Ξεκινώ ένα ποίημα
Με φυλλοβόλο ρυθμό
Αχνό σαν ζύμη…
Ο καθρέφτης
σίγουρα Ποτέ
δεν αποδίδει τη ψυχή.
Η σιωπή είναι η τελειότερη
Συμφωνία
Φορώ τα φαρδιά μου παπούτσια
και τις ζαρωμένες μου κάλτσες
και μία από τις σιέλ, χιλιοπλυμένες ρόμπες ασθενών
που οι άντρες και οι γυναίκες αυτής της χώρας φορούν.
Λείπουν σε όλους τα εσώρουχα
και οι παλιές ημέρες. Αυτές οι καινούργιες, άχαρες,
μεσαίες
ημέρες πόνου και φροντίδας, αυτή η καθημερινή
μιζέρια μάς έχει κατατάξει σε περιπτώσεις, μια περίπτωση
που ο ένας γιατρός θεραπεύει για πάντα… Το πρόσωπο.
Οι ασθενείς έχουν συνηθισμένες ελπίδες χωρίς ελπίδα
για κάτι απ’ έξω απ’ το μηχάνημα – η σύζυγός του,
ο σύζυγός του – να εισέλθει με ορμή και να το ζωοποιήσει.
Αλλά, όταν η πόρτα ανοίξει, είναι άλλη μία ρόμπα
ασθενούς.
Μας κοιτά, την κοιτάμε. Το μικρό κοπάδι μας
από γαλαζοντυμένους ασθενείς, σε μιαν απογυμνωμένη
ισότητα,
ποθώντας για κάθε νοσοκόμα και γιατρό που περνούν
υγιείς και ντυμένοι, να κάνουν φίλους με, ξεδιαλέγοντας,
το ΕΓΩ
που συνήθιζε να είναι, όμως είμαστε ίδιοι
και απαράλλακτοι.
Είναι καλύτερα να ξαπλώσω πάνω στο ακτινολογικό
τραπέζι,
σκιαγραφικό στη σπονδυλική μου στήλη. Ο ακτινολόγος
με συστήνει σ’ έναν ευγενικό άνθρωπο, έναν ειδικό
στις σπονδυλικές στήλες όπως η δική μου:
τα φώτα σβήνουν, με περιστρέφει.
Η μυελογραφία μου είναι αρνητική. Αυτό μ’ ενθουσιάζει,
ο ευχάριστος ειδικός με συγχαίρει,
και βγάζω τη ρόμπα μου με χαρά, φορώ
τις δικές μου πιτζάμες, το δικό μου νυχτικό,
και επιστρέφω πίσω στο δωμάτιό μου, το 601.
*Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου. Από το “Η Θηριώδης Μούσα”, Εκδόσεις Μικρή Άρκτος (2008).
NO WAY OUT
Bottle tips to its side
emptying its contents
drunken night
spent trying to put to sleep
first of the month instincts and aches
before you piss away
this month’s paycheck
in three or maybe four
uninterrupted nights of stupor
as though expecting Hades
to finally come and erase you
and your agony from
this gold-decorated world
ΑΔΙΕΞΟΔΟ
Μπουκάλι πεσμένο στο πλάι
μισοάδειο περιεχόμενο
μεθυστική νύχτα
να προσπαθείς ν’ αποκοιμήσεις
ένστικτα και πρωτομηνιάς πόνο
προτού πιεις του μήνα τούτου
το μισθό σε τρεις ή τέσσερις
νύχτες αδιάκοπης μέθης
μην κι έρθει τελικά ο Χάρος
κι αφαιρέσει εσένα
και το μαρτύριο σου
απ’ τον καλόπλουτο τούτο κόσμο
~ NOSTOS and ALGOS, Ekstasis Editions, Victoria, BC, Canada, 2012
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.authormanolis.wordpress.com
Κανείς δεν ξέρει,
Πως μαζί μου μεγαλώνει το φθινόπωρο,
πως, όταν λέω “εμείς”
Κάτι πεθαίνει στη σιωπή,πίσω από κάθε λέξη,
Πως η φωνή, που σε ονομάζει, με παγώνει./
Η συντροφιά μου, μερικές φορές,
Τίποτε περισσότερο, από αέρινα, αόρατα χέρια.
Μαλλιά λυτά, μ΄ ένα ψίθυρο βροχής,
Ή η απέραντη απογοήτευση των μελαγχολικών κήπων.
Δεν υπάρχει κάτι που να μην κρυώνει.
Τί θα γίνει μ’ εμάς;
Μαδημένη ενθύμηση,
Αργή, δίχως τύψεις μιας πονεμένης ψυχής,
Θά ‘σαι σε άλλα χείλη, ένα άλλο χαμένο ρόδο.
Κάθε φορά λιγότερο δική μου,
Και πάντα μια εξουθενωμένη γυναίκα, ποτέ πια.
Εκείνη, που μου άνοιξε την πληγή του τραγουδιού.
Εκείνο που μένει, τόσο μόνο δίχως εσένα: το ασήμαντό μου εγώ.
*Μετάφραση απ΄τα Ισπανικά: Μόσχος Ε.Λαγκουβάρδος. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Γραφή”, τεύχος 64, Άνοιξη 2008.

Thaddeus Marshall, the owner of the most famous red wheelbarrow in literary history. Credit Teresa Marshall Hale. Courtesy Mark Giordano.
By JENNIFER SCHUESSLER*
JULY 6, 2015
For decades, much has depended on his red wheelbarrow, streaked with rain, next to some white chickens, even if no one has known — or perhaps even wondered — exactly who he was.
But now, the owner of the humble garden tool that inspired William Carlos Williams’s classic poem “The Red Wheelbarrow” will finally get his due.
On July 18, in a moment of belated poetic justice, a stone will be laid on the otherwise unmarked grave of Thaddeus Marshall, an African-American street vendor from Rutherford, N.J., noting his unsung contribution to American literature.
“When we read this poem in an anthology, we tend not to think of the chickens as real chickens, but as platonic chickens, some ideal thing,” William Logan, the scholar who recently discovered Mr. Marshall’s identity, said in an interview.
The discovery doesn’t change the meaning, he said, but “knowing there was a man with a particular wheelbarrow and some chickens does help us understand the world the poem was embedded in.”
Williams’s 16-word poem, first published in 1923, was hailed as a manifesto of plain-spoken American modernism. Williams himself declared it “quite perfect.” A staple of classrooms and anthologies, it has inspired endless debates about its deeper meaning — how much of what, exactly, depends on the red wheelbarrow? — not to mention provided the name of an English-language bookstore in Paris, a craft beer from Maine and an episode of “Homeland.”
Continue reading
Συνεπής για τους υπολοίπους,
καθώς πρέπει προς τους υπολοίπους∙
επιβαλλόμενα πρότυπα
από μία άκρως
– άτυπα –
τυποποιημένη
κινούμενα εκφραστική κοινωνία
της αναισθησίας,
μαραίνοντας τα θέλω
και τα νιώθω
απέναντι στα υποκείμενα,
που εξ’ αμβλώσεως
μετατράπηκαν
σε προσκυνητές
του μαραθώνιου δείκτη
Νέττα
Πλάγιαζα στο σκοτάδι και την περίμενα
ακούγοντας ν’ ανεβαίνει τη σκάλα
μέσ’ στη δροσιά του σπιτιού
σαν ψίθυρος από φιλιά κι ανάσες.
Γύρευα τότε να ξεφύγω
μα η ομορφιά της στάλαζε στα κόκαλά μου
νύχτες που μελετούσα το κενό
πηγαίνοντας από την ηδονή στον Άδη.
Και τα λαγόνια της να φέγγουνε στον ύπνο μου
ματόκλαδα και χείλια που τάσκιζε ο πόθος μου
κι ο γυρισμός στον ύπνο μου μονάχα
λίγος καπνός από μακριά
λουλούδια κι ένα δροσερό σταμνί.
Και το καράβι μου στον κήπο της
δεμένο κι άγρυπνο
σαν ένα μεγάλο μαύρο σκυλί
μου θύμιζε κάποτε τους σύντροφους που χάθηκαν
ή τις παράξενες αφορμές της αγάπης.
*Από το “Το κατώγι”. Εδώ από το http://www.poein.gr
Τον τελευταίο καιρό εκδίδονται πολλές ποιητικές συλλογές και από αυτές, ψάχνουμε να βρούμε ορισμένες, που έχουν κάτι να μας πουν. Μια τέτοια περίπτωση είναι και η ποιητική συλλογή της Ιωάννας Διαμαντοπούλου «Η Άστεγη μέρα», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Μελάνι».
Πρόκειται για μια ποίηση κατανοητή, άλλοτε κοινωνική, άλλοτε ερωτική και άλλοτε υπαρξιακή, μα πάντα με μια θλίψη και μια απογοήτευση για την επανάσταση, που «δεν θα γίνει ούτε σήμερα», που «ανατέθηκε αλλού», που μας υποσχέθηκαν ότι θα την κάνουν άλλοι για λογαριασμό μας και τους εμπιστευθήκαμε για να ανακαλύψουμε ότι μας εξαπάτησαν.
Όμως, παρά τη θλίψη και την μελαγχολία η ελπίδα παραμένει και η Ιωάννα Διαμαντοπούλου μας προτρέπει λέγοντας: «Να μη φοβάσαι. / Ακόμη κι αν είσαι το τελευταίο μοναχικό δέντρο στο λιβάδι», υπενθυμίζοντάς μας τον ηρωικό μηδενισμό του Καζαντζάκη και του Καβάφη.
Την ποιήτρια φαίνεται να την τρομάζει η αποξένωση και η βαρβαρότητα της σύγχρονης κοινωνίας και πολύ εύστοχα γράφει: «Είναι κακόφημη η αλήθεια / κι έχει ένα σκληρό πρόσωπο. / Όταν θέλει να κάνει το τοπίο βάρβαρο, / βάζει ανθρώπους να το κατοικήσουν».
Ο έρωτας για την Ιωάννα Διαμαντοπούλου θέλει προσοχή, έτσι ώστε να μη καταντήσει εγωιστικός και να μη φτάσει να διαπιστώσει πικρά ότι: «Δεν αγαπώ πια. / Ο τελευταίος που αγάπησα πνίγηκε σε κατακλυσμούς αγάπης».
Όλα όσα περιγράψαμε πιο πάνω καλύπτουν περίπου τις μισές σελίδες της συλλογής, γιατί προχωρώντας, δυστυχώς, διαπιστώνουμε ότι τα ποιήματα γίνονται πιο μεγάλα και δυσνόητα. Χάνεται η λιτότητα του στίχου και η άμεση επαφή με τον αναγνώστη.
Κλείνοντας, θα λέγαμε ότι η Ιωάννα Διαμαντοπούλου είναι μια ποιήτρια με ταλέντο, που σίγουρα μπορεί να μας δώσει πολύ περισσότερα.
Θεοχάρης Παπαδόπουλος
*Από το http://www.vakxikon.gr
**H Ιωάννα Διαμαντοπούλου γεννήθηκε το 1960 στην Αθήνα. Σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Πατρών και εργάζεται ως μαθηματικός στην Γερμανία. Είναι παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών. Στα φοιτητικά της χρόνια είχε εκδοθεί η ποιητική συλλογή της “Παραμύθι στερνό και παράλογο για απογευματινές ώρες”, εκδόσεις “Ελεύθερος Τύπος¨. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά.
***Ένα ποίημά της από την παρούσα συλλογή έχει δημοσιευτεί εδώ: https://tokoskino.wordpress.com/2014/09/24/%CE%B9%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%85-%CE%B7-%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B3%CE%B7-%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B1-%CE%B5/
Poetic inspirations @ Emerald
Calling all poets and lovers of poetry Especially all those who write in another language than English and/or have their work in a bilingual or a translated form Every second Saturday of the month
Next reading is
August 8, 11.45am-1.45pm
Featuring
Salome Argyropoulos
Ben Jon Smith
and open mic
at Emerald Hill Library & Heritage Centre
195 Bank St.,
South Melbourne
(opposite South Melbourne Town Hall)
The following Reading dates through out 2015 are as follows: September 12, 11.45AM-1.45PM October 10, 11.45AM-1.45PM November 14, 11.45AM-1.45PM December 12, 11.45AM-1.45PM
For more information:
– Dimitri Troaditis troaditisdimitris@gmail.com and/or 0432 094 342
– Emerald Library and Heritage Centre
Art & Heritage Programs | Arts & Culture 9209 6416
***The room can seat up to 30 persons. There is a kitchen available to use, with the usual facilities, including crockery and a hot water urn. The room also has audio visual equipment and screen if it will be required.
κάποιες μέρες ριγούμε
φορώντας τον άλλο μας εαυτό
βγαίνοντας στο σεργιάνι των καθρεπτών
θαυμάζοντας σφιχτά σώματα
σαν λάτρεμα ευαγγελίων
σαγήνες μόνο για μας
αυτάρεσκες
μα αληθινές
και αδόλευτες
κάποιες ώρες
μένουμε μόνοι μέσα στα χάδια
και τα σμιλέματα της φαντασίας
ριγούμε
ριγούμε κι εξαγνιζόμαστε
στις άκρες της αύρας
ριγούμε
ριγούμε και εξαπτόμαστε
μπρος στους ηλίανθους
κι οι σφαίρες της ηδονής
μας περιλούζουν