poetry in my locale I have read and heard many poems this year, both incendiary and flatulent; of all that I thought were great, few (fewer) have made it into this book. The Best Australian Poems is a curatorial exercise, and in this era of the professionalisation of poetry and the gorgeous megalomania which attends it, inclusion in this annual anthology has become for practicing poets a career necessity, and for the retiring a source of kicks from appearing in what is looking each year more and more like an annual Christmas newsletter of Australian poetry. This one reads like an Almanac of Australian Family Poetry Written This Year and Liked (and perhaps slightly corrected) by Geoff Page.
Continue reading →

Elisabeth Hames-Brooks, Odysseus’s Wanderings

the_wandering_of_odysseus

voyage
of dangers
and hardship,
ten years of storm
and tempestuous sea
for Odysseus of Ithaca,
commander of the ship fleet
traveling homeward from Troy.
α ω drunkenness by the shore’s edge at Ciconian Ismarus in the flush of victory’s shout, scattered in surprise,
Libyan promontory’s ‘forgetfulness’ lotus fruit dashes the fresh water mission of patrol party of three,
barbarous giant shepherd of Cyclopes with eye in forehead devours the carcasses of six sailors raw
and Odysseus’s boast that it was he who blinded him led to god Poseidon’s vengeance pledge,
isle of Areolas gracious gift of bag of Winds prematurely opened and their goodwill spent,
in King Lamus’s cannibal land into the pot crews thrown, and the fleet one vessel left,
at Aeaea goddess Circe’s loveless enchantment of food drugged and mischief plots,
god Hermes’s gift moly, a white flower protection, and she bears him three sons,
survival journey to the ghosts of Hades for Teiresias’s prophesy of troubles,
forewarning of the Sirens’ enchantment songs, their bird feet and feathers
sitting in a meadow among the heaped bones of sailors drawn to death,
six sailors snatched to rock by dog-like six-headed Scylla’s whimper,
starving crew steal Sicilian cows and they roast beef for six days
and Zeus’s retribution thunderbolts in sudden westerly storm,
the only survivor of shipwreck, Odysseus drifts to Ogygia,
Calypso’s immortality and youth for five or seven year,
on Zeus’s orders a raft built supplied with victuals,
overboard, then lashed to floating mast and keel,
a disguised goddess seamew beak brings veil,
a protection from the fearsome huge wave,
at Drepane Phaeacian King’s hospitality
and his generosity provides fine ship
incurring Poseidon’s punishment,
arrival at home to discover one
hundred and twelve suitors
courting wife Penelope
thinking him sea lost,
sword battles won,
yet she had not
forgotten her
Odysseus.

LHB

*Homer’s epic poem Odyssey dealt with the story of Odysseus, king of Ithaca. His wife, Penelope, herself had survived the sea with the aid of a flock of purple-striped ducks who buoyed, fed and towed her to shore; impressed, her parents changed her name from Arnaea or Arnacia to Penelope meaning ‘duck’. When she was first asked to decide between her 112 suitors, she referred to a prophesy that Odysseus would return. Penelope outlived Odysseus and subsequently married Telegonus, Odysseus’s son by Circe, thus connecting the two branches of family.
(Information from Robert Graves The Greek Myths Book II The Folio Society 1996, first published 1955 by Penguin, reprinted with amendments 1957, London, pp.646-666).

Νίκος Α. Νομικός, Επί της ροής και της ανόδου

nomicospaint2

Είναι κάτι ώρες αλλόκοτες από τις άλλες
που σε προχωρούν στο εσωτερικό
ενός κόσμου ολόμακρου.
Είναι αυτές οι ώρες, που λιώνουν τα χιόνια
της μοναξιάς, κι απομακρύνονται οι σκληρές
αποστάσεις του χρόνου.
Είναι αυτές οι αμέτρητες ώρες που ψάχνεις
να βρεις, τα χρώματα του ηλιοτροπίου
για να δεις, σε ποιο απ’ αυτά συμπίπτουν
οι μελανιές στο αίμα σου.
Καλείς σε βοήθεια, και σου λέγει ο ιππότης
(de la vie spirituel) της πνευματικής ζωής
ευλογημένη φωταψία ν’ αγγαλιάζεις
που σβήνει αλλότρια τοπία σκοτεινά
κι ανάγλυφες εικόνες πατρικές, σου παρουσιάζει
στην οσία πέτρα του Ομήρου, της Χιώτισσάς μου
μάνας την αγάπη, στα μυρωμένα άνθια
της μαστίχας, με ανατολή στου ήλιου σου την πλώρη.

*Από τη συλλογή “Πορεία της βαθιάς πηγής”, 2010. Ο Νίκος Α. Νομικός είναι από τους πλέον εμβληματικούς ποιητές της ελληνικής παροικίας της Μελβούρνης. Όντας και ζωγράφος, το σχέδιο της ανάρτησης είναι σύνθεσή του.

Γιώργος Β. Μακρής, Εραστές

1555381_10203829234840310_9028751160595011602_n

Περάσανε οι ώρες τους γοργά
και φύγαν οι εραστές θλιμμένοι
με βήματα επίσημα κι αργά
και καμπαρτίνα κουμπωμένη.

Και λυπηθήκαμε τους εραστές
με το μικρό στον τόπο πήγαιν’ έλα τους
να νείρονται αγκαλιές ζεστές
σκαλίζοντας τη γη με την ομπρέλα τους.        

Φλεβάρης 1940

*Από το βιβλίο «Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1986, σελ. 28.

Άμαρτζιτ Τσάνταν, Η σκόνη απ’ την κίνηση του δρόμου

Khoj GaRh, Qasoor 2007. Photo by Akram Varraich

Khoj GaRh, Qasoor 2007. Photo by Akram Varraich

Η σκόνη απ’ την κίνηση του δρόμου
σύντομα θα κατακαθίσει
πάνω σ’ αυτή την κρύα λευκή πέτρα
μετά ο άνεμος θα παρασύρει
τα ξερά και μαραμένα φύλλα.
Ίσως ένα φύλλο βραδυπορήσει
σ’ αυτή την κρύα λευκή πέτρα
και αρχίσει να χάνεται καθώς περιμένει ατέρμονα,
ξεθωριασμένο –
τι χρώμα έχει ο Θάνατος;

Οι πέτρες ζουν περισσότερο απ’ τα δέντρα.
Ο ευκάλυπτος στέκεται περήφανα κοιτάζοντας την πέτρα.
Τα παιδιά παίζουν στο γρασίδι.
Είναι ευτυχισμένα
όπως είναι και τα άνθη της ακακίας.
Τα παιδιά δεν ξέρουν τη γλώσσα των χρωμάτων.
Πώς θα μπορούσαν να ξέρουν
ο Θάνατος τι χρώμα έχει;

Στον ουρανό
δεν υπάρχουν σύννεφα, ούτε πουλιά.
Σύντομα ο χλομός ήλιος, όπως μια στρουθοκάμηλος που κρύβει το κεφάλι της
θα βυθιστεί κάτω απ’ τη γη
σκορπώντας μαύρο γύρω.
Αυτό το μαύρο βρίσκεται μέσα μου.
Τι χρώμα έχει ο Θάνατος;

*Από την ανθολογία ποιημάτων του Άμαρτζιτ Τσάνταν «Φόρεσέ με». Εισαγωγή: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. Επιλογή-Μετάφραση: Χριστίνα Λιναρδάκη και Ανδρέας Πιτσιλλίδης. Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2014 (σελ. 41). Ο αγγλικός τίτλος του παρόντος ποιήματος είναι «The dust of the flowing road» και περιλαμβάνεται στη συλλογή «Being Here».

**Ο Άμαρτζιτ Τσάνταν (γεν.1946) κατάγεται από την Ινδία και ζει στο Λονδίνο από το 1980. ‘Εχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές και τρία βιβλία με δοκίμια στα παντζάμπι και δύο ποιητικές συλλογές στα αγγλικά. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και ανθολογίες σε Αγγλία, Τουρκία, Ελλάδα, Ρουμανία και Βραζιλία. Έχει λάβει αρκετές διακρίσεις.

Τάσος Πορφύρης, Χαμοκέρασα

32654841

Ορισμένοι άπό τούς θεατές ψάχνουν γιά άδειες θέσεις
Κι άλλοι ανέμελοι κατεβαίνουν ζευγάρια στό διάδρομο
Συζητώντας περί ανέμων καί ύδάτων σταματώντας
Γιά λίγο κοιτάζοντας ένα γύρω επιτέλους κυριαρχώντας
Στό χρόνο τους ή έναρξη προβολής θ’ αργήσει μόλις
Πού σκορπίστηκαν στήν αίθουσα οί μικροπωλητές
Μέ τίς σοκολάτες τούς ξηρούς καρπούς τά αναψυκτικά
Κι έκείνος μόλις μπαίνει ψάχνει έναγώνια γιά την
Έξοδο κινδύνου καί γιά μιά θέση κοντά της κάθεται
Τακτοποιώντας την καπαρντίνα στά γόνατά του ήσυχος
Γιατί άν συμβεΐ κάτι π.χ. άν πάρει φωτιά ή αίθουσα
“Η κάποιος αποφασίσει νά μαχαιρώσει κάποιον έτσι
“Οπως βρίσκεται κοντά της ή μάζα των θεατών θά τόν
Παρασύρει πρός την έξοδο γιατί αυτός είναι άνίκανος
Νά βρει τό δρόμο άπορροφημένος άπό την ύπόθεση
Του έργου καί τό τοπίο κυρίως αύτό όταν υπάρχουν
Ποτάμια μέ καθαρά νερά δάση άπό βελανιδιές
Μέ σκίουρους καί πουλιά κι ανάμεσα στίς φτέρες
’Αγριοφράουλες αύτές πού πιάναμε απαλά μέ τά δάχτυλα
Νά μην μας λιώσουν —θυμάσαι;— καί τίς λέγαμε
Χαμοκέρασα.

*Από τη συλλογή “Τα λαβωμένα”, Εκδόσεις Έρασμος, Απρίλιος 1996, σελ. 33.