να προσέχεις με τις λέξεις
(είπε)
έχουν λεπίδες
θα σου κόψουν τη γλώσσα
να προσέχεις
θα σε βυθίσουν στην αιχμαλωσία
να προσέχεις
μην ξυπνήσεις τις λέξεις
ξάπλωσες σε μαύρες αμμουδιές
και η θάλασσα ας σε καταπιεί
και τα κοράκια ας βάλουνε τέλος στη ζωή τους
μέσα στα κλειστά σου μάτια
να προσέχεις
μην κολάσεις τους αγγέλους της φωνής σου
μην προσελκύσεις φράσεις
ποιήματα
στίχους
δεν έχεις τίποτα να πεις
τίποτα να υπερασπιστείς
ονειρέψου ονειρέψου ότι δεν βρίσκεσαι εδώ
ότι έχεις ήδη φύγει
ότι όλα έχουν τελειώσει
Καπνίζουν κ’ οι άγγελοι, είπε.
Άμα σηκώσετε τη νύχτα
το κεφάλι σας θα τις ιδείτε
τις κάφτρες των τσιγάρων τους.
Τι καφενείο τι ουρανός
ντουμάνι και φτυσιές
κι αέρας σάπιος
(κι ο κάτω κόσμος
στάχτες κι αποτσίγαρα).
*Από τη συλλογή “Ορεινό καταφύγιο”, εκδ. Τυπογραφείο “Κείμενα” (1983).
Μετρώ στα δάχτυλα των κομμένων χεριών μου
τις ώρες που πλανιέμαι στα δώματα αυτά τ’ ανέμου
δεν έχω άλλα χέρια αγάπη μου κι οι πόρτες
δε θέλουνε να κλείσουν κι οι σκύλοι είναι ανένδοτοι
Με τα γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στα βρώμια αυτά νερά
με τη γυμνή καρδιά μου αναζητώ (όχι για μένα)
ένα γαλανό παράθυρο
πώς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικά
δίχως μιά χαραμάδα φως
δίχως μιά αναπνοή οξυγόνου
για τον άρρωστο αναγνώστη
Αφού κάθε δωμάτιο είναι και μιά ανοιχτή πληγή
πώς να κατέβω πάλι σκάλες που θρυμματίζονται
ανάμεσα απ’ το βούρκο πάλι και τ’ άγρια σκυλιά
να φέρω φάρμακα και ρόδινες γάζες
κι αν βρω πεθαμένο το φαρμακοποιό
κι αν βρω τη γυμνή καρδιά μου στη βιτρίνα του φαρμακείου
Όχι όχι τέλειωσε δεν υπάρχει σωτηρία
Θα μείνουν τα δωμάτια όπως είναι
με τον άνεμο και τα καλάμια του
με τα συντρίμια των γυάλινων προσώπων που βογγάνε
με την άχρωμη αιμορραγία τους
με χέρια πορσελάνης που απλώνονται σε μένα
με την ασυχώρετη λησμονιά
Ξέχασαν τα δικά μου σάρκινα χέρια που κόπηκαν
την ώρα που μετρούσα την αγωνία τους
—
Σούρουπο ψυχρό
συναντά τη μοναξιά
κι έρχονται μαζί.
—
Θα βγω σε λίγο.
Πρέπει να βγω σε λίγο.
Γιατί να πρέπει;
—
Βροντά την πόρτα,
φεύγοντας θυμωμένη. ΄
Ηχος πιστολιάς.
—
Σ΄αρέσουν μου ΄πες.
Δε μπορείς ή δε θέλεις
τη Μούσα να βρεις;
—
Παντζούρια κλειστά.
Σκοτεινό παράθυρο.
Νυχτώνει νωρίς.
Βλέποντας τον κόσμο σαν θεατρική παράσταση η Ιφιγένεια στην Αυλίδα είναι για την ανθρωπολογία ό,τι ο βασιλιάς Οιδίποδας για την ψυχολογία: δραματική παρουσίαση μιας βασικής διαμάχης. Ενώ, όμως, στον βασιλιά Οιδίποδα είμαστε αντιμέτωποι με μια συγκινησιακή κρίση που ο Freud ανακάλυψε ότι είναι τυπική γιατί στέκεται απογυμνωμένη από τους περίπλοκους μηχανισμούς των πιο κρυφών συναισθημάτων μας, στο Ιφιγένεια στην Αυλίδα είμαστε αντιμέτωποι με μια οριακή κατάσταση, όπως ήταν, μεταξύ του κόσμου της ιεροτελεστίας και του κόσμου της τραγωδίας.
Από την άποψη των ωφελιμιστών οικονομολόγων ο Vilfredo Pareto είχε αναμφίβολα δίκιο να επιλέξει αυτό το επεισόδιο της θυσίας της Ιφιγένειας σαν ένα παράδειγμα τρελής συμπεριφοράς, αφού η αναχώρηση του ελληνικού στόλου για την Τροία ήταν εξαρτημένη από τις καιρικές συνθήκες και όχι από τη θυσία μιας αθώας παρθένου. Παρόμοια ο Δανός μυστικιστής Keirkegaard είχε δίκιο να καταδικάσει την θυσία της κόρης του Αγαμέμνονα από τον φόβο ότι δεν μπορούσε να υπερνικήσει τη σκέψη ότι συντελείται ένα ιερό μυστήριο, σε αντίθεση με τον Αβραάμ, ο Αγαμέμνονας στερείται πίστης στο θεό που του έδωσε το δυσάρεστο μήνυμα να θυσιάσει το παιδί του.
Ευτυχώς που οι επικρίσεις των οικονομολόγων και των ηθικολόγων δεν έχουν εμποδίσει αυτούς που αγαπούν το θέατρο να θαυμάζουν την Ιφιγένεια στην Αυλίδα του Ευριπίδη. Παρόμοια ο τρόμος και η αποστροφή που οι ντόπιοι ενέπνεαν στους πρώιμους ιεραπόστολους και στους έμπορους δεν εμπόδισε τους ανθρωπολόγους να ανακαλύψουν ότι οι θυσιαστήριες τελετές και οι τελετές μύησης δεν ήταν απλά εκφράσεις σαδιστικής πίεσης ή εκδηλώσεις παράλογης νοοτροπίας.
Μόνο αν αποφύγουμε να κρίνουμε άγνωστους λαούς με τις δικές μας αξίες μπορούμε να ελπίζουμε ότι κάποτε θα τους κατανοήσουμε. Ο Rousseau που στην περίφημη κατηγορία ενάντια στην πρόοδο (γραμμένη το 1749) θεωρεί την πρόοδο υπεύθυνη για όλα τα ελαττώματά μας, ψεύδεται γιατί καταφέρνει να παρουσιάσει αδύνατο για το καλό των ανθρώπων να απορρίψουν τη βαρβαρότητα μόνο και μόνο επειδή δεν είναι ικανοί να απολαύσουν τα πλεονεκτήματα της προόδου μας. Continue reading →
Ι
Έσφιξα τα χέρια των συγχωριανών μου
–τη μοίρα οργωμένη από τʼ αλέτρι
τον ήλιο και τʼ αγκάθια από τα χερσοχώραφα
και την οργή τους.
II
Ο ουρανός θρυμματισμένος όνειρα
κάπα στην αγρύπνια του βοσκού κι αμίλητη φλογέρα.
Τη νύχτα αυτή όσα τα μάτια τʼ ουρανού
τόσα τα πρόβατα στη γη.
ΙΙΙ
Ζέψαν τα βόδια από τίς τέσσερεις χαράματα
αφού τον αδερφό του ήλιο με την πλούσια κόμη
ξαπλώσανε στον κύκλο του αλωνιού
σπυρί σπυρί κουρσεύοντας το στάρι.
IV
Βάλτους δεν έχουμε δω να κρώζουνε τα νεροπούλια
τα καλοκαίρια δω άνεμος δε βογγάει, τʼ αρνιά
σκαρίζουνε, τα καριοφύλια κοιμούνται.
Πούθε έρχεται κάθε μεσάνυχτα η παιδική φωνή
τρέλα γεμάτη καί παράπονο;
*Από τη συλλογή “Πριν από τον Θάνατο”, 1958.
ας μιλήσει κάποιος γιατί δεν μιλάς
διστάζει να της μιλήσει τώρα μπο-
ρείτε να μιλήσετε αποφεύγει να του
μιλήσει προτιμώ να μιλήσω αργότε-
ρα συνέχιζε να μη μιλά έχουμε καιρό
να μιλήσουμε είπε αν του είχε μιλήσει
έγκαιρα θα πούμε πολλά όταν συνα-
ντηθούμε δεν καταλαβαίνω τι μου λες
μιλούσε χωρίς ν’ ακούγεται να μου το
πεις ξανά ο θόρυβος σκέπαζε τις ομι-
λίες ποιος το είπε αυτό μίλησε μου