Λευκή ισοπαλία

porfuris

ΤΟΥ ΘΩΜΑ ΙΩΑΝΝΟΥ

Στο ποδόσφαιρο ο όρος «λευκή ισοπαλία» χρησιμοποιείται για αγώνες που λήγουν ισόπαλοι και δίχως τέρματα. Αυτό το μηδέν – μηδέν συνήθως αποτελεί προϊόν ενός βαρετού και φαινομενικά ατελέσφορου για τα συλλογικά ήθη και έθιμα αγώνα, καθώς η απουσία γκολ στερεί από το κοινό ένα αποτέλεσμα αριθμητικά μετρήσιμο και προσδιοριζόμενο -αναλόγως την πλευρά με την οποία έκαστος έχει ταχθεί- με θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Υπακούοντας ανάλογα και η ελληνική ποίηση σε μια «ποδοσφαιρική» λογική, μοιάζει να επιζητά, σύμφωνα με τις κάθε φορά επίκαιρες συνθήκες μια περήφανη νίκη ή μια καθολική ήττα, ώστε φορτίζοντας υπέρ του ενός ή του άλλου πόλου, να παράγεται πεδίο ικανό να ηλεκτριστεί ο έντεχνος λόγος. Αναμφίβολα, η διαχείριση ενός υλικού «επιδερμικά» ουδέτερου, όπως ενός ισόπαλου αποτελέσματος, προκαλεί σαφώς αμηχανία, ιδίως στους εθισμένους στην ευκολία της θεωρίας των άκρων. Μα πέρα από το προαιώνιο δίπολο νίκη-ήττα, υπάρχει και ο ισημερινός της ύπαρξης, όπου φως και σκοτάδι μοιράζονται το κράτος και την εξουσία της ζήσης.

Μπορούμε να θεωρήσουμε από τη μία το λευκό χαρτί ως μηδέν και από την άλλη τον βίο του ποιητή-ανθρώπου ως άλλο μηδέν. Κάθε μηδέν προκύπτει από αλλεπάλληλες προσθαφαιρέσεις και μοιάζει να φέρει μια ολόκληρη ιστορία που κρύβεται πίσω από ένα συμβολικό κενό. Κανένας άλλος αριθμός εξάλλου, δε συμπυκνώνει με τόση νοηματική πυκνότητα την ανθρώπινη περιπέτεια. Υπό το πρίσμα αυτό , η πάλη του δημιουργού με τον σκληρό καθρέφτη του λευκού χαρτιού δεν καταλήγει οριστικά, παρατείνοντας μια κατάσταση εκκρεμότητας και επισφαλούς ισορροπίας . Στην περίπτωση του Τάσου Πορφύρη, η παράταση της αγωνίας του παιχνιδιού, συνεπικουρείται από μια «ερασιτεχνική» αντίληψη του, μακριά από νοσηρούς επαγγελματισμούς που μπορούν να το εκτρέπουν προς έναν άνευ όρων πόλεμο. Εδώ έχουμε να κάνουμε με τη συνεχή παράβαση των δοσμένων κανόνων και τη σπατάλη των αποκαλούμενων «χρυσών ευκαιριών». Γι’ αυτό και η γραφή του στο τέλος μοιάζει να αφήνει το χαρτί λευκό με μια αθωότητα σχεδόν παιδική που τροφοδοτεί έναν ανυποχώρητο ουμανισμό καθώς ομολογεί την ενοχή του «Γιατί ήμουν ένας άσπρος τοίχος/και δέχτηκα όλα τα συνθήματα/και στον ιστό μου κυμάτισαν όλες οι παντιέρες»1
Continue reading →

Γιάννης Γκολφινόπουλος, Ανεπαρκείς χαρτογραφήσεις

utopia1-scaled10001-300x261

Η θερμάστρα που κρατώ σφιχτά στην αγκαλιά μου δεν έχει μέλλον
και το παρελθόν της μου προκαλεί ταραχή. Δυσκολεύομαι να αναγνωρίσω
τους τόπους απ’ τους οποίους πέρασα και δεν καταλαβαίνω τι απέγινε
η βασανισμένη ακρογιαλιά που μέχρι πέρυσι ήταν ακόμα εφικτή μπροστά μου,
ακριβώς δίπλα στο λιμάνι, που επενδύθηκε έξυπνα με κόκκινα τούβλα
και συνεχίζει το έργο του ως σφαγείο βοοειδών.
Θα κλαις, δεν μπορείς παρά να κλαις, επαναλαμβάνει η προστακτική φωνή
που ασφαλώς μου ανήκει, ενώ εγώ αναγνώρισα, σε μια συνάντηση
ποιος ξέρει ποιων δυνάμεων που διέσχισαν τον πατραϊκό κόλπο
ηλεκτροδοτώντας ακαριαία το βυθό του, πως αυτό είναι το τέλος του κλάματος,
το ξέφτισμα της θλίψης που γεννιέται μέσα στη θλίψη και απλώνοντας το χέρι
μου δείχνει με συγκατάβαση το album με τις πολύτιμες καρτ-ποστάλ που συνέλεγα καθ’ όλη τη διάρκεια
της «λεγόμενης» ζωής μου άδειο και ωστόσο διάστικτο
από τα ανεπίστρεπτα ίχνη των μικρών πουλιών της Νορμανδίας
που στάθηκαν για λίγο πάνω του πριν φύγουν πάλι

*Δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού “Κλήδονας” (Σεπτέμβρης 2006), της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών.

Ζαχαρίας Στουφής, Τρίπολις

10303469_784255184994112_3722848268101742975_n

Τρέχουν τ’ ανήσυχα μάτια

πυρακτωμένα

πίσω απ’ την καταχανιασμένη

σκιά του ποιητή.

Η πόλη έρημη θλιβή και παγερή

κάποτε αγγίζω τ’ όνειρο

με χέρια τρυπημένα.

*Από τη συλλογή “Ο φόβος, οι ηδονές κι ο πόνος των ανθρώπων”, Ζάκυνθος 1997

Positions Vacant – Rochford Street Review is looking for (unpaid) staff…

safe_image.php

Rochford Street Revew Rochford Street Review is an on-line journal reviewing new Australian and international writing and culture – with an emphasis on poetry, prose/fiction, small press publications, independant visual arts, film and drama/performance.(http://rochfordstreetreview.com/).
Rochford Street Review is looking for help! Actually we are looking for a host of different people to help the Review continue and expand. Up to now Rochford Street Review has basically been a one person show – but it is getting to point now where I have to look at bringing people in the help with the day to day running of the journal or to review it’s future.

I believe the Review has a bright future. In Issue 13 we have introduced the concept of a feature artist with Shelia E Murphy providing both the cover image for the issue along with a series of artwork through out the issue – the final piece will appear later this week. From issue 14 I want to expand this to include an ongoing dialogue with the artist over the three months of each issue. This may take the form of a series of interviews, artists statements and articles, together with a selection of work by the artist. I also want to mirror this with a feature writer who will provide a series of pieces throughout the issue accompanied by a similar level of critical engagement.
Continue reading →

Yves Bonnefoy, Ας συνεχίσει να υπάρχει αυτός ο κόσμος (I), Τα κυρτά σανίδια

Φώτο: Marcel G. Lefrancq

Φώτο: Marcel G. Lefrancq

Ισιώνω ένα κλωνάρι

Που έσπασε. Τα φύλλα

Είναι βαριά από νερό κι από ίσκιο

Καθώς ο ουρανός αυτός, προτού

Να φέξει η μέρα. Ω γη,

Ξεκούρδιστα σημάδια, δρόμοι διάσπαρτοι,

Αλλά ομορφιά, ομορφιά απόλυτη,

Ποταμική ομορφιά,

Ας συνεχίσει να υπάρχει αυτός ο κόσμος,

Παρά τον θάνατο!

Στην αγκαλιά του κλώνου γραπωμένη

Η φαιά ελιά.

*Απόδοση: Thalassa Mystica

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κοντές ανάσες ΙΙ

v1

Oι γονείς δουλειά.
Τ’ αφήνουν μόνο σπίτι.
Μισεί τη δουλειά.

—

Τραγούδι παλιό.
Καινούργια η αγάπη.
Κι όμως ταιριάζουν.

—

Μέρα δεμένος,
μα πετάω με στίχους,
που γράφω νύχτα.

—

Ποια πεζοδρόμια!!!
Τα κλείνουν τροχοφόρα.
Πού νά ‘βρει φτερά;

—

Ταξιδεύοντας
στα λαγούμια της μνήμης
τη βλέπει παντού.

Dan Disney reviews the deciBels Series

decibels

These ten tiny tomes from Vagabond Press each speak (squawk, swoon, glitch, muse, lyricise, confess) of how there is something not ticking precisely inside the reality machine. Or perhaps these books shine light onto how we’ve all gone slightly spectral within our anthropocenic phantasmagorias, lost and unmoored in an experiment that’s become dreadfully strange. Some of these books turn exclusively toward the world, others perhaps come from particular critical engagements; each serves to extend conversation both on what poets do, and what poems are for. Collectively, they map the uncanny infrastructures of all-too-human behaviour and the results are bewilderments, unsettlings, detours and dérives across netherworlds to which most of us haven’t a set of keys. There is enough in this first pack of deciBels to generate joy, dissent, close (or distant) reading and, ultimately, celebration – another step by Vagabond Press into the future (wherever that may be), and led by the fleet-footed Pam Brown.

Thing & Unthing by Angela Gardner

Angela Gardner’s elegiac thing-poems act like ‘breathing the phenomenal / world to shadows, to speckle righted // on the retina’; indeed, these texts are tracking devices monitoring a perhaps delirious odyssey:

the day a broken head, the car a ship of fools

*
In this telling
the sky is weighted
we drive south into ochre and bruise
the hills just an outline fading

These lines – are they end-stopped or enjambed, or both? – jerk us through unstable weirdness, with Gardner modulating precisely. So often, these haunting and defamiliarising noirs trigger an immediate wish to re-read:

It is the end of the road.

Just beyond the hotel
the high tide has been obsessively collecting.

It throws up

a headless seal
plastic bottles
a car tire.

The woman behind the bar says

‘this weather will turn to crap later

We make beer rings on formica
and look out the window

Gardner’s explorations of immanence are startling, revelatory, the poet not so much punctuating as puncturing appearances mistaken as realities. So many of these images have an afterlife, returning semi-coherent and artefactual, resonating long after each page is turned. Yes, this is a book of careful engagements interrogating how ‘ideas start to cluster around objects’: the Queen Anne chairs have ‘firmly muscled legs’ and ‘sun shines closest to childhood, now remembered as longest, warmest’, but Thing & Unthing is also an existential meditation. While early in the book, ‘the body is incoherent’, and the poet showcases just how garbled our intimacies can be, in the final poems Gardner shifts her gaze skyward, apprehending the ‘Pull of air (collective sky)’ as if to scan not only the strangeness of a mundane world, but also beyond.
Continue reading →

Αλέξης Αντωνόπουλος, Πορσελάνη

maskesab

Ο άντρας με την πορσελάνινη μάσκα ζήλευε.
Ζήλευε εκείνους που ντρέπονται για τις μάσκες τους.
Εκείνους που θέτουν ως στόχο να τις σπάσουν,
να θυμηθούν τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους,
να τα παρουσιάσουν, περήφανοι, στον κόσμο.

Εκείνος ήταν περήφανος για τη μάσκα του. Ήξερε.
Είχε δει το πρόσωπο του˙ βέβαια στην αρχή δεν είχε καταλάβει.
Κατάλαβε όμως σαν άκουσε τους λυγμούς.

Εργάστηκε πολύ καιρό για να φτιάξει την καινούργια μάσκα.

Όλοι φοράνε πορσελάνινες μάσκες σ’ αυτό το βασίλειο.
Η πορσελάνη κρύβει τα χείλια˙ τα χαμόγελα, τους μορφασμούς.
Τα μάτια μπορούν να κοιτάνε ελεύθερα μέσα από τις κόγχες.

Σε μια μοναχική του περιπλάνηση στο δάσος,
καιρό αφού το πρόσωπο και οι λυγμοί είχαν ξεχαστεί,
τον είχε βρει ένας άγνωστος. Ο άγνωστος δεν φορούσε μάσκα.
Ο άγνωστος ήταν Άγιος.
Και το πρόσωπο του Αγίου, αν και άσχημο,
ήταν όμορφο. Τι παράξενη λέξη η ομορφιά.

Ο Άγιος τού είχε μιλήσει. Του είχε απαγγείλει
την ποίηση
που θα χρησιμοποιούσε για να τους πείσει
όλους
να σπάσουν τις μάσκες τους.

Ο άντρας με την πορσελάνινη μάσκα
άκουσε την ποίηση και δάκρυσε απ’ την ποίηση και
σταγόνες χτύπησαν ύπουλα την πορσελάνη.

Κανείς άλλος δεν πρέπει να είχε ακούσει τα λόγια του Αγίου.
Κανείς άλλος δεν θα άκουγε τα λόγια του Αγίου.
Εκείνος δεν θα ξεχνούσε ποτέ τα λόγια του Αγίου.
Μα, ευτυχώς, δεν τα είχε ακούσει μέχρι το τέλος.
Ευτυχώς, δεν είχε ακούσει τους τελευταίους στίχους.

Όλοι φοράνε πορσελάνινες μάσκες σ’ αυτό το βασίλειο.
Είναι όμορφη η πορσελάνη.
Είναι όμορφο να την αγγίζεις.
Όλοι φοράνε πορσελάνινες μάσκες σ’ αυτό το βασίλειο.

Το πτώμα του Αγίου σαπίζει στο δάσος.

Αφού τα λόγια του Αγίου είχαν σβήσει
μ’ εκείνα τα ατιμωτικά αποσιωπητικά,
ο εγκέφαλος του Αγίου, καλού-κακού,
πολτοποιήθηκε βιαστικά με μια πέτρα.

*Για περισσότερα ποιήματα και κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπό του στη διεύθυνση http://www.alexantonopoulos.com

Ούγκο Μουχίκα, Ποιήματα, εκδόσεις Θράκα

unnamed

Εισαγωγή: Γιολάντα Ντελγάδο Μπατίστα

Μετάφραση: Στάθης Ιντζές

Η ποίησή του είναι μια σαφής αποκύρυξη του ίδιου του του εαυτού, ώστε να μεταμορφωθεί σε έκφραση της ζωής, δημιουργώντας έναν οικείο και ανεξάντλητο διάλογο με τον κόσμο.

«Μόνο μια φορά πέφτει κάθε βροχή
και όλες οι σταγόνες της είναι
εκείνη η βροχή»

Είναι ακριβώς αυτή η απρόσκλητη προσφορά, αυτή η απογύμνωση, που κάνει τον Ούγκο Μουχίκα έναν ανένταχτο συγγραφέα και μακάρι να είναι έτσι για πάντα.