Παναγιώτης Γαλανόπουλος, Συρμός

«Γιατί, βέβαια, είναι παράξενο η γη πια να μην κατοικείται,
να εγκαταλείπονται συνήθειες που μόλις αποκτήθηκαν,
τα ρόδα και ό,τι άλλο υπόσχεται πολλά να χάνει το νόημα
που του δίνει το μέλλον του ανθρώπου».

[Ρίλκε, «Ελεγείες του Ντουίνο», Ελεγεία Πρώτη].

«Παρακαλούμε όπως μετά τον χαρακτηριστικό ήχο
απομακρυνθείτε από τις θύρες του συρμού
γιατί ο συρμός θα αναχωρήσει αμέσως»
Ναι! ο συρμός θα αναχωρήσει αμέσως
ο συρμός θα αναχωρήσει τώρα
ο συρμός θα αναχωρήσει με φόρα
ο συρμός θα αναχωρήσει σφαίρα
ο ίδιος πάντα συρμός ο ένας και μοναδικός
ο συρμός που πάει κι έρχεται ολοταχώς
ο συρμός που πάει κι έρχεται σαν τρελός
ο συρμός που πάει κι έρχεται σαν δαιμονισμένος
αφηνιασμένος αφιονισμένος αλαφιασμένος
στα βάθη του υπόγειου τούνελ
από τα παράθυρά του εκτοξεύονται ανθρώπινα χέρια
από την οροφή του ανθρώπινα κεφάλια
από τον πάτο του ανθρώπινα πόδια
στις ράγες οι ρόδες του αλέθουν έντερα
σπίθες ρινίσματα ανθρώπινα εντόσθια
όσοι δεν πρόλαβαν και τρέχουν να προλάβουν
χτυπούν στη μούρη του και γίνονται χαλκομανίες
από την ουρά του πετιούνται άλλοι συρμοί
που πάνε και πέφτουνε
στους άλλους συρμούς
και όλοι μαζί γίνονται ένας
ένας συρμός που σφυρίζει
ένας συρμός που γαβγίζει
ένας συρμός που στριγγλίζει
ένας συρμός που τσιρίζει
ένας συρμός που στριφογυρίζει
στα βάθη του υπόγειου τούνελ
ένας συρμός ακραιφνής
ένας συρμός εμβριθής
ένας συρμός απαθής
ένας συρμός εμπαθής
ένας συρμός ποταμός
ένας συρμός αιώνιος
συρμός αιτία κι αποτέλεσμα
συρμός αποτέλεσμα κι αιτία
συρμός του πίσω και του μπρος
συρμός του μπρος και πίσω
συρμός του συρμού
συρμός του εσμού
συρμός του φευγιού
συρμός της άνοιξης
συρμός του καλοκαιριού
συρμός του φθινοπώρου
συρμός του αποχωρισμού
συρμός του χειμώνα
συρμός της αποκοτιάς
συρμός της συμφοράς
συρμός της αποφοράς
συρμός της μπογιάς
της σκουριάς και της σωβρακοφανέλας
ένας συρμός ασύρματος
ένας συρμός ασύστατος
ένας συρμός παρασιτικός
ένας συρμός παραπληγικός
ένας συρμός παραπλανητικός
ένας συρμός αποπλανητικός
ένας συρμός του αέρα
ένας συρμός του πατέρα
ένας συρμός του αέρα πατέρα
ένας συρμός καταχθόνιος
στυγνός σκοτεινός δολοφονικός
σατανικός υποχθόνιος
ένας συρμός εφιάλτης
ένας συρμός ανθρωπόμορφος
ανθρωποκεντρικός ανθρωποφοβικός
απάνθρωπος ανθρωποβόρος
ένας συρμός ακούραστος
ένας συρμός κουραστικός
ένας συρμός σε στυλ «ρόδα είναι και γυρίζει»
ώσπου κάποια στιγμή
στον επόμενο σταθμό
ευτυχώς ή δυστυχώς
και ευτυχώς και δυστυχώς
οι πόρτες δεν λεν να κλείσουν
ο συρμός δεν λέει να ξεκινήσει
τα λεπτά κυλάνε περνάει η ώρα
κι από τα μεγάφωνα αντί ν’ ακουστεί το γνωστό
«Παρακαλούμε μετά τον χαρακτηριστικό ήχο
απομακρυνθείτε από τις θύρες του συρμού
γιατί ο συρμός θα αναχωρήσει αμέσως»
ξαφνικά ακούγεται το άλλο το παράξενο
το αλλόκοτο το σκοτεινό
το ανοίκειο:
«Παρακαλούμε όπως εκκενώσετε το συρμό
ο συρμός αποσύρεται μετά από διαταγή της αστυνομίας».
Αποσύρεται ο συρμός;
Να εκκενώσουμε το συρμό;
Και τι θ’ απογίνουμε τώρα;
Κάποιοι αρχίζουν να τα σπάνε
άλλοι να φωνάζουν άλλοι να βρίζουν
άλλοι προτρέπουν να καταλάβουμε το συρμό
να τον οδηγήσουμε εκεί που θέλουμ’ εμείς
όχι εκεί που μας πάνε (με το πρώτο πληθυντικό
πάντα εννοούν τον εαυτό τους)
άλλοι λιγότερο υποταχτικοί στη μοίρα
ζαλώνονται τις βαλίτσες τους και το κόβουν με τα πόδια
άλλοι αρχίζουν τις βόλτες γύρω από το σταθμό
ακούγοντας μουσικές διαβάζοντας βιβλία (λέμε τώρα)
περιμένοντας την ανακοίνωση
ότι ο συρμός θα ξαναξεκινήσει
γιατί όλοι το ξέρουν ότι ο συρμός θα ξαναξεκινήσει
κανείς όμως δεν ξέρει το πότε
ούτε το πόσοι και ποιοι
θα ’χουν απομείνει τότε
να τρέξουν να σαλτάρουν στο συρμό
να ξαναγίνουνε οι σαλταρισμένοι του
επιβάτες

*Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή «Σχιστή πέτρα γλώσσα».

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

Futura

Στα παραδεδεγμένα ράθυμος.
Αράθυμος στα απροσπέλαστα,
στα ακροκνεφή, στα αλλόκοτα.
Μόνος. Πότε μ’ ορμή αφουγκραζόμενος, πότε με σύνεση.
Αυτάρκης, αφελής και πειραματιζόμενος.
Του λόγου η αμφίσημη αμφιθυμία,
των αφελών παικτών – ιχνηλατών
ονειρική, ματαιόπονη κυβεία.

*

Φυγή ανέτειλε 
(Στιχοποίηση του τραγουδιού “Не плачь” 1991”)
 
Μην κλαις, για όσα θα’ θελες να θες μα δεν τα θες,
για όσα σου ‘μαθαν παιδί και δάκρυσες,
οι αναμνήσεις συμφορές που μάτωσες!
Παιδί παρέμεινες εσύ στο ξέφωτο, στο όνειρο να περπατάς,
στη θάλασσα, στον ουρανό ψηλά κοιτάς.
 
Μην κλαις, αυτογεμής θα προχωράς παντοτινά,
μες την ζωή που θα φωτίζει δυνατά,
κολύμπα, άναψε φωτιά στην αμμουδιά,
η αγάπη έφυγε και πάντα θα ν’ εκεί,
φύγε κι εσύ από εδώ, και μην κοιτάξεις πίσω σου
αγάπα εκεί.
 
Μην κλαις, καμπάνα ήλιου δυνατή σήμανε, βγες!
Ευήθεια – σθένος – αντοχή τα ‘χες και χθες,
ευήθης ερωτεύεσαι, δημιουργείς!
Καμπάνες ήλιου σε καλούν, φύγε, μπορείς!
Αγκάλη, ελπίδα αφελή – ήλιου αέναη ωδή
αγάπα εκεί.
 
Μην κλαις για όσα θα ‘θελες να θες μα δεν τα θες,
αυτογεμής θα προχωράς παντοτινά,
κολύμπα, άναψε φωτιά στην αμμουδιά,
η αγάπη έφυγε και πάντα θα ν’ εκεί,
αγκάλη – ελπίδα αφελής – ήλιου αέναη ωδή
αγάπα εκεί.

Άρης Αλεξάνδρου, Η αναμμένη λάμπα

Εσείς που υπακούτε σε κυβερνήσεις και Π.Γ.
σαν τους νεοσύλλεκτους στο σιωπητήριο
θ’ αναγνωρίσετε μια μέρα πως η ποσότητα της πίκρας
έτσι που νότιζε τους τοίχους του κελιού
ήταν αναπόφευκτο να φτάσει στην ποιοτική μεταβολή της
και ν’ ακουστεί
σαν ουρλιαχτό
σαν εκπυρσοκρότηση.
Εσείς που άλλα λέγατε στους φίλους σας κι άλλα στην
καθοδήγηση
θ’ αναγνωρίσετε μια μέρα πως εγώ
ήμουνα μονάχα παραλήπτης
των όσων μου ‘στελναν γραμμένα με λεμόνι
οι φυλακισμένοι
και των δυο ημισφαιρίων.
Αν μου πρέπει τιμή
είναι που είχα πάντοτε τη λάμπα αναμμένη μέσα στην
κάμαρά μου
κι έκανα την εμφάνιση των μυστικών τους μηνυμάτων
κρατώντας τις λογοκριμένες τους γραφές πάνω από τη
φλόγα.

Irwan Abu Bakar, I plucked the rose

When I plucked the rose,
the fragrance and the thorns came with the blossom.
I was in love with the fragrance and the thorns:
a moment indulging in sniffing
a moment in pain being pricked
infatuated and maddened
with earthly pleasure.

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

Έκοψα το τριαντάφυλλο
μπουμπούκι κι άρωμα μαζί και με τ’ αγκάθια
τ’ αγκάθια του αγάπησα και τ’ άρωμα του
για μια στιγμή χαμένος στ’ άρωμα του
για μια στιγμή στον πόνο του τσιμπίματος του
ερωτευμένος μα και ξετρελαμένος
από τη γηϊνη του ευφροσύνη

Αγγλική μετάφραση: Irwan Abu Bakar και Stanley Barkan, Kuala Lumpur, 12/2/2001. Ελληνική μετάφραση Μανώλης Αλυγιζάκης.

Χαρά Χρηστάρα (1957-2021), Δύο ποιήματα

Χαρά Χρηστάρα (1957-2021), Δύο ποιήματα

ΜΟΝΑΧΙΚΟΙ ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ

Μοναχικοί περίπατοι
στην παραλία των λέξεων

οι γλάροι πάνω από τη θάλασσα
κρωγμοί
λόγια ανείπωτα
που έχουν έτσι μεταμορφωθεί

κι άλλα που έχουμε μεταναστεύσει
σε κλίματα θερμά
σε ξένους τόπους
απ’ όπου ο γυρισμός
είναι σαν χάντρα που ακτινοβολεί
σαν δάκρυ
σαν διαμάντι

σαν πυρσός που σιγοκαίει
μα κινδυνεύει να φουντώσει
σαν χάδι
σα σιωπή

*Από τη συλλογή “Στον ύπνο της Αφροδίτης”, Εκδόσεις Πάροδος, 1990.

*

ΤΡΕΜΟΝΤΑΣ Η ΣΙΩΠΗ

Τρεμάμενα τα γράμματα
μεσ’ στη σελίδα μου

σαν φλόγα όταν φυσάει

σαν την ψυχή
σαν την ελπίδα
σαν τον πόνο μου

σαν φύλλα δέντρου
εκτεθειμένα στο μπουρίνι

καράβι
σε κύμα πολεμόχαρο
αφρισμένου ωκεανού

Σαν τη φωνή
που πολεμάει ν’ ακουστεί
ο μέσα σπαραγμός της

*Από την ενότητα “Σφρίγος βελούδινο” της συλλογής “Αναλαμπές σωμάτων”, Εκδόσεις Νέα Πορεία, 1991.

**Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο της Χαράς Χρηστάρα “Ασθμαίνοντας τα όνειρα – Ποιήματα 1981-1999”, Εκδόσεις Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 2006.

Ειρηναίος Μαράκης, Πέντε ποιήματα

Γιάννης Τσαρούχη, Καφενείον το Νέον

ΗΧΟΙ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Τα κωλόπαιδα και τα μηχανάκια τους
οι μεθυσμένοι οδηγοί που κάνουν στάση
στο κόκκινο φανάρι
με τη μουσική στη διαπασών
τα πρώτα λεωφορεία
το ροχαλητό των δικών σου ανθρώπων
στα διπλανά δωμάτια
το γλυκό τερέτισμα των πουλιών
το στυφό τραγούδι της νυχτερίδας,
οι ήχοι της νύχτας
η πρώτη φασαρία της ημέρας
εικόνα ό,τι ζεις
στο σπίτι σου
ελεύθερος
από τις λευκές αίθουσες
και τα νοσοκομεία,
μία εικόνα ψεύτικη κατά βάθος.
Στη Γάζα, σκοτώνουν τα παιδιά
και οι ήχοι της νύχτας αντικαταστάθηκαν
από τη μυρωδιά του θανάτου.

10/11/2024

*

ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΜΕΝΕΙ

Αυτή η νύχτα μένει
έπαιζε στο ραδιόφωνο
χαμογέλασε, πήρε φόρα
και πήδηξε από την ταράτσα.
Νόμιζε ότι ήταν αεροπλάνο
αλλά στην πραγματικότητα
ήταν οι τελευταίες νότες
από ένα μακρύ ζεϊμπέκικο.

19/10/2024

*

Ο ΜΗΤΣΟΣ

Ο Μήτσος
με το μπλε μπλουζάκι
το μαύρο τζιν παντελόνι
και την κοτσίδα
στα μαλλιά
χορεύει
στη μέση μιας διαδήλωσης
στην πλατεία Αγοράς
στο λιμάνι.

Ο Μήτσος
που όλοι τον γνωρίζουν
αλλά που μόνος
αναζητά
ένα χαμόγελο
μια αγκαλιά
αράζει
στους κάδους σκουπιδιών
και ονειρεύεται.

Πέθανες Μήτσο
σε έθαψαν
χωρίς κάμερες
χωρίς φώτα λαμπερά
επικήδειους δεν έγραψαν
για σένα, αναρωτιέμαι
για πόσο ακόμα
θα ψάχνεις
την αγάπη;

31/7/2023-1/8/2024

*

SPLEEΝ

Στο δρόμο βαδίζουμε
σκυφτοί, χωρίς ελπίδα
στο μυαλό ακονίζουμε
μια αιχμηρή λεπίδα.

Τρέμουν τα χέρια μας
τρέμει και η καρδιά
που ψάχνει στα νυχτέρια μας
φιλί και αγκαλιά

μα έρχεται ένα πρωί
που όλα έχουν τελειώσει
ούτε αγκαλιά, ούτε φιλί
κανένας να μας νιώσει…

Στο δρόμο βαδίζουμε
σκυφτοί, χωρίς ελπίδα
και στο μυαλό ακονίζουμε
μια αιχμηρή λεπίδα.

4/12/2018 – 8/6/2024

*

ΟΤΑΝ ΛΙΩΝΕΙΣ ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ

Ανοίγεις και κλείνεις σα λουλούδι.

Έρχομαι – κάνω να σε αγγίξω
αλλά λιώνεις στο χέρι μου
πέφτουν τα φύλλα σου
κάτω από τις ακτίνες του ήλιου
γύρω η φύση, άνυδρη και ξερή
στη μέση της άνοιξης
λες και είναι προχωρημένο καλοκαίρι.

Έρχομαι – κάνω να σε φιλήσω
αλλά σβήνεις στην αγκαλιά μου
άσπρισαν τα μαλλιά σου
κάτω από τις ακτίνες του ήλιου
γύρω άνθρωποι, θλιμμένοι και τρελοί
σε μια πόλη ερείπιο
βομβαρδισμένη από καιρό.

Ανοίγεις και κλείνεις σα λουλούδι
αλλά στεφάνι για την Πρωτομαγιά
χωρίς τα φύλλα σου
αδυνατώ να φτιάξω.

1η Μάη 2024

Σημειώσεις:

Ένα δείγμα από τα θέματα που με απασχολούν το τελευταίο διάστημα.

Αυτή η νύχτα μένει (2000) του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Πρωταγωνιστούν ο Νίκος Κουρής και η Αθηνά Μαξίμου. Βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή. Κέρδισε έξι βραβεία στα Ελληνικά Κρατικά Βραβεία Κινηματογράφου. Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης – Τραγούδι: Δήμητρα Παπίου

Ο Μήτσος: Στη μνήμη του Δημήτρη Λεντέρη, γνωστού στους Χανιώτες ως Μήτσος ή Μητσάρας, που έφυγε από τη ζωή την Παρασκευή 28/7/2023, στο Νοσοκομείο Χανίων. Ο Μήτσος είχε επανειλημμένα πέσει θύμα χλευασμού.

Ανοίγεις και κλείνεις σα λουλούδι: Ο πρώτος στίχος από το ομώνυμο ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου και από την ποιητική συλλογή Ο αλλήθωρος (1970) [Ποιήματα, δέκατη έκδοση, Ιανός Θεσσαλονίκη 2021.

Βερονίκη Δαλακούρα, Είμαι η χαμένη έρημος

Είμαι η χαμένη έρημος οι βράχοι οι πέτρες το σπίτι
το ζώο η πρόθεση ο κινηματογράφος “Κόσμος”
το πανδοχείο που γκρεμίστηκε η κακιά ώρα
ο πύργος οι βρυκόλακες της ερειπωμένης πόλης
η πόλη
ο άρχοντας το συμβούλιο οι αρχηγοί η ανακούφιση
το ομοφυλόφιλο παιδί ο Γιάννης ο Φεντερίκο Γκαρθία
Λόρκα οι τέσσερις εποχές ο Βιβάλντι ο Τάσος
η ακούραστη μηχανή
το σκυλί η συνείδηση το Μέγα Ψάρι τα νύχια
που σκάβουν η αποκάλυψη το κόκκινο χώμα
ο γεωργός η επανάσταση το ξύλινο σπαθί
το πράσινο στάρι οι εθνικές καπηλείες η ταβέρνα
ο αχυρώνας η λεωφόρος το άγαλμα το ερωτικό δωμάτιο
ο άντρας η αποκάλυψη τα σπίτια
το σχήμα η προτομή του χορευτή η μήτρα
ο Αρθούρος η Μεγάλη Πέμπτη το τραπέζι
το αγόρι τα άνθη τα στρατιωτάκια που έσπασαν το όχι
η μάνα μου που ρώτησε αν πεινώ ο γραμματέας
τα φωνήεντα του Εξήντα το όπλο
είμαι η φωνή μας που κρύφτηκε στην κατακόμβη
η φωνή μας που κρύφτηκε στην κατακόμβη
η φωνή μας που κρύφτηκε στην κατακόμβη

Από τη συλλογή “Μέρες ηδονής”, Φόρμα, Εκδόσεις 1990.

Charles Baudelaire, Ευλογία

Όταν μια ανώτερη δύναμη δώσει διαταγή,
Ο Ποιητής εμφανίζεται στη γη την ανιαρή,
Η φοβισμένη μάνα του κατάρες σφύζει,
Προς το Θεό που την ελεεί, τις γροθιές της σφίγγει:

(Αχ! γιατί δεν έβγαλα ένα κουβάρι οχιές,
Παρά την παρωδία τούτη να βυζαίνω!
Καταραμένη να ‘ναι η νύχτα με τις εφήμερες ηδονές
Όπου την τιμωρία μου συνέλαβε η μήτρα).

Αχ! καλύτερα να γένναγα ένα κουβάρι οχιές,
Παρά να θηλάζω τούτη την παρωδία!
Καταραμένη η νύχτα με τις εφήμερες ηδονές
Όπου η μήτρα μου συνέλαβε την τιμωρία.

(Αφού εμένα διάλεξες απ’ όλες τις γυναίκες
Στον λυπημένο άντρα μου να φέρνω αποστροφή,
Και πια δεν το μπορώ στις φλόγες να το ρίξω,
Σαν ένα μπιλιετάκι ερωτικό, αυτό το τέρας το κοντό,)

Αφού απ’ όλες τις γυναίκες εδιάλεξες εμένα
Στον λυπημένο άντρα μου αποστροφή να φέρνω,
Και πια στις φλόγες να το ρίξω δεν αντέχω,
Σαν ένα γράμμα ερωτικό, το ζαρωμένο τέρας,

Το μίσος σου που με βαραίνει θα κάνω ν’ αναβλύσει
Στης προστυχιάς σου τ’ όργανο απάνω, την κατάρα μου να ‘χει,
Και αυτό τ’ άθλιο δέντρο θα κάνω να λυγίσει,
Να μην μπορεί τα βρώμικα μπουμπούκια να πετάξει.

(Τα βρώμικα μπουμπούκια του να μην μπορεί να βγάλει.)
Κι έτσι καταπίνει του σάλιου της τον αφρό,
Και για αθανασία μην κατανοώντας το σκοπό,
Μόνη της ετοιμάζει στης κόλασης τα βάθη

Τα ξύλα που προορίζονται για της μητροκτόνου την καύση.
Όμως υπό αόρατου Αγγέλου την προστασία,
Με τον ήλιο τ’ απόκληρο παιδί μεθάει,
Και μέσα σ’ ότι κι αν πιεί, σ’ ότι κι αν φάει

Το βαθυκόκκινο νέκταρ ξαναβρίσκει και την αμβροσία.
Παίζει με τον άνεμο, με το σύννεφο μιλάει,
Κι ενώ τραγουδάει, ο δρόμος προς το σταυρό το μεθάει:
Και στο προσκύνημά του το Πνεύμα που το ακολουθεί

Κλαίει που το βλέπει χαρούμενο σαν ένα του δάσους πουλί.
Με φρίκη το παρατηρούν όσοι θέλει ν’ αγαπήσει,
Ή ξεθαρρεύοντας απ’ τη δικιά του τη γαλήνη
Ποιος ένα παράπονο θα μπορέσει να του αποσπάσει, ψάχνουν

Και πάνω του την αγριότητάς τους δοκιμάζουν.
Στο ψωμί και στο κρασί που για το στόμα του προορίζουν
Στάχτη με βρωμερά φλέγματα αναδεύουν
Με υποκρισία πετούν ότι έχει αγγίξει

Και τον εαυτό τους κρίνουν που στα ίχνη του έχουν περπατήσει.
Η γυναίκα του φωνάζοντας στις δημόσιες πλατείες πηγαίνει.
«Αφού όμορφη με βρίσκει αρκετά για να με λατρεύει,
Το αρχαίο είδωλο θα υποδυθώ

Και σαν αυτό θέλω να χρυσωθώ.
Και θα μεθύσω με νάρδο, με σμύρνα, με λιβάνι,
Με γονυκλισίες, με κρέας και κρασί
Για να μάθω από μια καρδιά που με θαυμάζει, αν μπορώ
Γελώντας τη θεία υποταγή να σφετεριστώ.

*Μετάφραση: Έφη Καρασμάνη.

ένα έτσι, ποιητή

ποιητή
όποιο σπίτι κι αν σηκώσεις
στην πλάτη σου
θα ‘σαι πάντοτε γυμνός
όσα πλούτη κι αν στολίσουν
τη σκιά σου
δεν θα αποκτήσεις ποτέ σου πρόσωπο
όση σιωπή κι αν καρφιτσώσεις
στο πέτο σου
δεν θα ναι ένα όνομα το όνομά σου
όση αγάπη κι αν πετάξεις
στη φωτιά
η νύχτα θα ναι πάντα ο κόσμος
κι ο κόσμος σου
ποιητή
το ποίημα δεν είναι σταυρός
για να ελπίζεις σε ανάσταση
είναι το χώμα που πέφτει από ψηλά
όταν σηκώνεις το βλέμμα σου στον ουρανό
είναι ο φίλος που σε ακούει τώρα
από τον πάτο της λίμνης
είναι όλη αυτή η εποχή που δεν ανήκει
παρά μονάχα σε όσους αναχωρούν
πολύ πριν πλησιάσουν

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2024/11/14/8258/#like-8258

Μαρία Σ. Πανούτσου, Διαδρομή

λόγος

μια πηγή και δοχεία
με γάργαρο νερό για μια μέρα  
ιχνηλασίες μικρής διαδρομής
ιεροτελεστία σε πράσινες εικόνες
αυτιά μεγεθυμένα σε φτερά  
ακούουν τα φυλλώματα  
νερό – πουλιά και η  καρδιά
μιλάνε με συνθήματα –
όπως εγώ μιλούσα στον κορμό
δένδρο ψηλό
παιδί δικό μου φυτεμένο
τότε δεν γνώριζα τον φόβο
τον έμαθα στο στρίμωγμα
χωρίς αέρα χωρίς αιδώ  
μια ύβρις που σαρώνει

επίλογος

… σαν να  ψύχρανε
δέχομαι επισκέψεις μόνο στην κουζίνα  
ασβεστωμένη – να θυμίζει  
τον παράδεισο που σβήνει  
ωσάν  με κάδρο, υγρός πίνακας –
έξω και κάτω απ’ το υπόστεγο  
μαδάει η φωλιά των χελιδονιών
κρύωσε ο καιρός …