Lawrence Ferlinghetti, I’m waiting
Μαύρη εκδίκηση … (κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη).
Πενθήμονας αναπνέω πάλι καπνίζοντας.
Θα ‘λεγα όμως το σκοτάδι μεγάλο προνόμιο -: τη νύχτα
είν’ όλα ανοιχτά τα ερωτήματα.
Στην αλήθεια δεν υπάρχει ωράριο, δεν κατεβάζει
τα ρολά της,
δεν κλείνει τις Κυριακές ή τα Χριστούγεννα.
Χτες το θυμήθηκα πως οι λέξεις τα μαύρα μας αγγελούδια
(οι αμέτοχες στον έρωτα ιερόδουλες) λικνίζονται
σαν ασέβειες πάντοτε.
Γοερότητα μέσα μου της ανέπαφης σιγής και το στόμα μου
αγαλλόμενο βάραθρο που συντρίβομαι
πάνω σε στίχους αρμαθιές (τα νεφρά μου στο απόλυτο).
Θα ‘θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς
να ρημάξω
τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια
μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεχτα …
Τι είν’ η τόση λογική; δεν είναι μια πετυχημένη
παραφροσύνη;
Στο κάθε πυροτέχνημα η νύχτα, νύχτα ξαναμένει
χαρίζοντας στα χέρια μου σπαραχτικό τσεκούρι της αγάπης
τα όνειρα : ξερόκλαδα στην ερημιά κ’ η θάλασσα
το άσυλο του τίποτα, σκυλί με μπλάβο αίσθημα
κουρελιασμένο.
Έχω καρδούλα νηστικιά βλογιοκομμένη ελπίδα
(πότε το ‘λεγα;)
σήμερα δεν το βρίσκω στην αθώα της μνήμης μου
βαρβαρότητα.
Μα όμως να την η γυναίκα η κατάφυτη
η λαμπισμένη από σπίθες στα παράκρημνα του έρωτα
οπού της άρεσε να βουλιάζει παντέρημη κι αμάχητη
σε κυματώδη νυχτικά σαν αερόστατα ουρλιάζοντας
«κάνε με δίχως γυρισμό στην κόλαση να φτερουγίσω».
Τ’ ακούω (κλαίει λυπηρά) το χαροπούλι
μα έχει στο θεό σας εντολοδόχους ο θάνατος;
Εμένα είναι το μυαλό μου γιαπωνέζικο.
*Ευχαριστίες στον ποιητή Βαγγέλη Ρουσσάκη, που έφερε το ποίημα αυτό στην επιφάνεια.
Λιγόστεψε το φως,
χαμήλωσε ο ουρανός το πρόσωπό του,
κρεμάστηκε το φεγγάρι μεσίστιο
στον ιστό των ματιών μου
Στο στήθος μου κατοικεί ένα πουλί,
αλαφιασμένο, χωρίς φτερά και κράζει
Μοιάζω του Σίσυφου,
φορτωμένος μια πέτρα
να τη στηρίξω προσπαθώ στην κορυφή,
μα όλο κατρακυλά
Εδώ θα σταθώ,
σε τούτη την πέτρα,
στην πέτρα που με γέννησε
Αγωνιώντας για του ανθρώπου τις ρωγμές,
λουσμένος ιδρώτα, φορτωμένος μνήμες
Σηκώνοντας το βάρος της νυκτός
Εξουσιάζοντας τη θέληση κι ανάβοντας φωτιές
Εδώ θα σταθώ,
με το αγκάθι στο στήθος μου σφηνωμένο,
άγρυπνος μες στο σκότος που με περιβάλλει,
γυμνός από λάμψη – σαν φλόγα ασχημάτιστη,
όρθιος πάνω στον σταυρό,
καταρρίπτοντας με όνειρα τους εφιάλτες
Κι αν μέρα τη μέρα βαδίζω
σε λιμνασμένα νερά
και δρόμους φλογισμένους
Κι αν καίω το βλέμμα μου
σε αδιάβατες κορφές
Εδώ θα σταθώ,
ανάβοντας φωτιές σε πλατείες,
κτυπώντας καμπάνες
για να ξυπνήσουν του κόσμου οι γειτονιές Εδώ θα σταθώ,
μαστιγώνοντας τον φόβο
έξω απ’τις κατοικίες της σιωπής,
με τα μάτια στραμμένα στα βέλη που με σημαδεύουν
Εδώ θα σταθώ,
στην πέτρα που με γέννησε
*Το ποίημα του Μανώλη Μεσσήνη και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τη σελίδα του ιδίου στο facebook.
Δημοψήφισμα
τα ηχεία στο τέρμα
τρίζουν τα τζάμια
θέλω να κοιμηθώ και δεν μπορώ
έξω από την πόρτα μου
γλέντι τρανό έστησαν
οι δημαγωγοί κι οι συκοφάντες
στη σχάρα ψήνουν τη ζωή μου
κι ύστερα σαν έδεσμα εκλεκτό
με χαμόγελο την προσφέρουν
κρασί πίνουν, μεθούν
απόψε μένουμε Ευρώπη
κλείνω τα μάτια, αλλάζω σταθμό
πιάνω τη Φραγκοσυριανή
κι οι συκοφάντες χάνονται
γυρίζω το βλέμμα, κάπου μακριά
ξεκίνησε να βρέχει
***
Κόκκινη νύχτα
απόψε θα μείνουμε γυμνοί
σε παλιό καθρέφτη μπροστά
κόκκινο το δειλινό
η νύχτα κόκκινη
στο πάτωμα μια γαλάζια σημαία
βρώμικη, κουρελιασμένη
ίδια με το φόρεμα που κάποτε
σ’ ένα ταξίδι σου χάρισα
σαν μια πατρίδα αγορασμένη
σε φθινοπωρινές εκπτώσεις
τα χέρια τρέμουν όπως σ’ αγγίζουν
γελάς, παλιά ταινία στην τηλεόραση
συνοδεύει τη νύχτα μας
όσο κι αν οι άλλοι θα μένουν στην Ευρώπη
άλλο τόσο εμείς θα αγαπιόμαστε
μέχρι το τέλος του κόσμου
μέχρι το τέλος του χρόνου
***
Το μεγάλο Ναι και το μεγάλο Όχι
αυτό το χώμα είναι δικό μας
όσο κι αν κοστίζει
σε ευρώ, γρόσια ή δραχμές
όπως πάντα φτωχοί θα ξυπνήσουμε
κι ας πλούσιοι κοιμηθήκαμε
με όνειρα τρελά κι απατηλές επιθυμίες
Δευτέρα, στα ΑΤΜ η Ελλάδα αναστενάζει
που πας; θα σου θυμίσω εγώ που μ’ είδες
σε απεργιακή πορεία ήταν, καλοκαίρι στην Αθήνα
τις μέρες που ερχόσουν σε σύγκρουση
με το κεφάλαιο και τις δυνάμεις καταστολής
έλα, η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα
το μεγάλο ναι η το μεγάλο όχι να επιλέξεις
αυτό που θα κρίνει τη ζωή σου
Τα κύματα στα γόνατα,
στο χέρι η ομπρέλα
κι η βάρκα μόνη στη στεριά,
ναυαγοί τόσοι λυγμοί
αγγίζουν την ανάσα
με άνισες θυσίες,
απρόσεκτα γέλια στα σύννεφα
ξεχνάνε σκαλοπάτια
και σβήνουν στο υπόγειο
(ποιος ξέρει αν θα βρέξει;)
δεν επιστρέφουν αλώβητες
πρωί οι προσδοκίες,
σαν γέρασαν απρόσμενα
χώμα, νερό και πέτρες
(ποιος στ’ όνειρο θ’ αντέξει;)
*Από το http://greekpoetics.blogspot.com.au/2015/07/blog-post.html
Αλίμονο οδηγείστε ευγενείς και πράοι στην αγαθή νύχτα *
Το μυστήριο της ζωής αποκαλύφθηκε, Η τρυφή σας εκθήλυνε,
όχι πως ήταν κακό να είσαι, να είμαι θηλυκό
Είναι που κουβαλάς μέσα σου πιότερο την αγάπη
Για την ειρήνη για το παιδί για το σπιτικό
Τη μικρή ανάσα μιαν ελπίδα για την αύριο
Είναι που μοιάζει η ειρήνη εντελώς αγαθή, η πόρνη
Που όλα τα δέχεστε για να μην ζήσετε πόλεμο
Τυφλά μάτια μετεωρίτες που φλέγονταν *
Ήπιατε Ήπιατε, κόκκινο διαμελισμένο θάνατο
Δεχτήκατε πλήγματα ανόσια
Κι η σιωπή πάλι δέρνει το φιλήσυχο βήμα σας
Φτάνει πια, Ήρθε η ώρα για πόλεμο
*Αναφορά σε στίχους του ποιήματος του Dylan Thomas “Do Not Go Gentle into That Good Night”
**Το ποίημα είναι ανέκδοτο και περιλαμβάνεται στη συλλογή “Δοκιμές”.
Πολλοί μεγάλοι συγγραφείς και ποιητές, έχουν επιλέξει, τόσο στο παρελθόν, όσο και στις μέρες μας, να εκδίδουν βιβλία με αφορισμούς ή αποφθέγματα, όμως, ο κάθε αφορισμός έχει γραφτεί υπό ορισμένες συνθήκες και εφαρμόζεται κατά περίπτωση, με αποτέλεσμα ορισμένοι να είναι ακόμα και αντιφατικοί μεταξύ τους. Τι θα διαλέγαμε, λογουχάρη ανάμεσα στο: «το γοργόν και χάριν έχει» και στο: «σπεύδε βραδέως»;
Άρα, θα αναρωτιότανε κανείς, τι παραπάνω θα είχε να μας δώσει ένα καινούργιο βιβλίο αφορισμών; Όμως, το νέο βιβλίο του Valeriu Butulescu Σπαράγματα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αλλότροπο έρχεται να αποκαταστήσει το είδος και ίσως να το ανανεώσει.
Το πρώτο, που θα πρέπει να προσέξουμε σε ένα μεταφρασμένο βιβλίο αφορισμών, είναι η σωστή απόδοση της γλώσσας, ώστε να μπορούμε να κατανοήσουμε το υψηλό νόημα, που μπορεί να περιέχει και εδώ οφείλουμε να συγχαρούμε την Άντζελα Μπράτσου για την προσεγμένη της μετάφραση. Ειδικά, οι αφορισμοί του Butulescu παρουσιάζουν ιδιαίτερη δυσκολία, καθώς, όπως γράφει ο Loan Dubek ο κάθε αφορισμός είναι «ένα μικρό ποίημα, σύμφωνα με την άποψη πολλών κριτικών που κατατάσσουν τη δημιουργία των αφορισμών του στην Ποίηση».
Οι αφορισμοί του Valeriu Butulescu αναφέρονται κυρίως στη σύγχρονη κοινωνία με μια ειρωνική και ενίοτε σαρκαστική διάθεση, χωρίς να λείψουν και οι υπαρξιακές αναφορές: «Δεν φοβάμαι τη νύχτα στο νεκροταφείο. Φοβάμαι τη μέρα στο γήπεδο».
Όμως, το δυνατό σημείο του συγγραφέα, είναι η ειρωνεία με την οποία αντιμετωπίζει ακόμα και την ποίηση αν έχει γραφτεί αβασάνιστα: «Έγραψε ένα ποίημα για την αυγή, αν και αμφιβάλλω αν ξύπνησε ποτέ του τόσο νωρίς», ενώ για τον εαυτό του θα γράψει: «Ο συγγραφέας γνωμικών μοιάζει με την υπανάπτυκτη χώρα που πουλάει φτηνά τις πρώτες ύλες της».
Σε άλλα σημεία ο Valeriu Butulescu αναφέρεται στη δική του φιλοσοφία για τον θάνατο, που τον αναφέρει ως ένα μεγάλο ύπνο: «Απεχθάνομαι τον ύπνο. Κοιμήθηκα τόσους αιώνες! Θα κοιμηθώ κι άλλους τόσους!»
Θα κλείσουμε αυτή τη μικρή μας αναφορά στο βιβλίο του Valeriu Butulescu «Σπαράγματα» χωρίς κάποια άλλη παρατήρηση. Απλά, θα αρκεστούμε να πούμε ότι έγραψε και ο Mircea Andras στην εφημερίδα Matinal: «Πόσα πολλά μπορεί να ειπωθούν με τόσες λίγες λέξεις».
Θεοχάρης Παπαδόπουλος
*Από το http://www.vakxikon.gr