Net Needle begins with the thoughtful interlacing of seven poems. The first poem, ‘Listening to Cuckoos’, highlights the bird’s ‘two unchanging notes’ during the start of spring. Then, ‘Summer’, with its ‘pallid cuckoo call’ through the poet’s garden threads into ‘Garden Poem’ and how sunlight spans the course of a day until ‘patches of moonlight’ travel into the next poem, ‘Dorothy Wordsworth’. Here, we find the Romantic poet’s sister ruminating near a window where the moon moves ‘across the star-decked dark’. Adamson then cites Emily Dickinson in his Blake Prize-winning suite, ‘Via Negativa, The Divine Dark’, as its praise of ‘life with broken words’ treks meditatively along the banks of the Hawkesbury River. The remaining two poems in this first section linger on waterfronts, but this time ‘a spear made of bone’ (‘Colonial Whaler’) comes to rest beside a tale of the Blues Point fishermen – ‘holding bone / net needles’ – who once, Adamson explains, ‘stitched their lives into my days’ (‘Net Needles’).
Within this small sample of poems lies Adamson’s central oeuvre: the Hawkesbury, birds and animals, fish and fishing, youthful memories of Sydney and of refuge, brutal weather, devotion, and linkages to other writers who have helped shape Adamson and his work. Sunlight and nightlife, the threat of bushfire, faith and questioning, as well as nature in abundant twittering and skittering come to life within these pages. Continue reading →
θα σέρνομαι αενάως σε συνόδους κορυφής έχεις ταλέντο μου λένε έχω ανάγκη απαντώ
άλλοτε αγαπώ τις συναιρέσεις
κι άλλοτε τις αποδιώχνω από τα γραπτά μου
όπως τις μύγες τους ιούλιους από το παιδικό καρπούζι μου
εδώ στον κόσμο μου τα πάντα έχουνε τη δική τους τη μιλιά
ονόματα και κατσαρολικά και ρήματα και κάλτσες
άλλοτε ξημερώνει μέρα συναιρέσεων
όταν εν απαρτία αποφασίζουμε
τη μέρα με λιγότερα φωνήεντα να ζήσουμε
κι άλλοτε πάλι έρχονται κάτι νύχτες ασυναίρετες
τότε
κοιμάμαι εμβρυακά με αναίδεια
καπνίζω μόνο λίγο γιατί αγαπώ τη μοναξιά μου
μιλάω μεγαλόφωνα και καταργώ τις συναιρέσεις
και εντέλει στέκομαι ανάποδα στο μπαλκόνι με το κεφάλι στο πλακάκι μέχρι να ξημερώσει
κερδίζοντας επάξια το χρυσό μετάλλιο κοινωνικής παράνοιας
θα επιστρέφω πάντα εν τιμή
ταπεινωμένη από τις ψεύτικες αλήθειες σας έχεις ταλέντο μου λένε είμαι φτωχή και ψάχνω τρόπο να ξεγελάσω την οργή μου απαντώ χαρίζω πάντα μια ανάσα…
Χωμάτινος και δε φτιάχνεσαι από τη γη,
στραβοπόδης και ερμαφρόδιτος
σε μάζεψα με το βλογιοκομμένο σου πρόσωπο
μέσα σε ένα σχολείο με ναρκωτικά στις τσέπες
και έλεγες απρέπειες.
Σου είπα ¨σταμάτα¨ και σου έμαθα να μιλάς από την αρχή.
Μια μέρα άφησα ανοιχτή την πόρτα του σπιτιού
και βγήκες αιμοδιψής και επικίνδυνος.
Σε συμβούλεψα να μην κυκλοφορείς τη νύχτα
ενοχικός και απρόσκλητος.
Μου είπες πίστη αντιορθολογιστική.
Έκανα άγιες σκέψεις
νοθευμένες
και εσύ έφτιαξες ένα ολοστρόγγυλο πανδαιμόνιο
και χόρευες φορτωμένος με κορμιά στις πλάτες.
Τρόμαξα και σε παράτησα.
β.
Σε περνούν για Θεό, ον, ζωή, νόηση
Λένε πως έχεις ψυχή δαιμονική, ακόλαστη, ανθρώπινη
Σε ζωγραφίζουν λυγερό και σπαθάτο νεαρό
αφράτο βρέφο με φτερά
γυναίκα με φορέματα λευκά.
Σου βάζουν ψυχή
δαιμονική
ακόλαστη
ανθρώπινη
Σε λένε αήττητο, απατεώνα, ληστή
Σου βαζουν πνεύμα πολεμικό
κέρινα χέρια
μακιγιαρισμένα χείλη.
Είσαι, ομως, Θεός
…ούτε των άστρων, ούτε των στοιχειών
και άλλοτε Βάκχος
ανεξάρτητος Θεός
απόλυτος και φυσικός.
Είσαι λεπτό φως και το σώμα του κόσμου
και εγώ όχλος φανατισμένος, αδιάσπαστος
σε ακολουθώ με μαχαίρια…
In the first rabbit poems by the late J S Harry, her rabbit-character, Peter Henry Lepus, is thrown into a number of desolate or alien environments. Peter is ‘dumped … on the Desert of Sense’, ‘comes to … FORTY-THREE BLENDS / OF DUSTED-OFF & SUNDRIED RATIONALISM’, and ‘gets lost in “Calcutta” / on his way to visit Farmer McGruber’s vegetable patch.’1 He is displaced most comprehensively in the middle of Iraq, 2003, a warzone that amplifies his naïve and interlopic perspective. Such meaning-deprived contexts let Harry explore belonging, identity, and the stability of concepts themselves. In the poem, ‘Small & Rural’, for example:
Peter L. is twisting
this way & that
time-jumping
in & out of the texts he is – here – there –
squatting briefly, to sniff the air above
– when he comes to a paddock which pens similar ontological indeterminacies to those of his self. There exists, firstly, the paddock’s OED-style meaning: ‘a small field or enclosure, usually a plot / of pastureland, adjoining a stable’; then its poetic meaning, which incorporates geographically specific information; psychotherapeutic semiotics; other things ‘the word paddock’ could stand for; the word’s etymology; and the behaviour that this entire network facilitates or does not facilitate. It is important for Harry’s Peter, perhaps because of this semiotic vulnerability, that ‘the pads & stink’ of predators like ‘the dog fox & vixen’ remain absent from these paddocks. He is also only a rabbit, after all.2
We can consider the paddocks of John Kinsella’s sack to be constituted by a similar ontological indeterminacy. However, Kinsella’s are utterly littered with the kinds of hazards that worry Harry’s Peter. In Kinsella’s poem ‘Peter Negotiates the House Paddock, 1965’ – as far as I know, Kinsella’s Peter is not a rabbit, and is unrelated to Harry’s – there is ‘bent deadwood threatening to grow, and kinked tetanus-wire of fences’; there are ‘gwarder and dugite’ snakes, and ‘in hollows … foxes and rabbits plan for the coming crops in related but contrary ways’. Not only hazardous, Kinsella’s paddocks contrast to Harry’s as they are simultaneously fecund and bisected by man- and tectonically-made divisions: ‘Lines of bricks buried up to fetlocks show whole garden- / beds ready to be.’ (Later, in ‘Penillion of Stanbury Moor’: ‘Segmentation / Of field – flection / Of plastic bound / Bales; that moss-stoned / Vista across / The weir’). They are paddocks powered by the inexorable earth, and they transport the providential history of local lore.3
Δεν σε λησμονώ, αυτό είναι καλό μαντάτο.
Αυτό είναι το καλύτερο, για όποιον είναι μακριά και θέλει να γυρίσει.
Για μια πόλη, αν και κατεστραμμένη, που μένει ερείπιο κι έχει επιστρέψει ασφαλισμένη
έχω απογίνει η επαναστατημένη Καρχηδόνα, πλούσια
και διακοσμητικά εύφορη,
εσωτερικά επαναστατημένη.
Ξέρω για την αγάπη, στέφθηκα την ασυλία της.
Δεν πονάει πια το μακρινό.
Είναι το χειρότερο μαντάτο.
Με νανουρίζει η παρουσία της ζωής στη ζωή κάθε πόλης
που έσβησε ενώ αγαπιέται ακόμα τόσο
… μπόρεσες να διαβάσεις καλά την αγάπη;
Δεν μπόρεσα να διαβάσω ποτέ το αντίθετο.
Η λέξη είναι διαβιβάζω…
Διαβίβασε τη σημερινή τύχη της ερειπωμένης πόλης…
Φεγγάρι στολισμένο η ευωδιά της μέρας…
Την Καρχηδόνα μη ληστέψεις
μη γίνεις άλλος Κάτων…
“Πρέπει να καταστραφεί η Καρχηδόνα, Carthago delenda
est… Carthago delenda est…
”Η κάθε πόλη είναι έρωτας
Δεν καταστρέφεται με λόγια
Ορθώσου, δες, στους κίονες της θάλασσας με τα δικά σου λόγια
*Από τη συλλογή “CARMINA…CARTHAGINIS (Τραγούδια… ΤΗΣ ΚΑΡΧΗΔΟΝΑΣ)”, Εκδόσεις Αφροδίτη, Μελβούρνη 2014
Για πούλημα τα κορμιά χωρίς τιμή, απ’ όλες τι ράτσες, απ’ όλο τον κόσμο, από κάθε φύλο, από κάθε καταγωγή! Τα πλούτη αναβλύζουν σε κάθε βάδισμα! Ξεπούλημα των διαμαντιών χωρίς εξέταση!
Για πούλημα η αναρχία για τις μάζες, η ακατάβλητη ευχαρίστηση για τους ανώτερους ερασιτέχνες, ο αποτρόπαιος θάνατος για τους πιστούς και για τους εραστές!
Για πούλημα οι κατοικίες και οι μεταναστεύσεις, σπορ, μαγείες και άριστες ανέσεις, και ο θόρυβος, η κίνηση και το μέλλον που φτιάχνουν!
Για πούλημα οι εφαρμογές των υπολογισμών και τα πρωτοφανή άλματα της αρμονίας. Τα ευρήματα και οι φιλύποπτες εκφράσεις, άμεση παράδοση.
Εξόρμηση παράλογη κι απέραντη στις αφανείς λαμπρότητες, στις ανεπαίσθητες τέρψεις, – και τα παλαβά της μυστικά για κάθε βίτσιο- και η τρομαχτική της ευθυμία για το πλήθος.
Για πούλημα τα Κορμιά, οι φωνές, ο απέραντος ασυζήτητος πλούτος, αυτό που ποτέ δε θα πουλήσουμε. Οι πωλητές
δεν έχουν τελειώσει ακόμα το ξεπούλημα! Οι ταξιδιώτες δε χρειάζεται να δώσουν την παραγγελία τους τόσο νωρίς.
*Από τις “Εκλάμψεις”, εκδόσεις Ηριδανός. Μετάφραση: Κώστας Ριτσώνης
Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια ―όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.
Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.
Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.
Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.
Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».
Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι» καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.
Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.
*Aπό το «Τα ποιήματα στο δρόμο», Η Λέξη 147, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1998.
Ο Νίκος Χουλιαράς γεννήθηκε στα Γιάννενα. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους ζωγράφους.
Κατά το χρονικό διάστημα 1965-1970 ασχολήθηκε με τη μουσική. Έγραψε πολλά τραγούδια ―που τα τραγούδησε ο ίδιος, καθώς και άλλοι γνωστοί τραγουδιστές― με μεγάλη επιτυχία. Ήταν, επίσης, ο πρώτος που έκανε διασκευές δημοτικών τραγουδιών και παρουσίασε τα ηπειρώτικα στο κοινό της Αθήνας.
Έχουν εκδοθεί τα παρακάτω βιβλία του: Σαράντα Σχέδια, Ώρα 1974, Νεφέλη 1985· Ζωγραφική-Κείμενα, Κέδρος 1978 (Α΄ βραβείο στη Διεθνή Έκθεση της Λειψίας για το καλύτερα σχεδιασμένο βιβλίο στον κόσμο)· Ο Λούσιας, Κέδρος 1979, Νεφέλη 1987· Το Μπακακόκ, Κέδρος 1981, Νεφέλη 1988· Το χιόνι που ήξερα, Κέδρος 1983 (Γ΄ βραβείο στη Διεθνή Έκθεση της Λειψίας για το καλύτερα σχεδιασμένο βιβλίο στόν κόσμο)· Ζωή την άλλη φορά, Νεφέλη 1985· Το άλλο μισό, Νεφέλη 1987· Ο χρόνος είναι πάντα με το μέρος του, Νεφέλη 1989· Μια ιστορία του μακρύ χειμώνα, Νεφέλη 1990· Η μέσα βροχή, Νεφέλη 1991· Νίκος Χουλιαράς – Ζωγραφική 1966-1991, Εκδόσεις Εργαστήρι 1992· Οι λεπτομέρειες του μαύρου, Νεφέλη 1993· Οι ζωγραφιές του νυχτερινού χάρτη, Νεφέλη 1994· Στο σπίτι του εχθρού μου, Νεφέλη 1995· Οι κατοικήσιμοι τόποι της ζωγραφικής, Νεφέλη 1997· Μία μέρα πριν δύο μέρες μετά, Νεφέλη 1998· Εικόνες στο ύψος της ζωής, Νεφέλη 2000· Το εργαστήριο του ύπνου, Νεφέλη 2001· Οι εξοχές του νου, Νεφέλη 2003· Νερό στο πρόσωπο, Νεφέλη 2005· Οι μαύρες ζωγραφιές, Νεφέλη 2006.
Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, τα ιταλικά, τα αγγλικά, τα σουηδικά και τα γερμανικά, ενώ έχουν εκδοθεί στα γαλλικά από τον εκδοτικό οίκο Hatier η συλλογή διηγημάτων Το Μπακακόκ και τα μυθιστορήματα Ο Λούσιας, Ζωή την άλλη φορά, και Στο σπίτι του εχθρού μου.
Το 1996 ήταν υποψήφιος για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας με το βιβλίο Στο σπίτι του εχθρού μου.
Έχουν μεταφερθεί στην τηλεόραση διηγήματά του. Το μυθιστόρημά του Ο Λούσιας έγινε τηλεοπτική σειρά και μεταδόθηκε από την ΕΤ-1 το 1989.
Έχει λάβει μέρος σε πάρα πολλές ομαδικές εκθέσεις ζωγραφικής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και εκπροσώπησε την Ελλάδα στην VIII Biennale της Αλεξάνδρειας το 1969, στην έκθεση που έγινε στην Εθνική Πινακοθήκη για την πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης το 1985, στη μεγάλη έκθεση του μουσείου του Dallas των Η.Π.Α. το 1990 και στην παγκόσμια έκθεση EXPO ’92 που έγινε στη Σεβίλλη.
Έργα του βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη καθώς και σε ιδιωτικές συλλογές, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Unexpectedly I set out to draw a circle
Round a piece of chalk
With a scraping’s shavings to be laid out
The paring of slowness
And stillness
And the line
And the line becoming a circle by itself
In contact with the ground
The chalk in the middle
The chalk a timeless moment
Chivalrous meditation
And straightforwardness
And in time it leaves an imprint
Like a downy blessing
When the wind blows it
A centimetre aside
Whereby a successive circle is created
And afterwards air or wind
Or whatever
Is again transposition
Again a successive circle
Round another piece of chalk
And eventually the piece of chalk
Becomes a fairway
And a hand takes it high by the nose
And brings it to the ground
And cauterizes it in black
And the white more vivid
And then it creates an entire human circle
And a shirt’s check passages
And no one wants to walk
On parapets laid out in a circle
Simply without beginning
And without end
Some daring fellow aims inward
Some timid one wallows in the outward ⎯
Outline
Someone dead
Is well-nigh pleased
He finds enough space in there to squeeze
His body
To imply the way of initiative
Or suicide
To make the security scenarios easier to digest
And always dead and alone he finds
The flow in the circle of life and death
Without ceased full stops of bleeding
And then a moment later
The wind
Or death
Or the murderer
And the circle’s centre alters
And the manner of suicide changes
And a moment after
The circle enlarges
Becomes bulky ⎯ three-dimensional
It’s called earth
And many the corpses ⎯ man
And outside a piece of chalk is making a wreath
Atmosphere separating it from the gloom
Of chaos
And the star’s
Hooked safeguard
Surrounds the tops of mountains
And the depths of valleys
And volcanoes
And everyone is satisfied
Till some God with an arrow
Creates an iron attraction
Of normality
Called axis
Round which the sun will turn
With a chivalrous pulse
And eternal
No beginning and no end on the same
Maypole of life and romance
Death’s roundness leaves
A dull sound in the body
And around whiteness
And around earth
And nothing
A half outline of thought
*Το ποίημα προέρχεται από τη συλλογή “ακρογωνιαία πορεία στο και”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη 2012. Μετάφραση στην Αγγλική: Γιάννης Γκούμας.