Άρης Αλεξάνδρου: Το βαρύ τίμημα του περάσματος
 από την συντροφικότητα της ομάδας στην αποτρόπαιη
ερημιά της προσωπικής-ατομικής μοναξιάς ­

ceb1cf81ceb7cf82-ceb1cebbceb5cebeceb1cebdceb4cf81cebfcf85


Του Γιώργου Μαρκόπουλου

Εκείνο που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο μένει σε μας, κλείνοντας τον τόμο Ποιήματα (1941-1971), που στεγάζει τις τρεις συλλογές (Ακόμα τούτη η άνοιξη, 1946, Άγονος γραμμή, 1952 και Ευθύτης οδών, 1959), που έγραψε ο Άρης Αλεξάνδρου, είναι αυτό το κακό συναίσθημα που μας αφήνει η επίδραση που είχε πάνω του η προσπάθεια στην εξορία, της ψυχικής και ηθικής του εξόντωσης, από εχθρούς μαζί και από «φίλους». Μια προσπάθεια, η οποία, περισσότερο και από την κρίση που πρέπει να δημιούργησαν σ’ αυτόν οι όποιες «ρωγμές» στον ιδεολογικό χώρο της επανάστασης, άφησε στην ποίησή του ανεξίτηλα τα σημάδια της πιο σκληρής απανθρωπιάς, της πιο διαβρωτικής απομόνωσης, του πιο ελεεινού εσωτερικού βασανισμού και της πιο ψυχοφθόρας ερήμωσης.


Αλλά ας προσεγγίσουμε και τις τρεις αυτές συλλογές, καθεμιά χωριστά. Στην πρώτη, ο Αλεξάνδρου, επηρεασμένος οπωσδήποτε από το δημοτικό τραγούδι αλλά και από την, ανανεωτικών τάσεων, ποίηση της εποχής, ιδιαίτερα από την πληθωρική όσο και έγχρωμη εικονοποιία του Γιάννη Ρίτσου, το έργο του οποίου δείχνει να είχε αφομοιώσει αρκούντως, μας παραδίδει ποιήματα που τα χαρακτηρίζει άλλοτε ένας περίεργος ρομαντισμός και άλλοτε μια ιδιόρρυθμη νοσταλγία, ενώ το επαναστατικό όραμα παραμένει ακέραιο, αράγιστο, και ο ποιητής μέσα σε αυτό ανυποψίαστος και ευδαίμων.


Τα πράγματα, όμως, δεν ορίζονται από επιφανειακές συγκυρίες αλλά, σίγουρα, από κάποιες βαθύτερες εσωτερικές διεργασίες, οι οποίες αργά και σταθερά, στο τέλος, επεμβαίνουν. Έτσι, αυτή η χυμώδης μακαριότητα της πρώτης συλλογής, έμελλε να διαταραχθεί και να πάρει τραγικές διαστάσεις στην αμέσως επόμενη• οπότε ο Αλεξάνδρου τώρα πια, χωρίς βεβαίως να εγκαταλείψει τελείως τις προηγούμενες επιλογές του, έστω και σαν απόηχους σε κάποιες στροφές, όσον αφορά την ποιητική του φόρμα, επιδίδεται περισσότερο στην καταγραφή (και όχι «περιγραφή») των εσωτερικών εκείνων συνισταμένων που ορίζουν τη συμπεριφορά ενός περίπλοκου και πολύπλοκου πλήθους (κρατούντων και κρατουμένων), το οποίο διαβιεί στο στρατόπεδο. Η γραφή του (αυτή που χαρακτηρίζει την πλειονότητα των ποιημάτων του και ιδιαίτερα αυτών που σηματοδοτούν τη συλλογή), κοφτή, λαχανιασμένη, διαποτίζεται από την αγωνία του απελπισμένου, πανταχόθεν βαλλόμενου αγριμιού, που άλλοτε ο φόβος του εγκλείστου και άλλοτε η βιασύνη του να προλάβει, μια και διαισθάνεται έντονα το επερχόμενο τέλος, να πει αυτά που θέλει, καθίσταται, πράγματι, τραγική.

Continue reading →

ΜΑΛΑΓΚΕΝΙΑ..

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

P3271283

Επειδή σαν σήμερα δολοφονήθηκε ο Ισπανός ποιητής Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα,από τις φασιστικές ορδές του Φράνκο, το 1936 και επειδή ήταν ο αγαπημένος ποιητής της εφηβείας μου αφιερώνω μερικά ποιήματά του στην μνήμη του.

Μαλαγκένια

Ο θάνατος

μπαίνει και βγαίνει

από την ταβέρνα.

–

Περνάνε μαύρα άλογα ,

παράξενος κόσμος

απ’ τους βαθιούς δρόμους της κιθάρας.

–

ΚΙ είναι ένας πόνος από αλάτι

κι από θηλυκό αίμα

στους πυρετικούς νάρδους της μαρίνας.

–

Ο θάνατος

μπαίνει και βγαίνει

και βγαίνει και μπαίνει

ο θάνατος

από την ταβέρνα.

ΜΕΜΕΝΤΟ

Όταν πεθάνω,

θάψτε με με την κιθάρα μου

κάτω από την άμμο.

–

Όταν πεθάνω

ανάμεσα στις πορτοκαλιές

και στις μέντες.

–

Όταν πεθάνω

θάψτε με αν θέλετε

σ’έναν ανεμοδείχτη .

–

Όταν πεθάνω!

(Memento:κάθε ένα από τα δυο μέρη του μνημόσυνου των καθολικών)

DE PROFUNDIS

Οι εκατό ερωτευμένοι

κοιμούνται για πάντα

μες τη στενή γη.

Η Ανδαλουσία έχει

μακριούς κόκκινους δρόμους.

Η…

View original post 17 more words

Δημήτρης Τρωαδίτης, Το σύμπαν είναι άναρχο

adbusters_120_spain_S

Το σύμπαν είναι άναρχο
κι εμείς επαναστάτες
αδάμαστοι πρωταγωνιστές
συνεχών ανατροπών
πρωτεργάτες παθιασμένοι
ενώσεων παντοδυναμίας
πασχίζοντας να εξουδετερώσουμε
κάθε τραγωδία
στοιχηματίζοντας στο μέλλον
μιας και τα χωράφια του παρελθόντος
έχουν γόνιμα σπαρθεί
αποσυντονίζοντας ξύλινες γλώσσες
αρνούμενοι να ενηλικιωθούμε
ξεδιπλώνοντας την ποίησή μας
στα μήκη και τα πλάτη
με χάδια απαλά
θωπεύοντας τις διακηρύξεις μας
η λάμψη μας προκαλεί
απέραντη φωτοχυσία
κι οι στοχασμοί γίνονται
ιδιοκτησία των πάντων
στο φεγγαρόφωτο

Σοφία Περδίκη, Ανοίγω τα μάτια του ύπνου

11705372_10206855901131773_7256612878877403352_n

Ανοίγω τα μάτια του ύπνου.

Τρεκλίζει ακόμα το βλέμμα

που κοίταξε προ ολίγου

μέσα στο χάσμα του ονείρου:

το ανέφελο θέρος

τη γούβα βαθιά ανοιγμένη στην άμμο

τις κολλημένες εντυπώσεις στα τσίνορα

τα μυστικά στην παρειά

εκεί που συναντά το χνούδι

το δέρμα
τα άλυτα αινίγματα

της κάθε φακίδας

όλα τα στίγματα

την αδημονία

ν’ ανασαίνει με δυσκολία

μια μέρα αποσύνθεσης

που κοίταζε πέρ
α
η βυθισμένη γυναίκα
υγρή και πράσινη

τον σταματημένο χρόνο της

μέσα στη σέρα.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από τη σελίδα της Σοφίας Περδίκη στο facebook.

Γιάννης Ποταμιάνος, Μεσόγειος τάφρος ΙΙ

1-97ad3f3743

Τα κύματα δεν είναι μάρτυρες απόψε
ίσως είναι άγγελοι θανάτου
Η μεσόγειος τάφρος πέρασμα
άλλοτε ελπίδας κι άλλοτε απόγνωσης
Ορδές κυμάτων περιπαίζουν απόψε τ’ άστρα
Συγχορδίες ανέμων ξεχύθηκαν
στο φεγγαρόφωτο
Κι αυτός φυγάς
ψάχνει το πεπρωμένο του στη βαρβαρότητα
της θάλασσας
με το ψυχρό φως του φεγγαριού να ρέει
στις φλέβες του
κι ένα άστρο καρφωμένο στο μέτωπό του

Κι αυτός φυγάς μαρκαρισμένος
με το σήμα του θανάτου κατακούτελα
οιακίζει στην ορθρινή παγωνιά
με βάρκα πλαστική καταμεσής στο πέλαγος
Ναι είναι μετανάστης
εμπόρευμα που επιβραβεύει
το αίσχος του των καιρών μας

Στα κύματα ανάμεσα παλεύει
όπως δελφίνι λαβωμένο
σε γαλάζιο σεντόνι ξαπλωμένος
αγναντεύει το φεγγάρι
κι η ερημιά φουσκώνει στο στήθος του
όπως ζυμάρι
φωνάζει τα πουλιά που ταξιδεύουν
κι όλο μάχεται το θάνατο
Η μεσόγειος θάλασσα
τάφρος θανάτου απόψε
Κι αυτός φυγάς να κολυμπάει απελπισμένα
σε μια σανίδα γαντζωμένος
Επιτέλους απλώστε του το χέρι
κοκκίνισε η θάλασσα
όχι άλλο αίμα

25 Απριλίου 2015

Cornelis Vleeskens

cv1

cv2

cv3

Cornelis Vleeskens was born in Scheveningen, Holland on 23rd July 1948 and arrived as a migrant in Australia at the age of ten. Ater a short stay at Scheyville Camp the family moved to Eastern Creek in Sydney’s outer western suburbs.

He was schooled there and at Blacktown and later at the University of Sydney. From the mid 1960s he spent nearly a decade roaming Australia, South-East Asia, Hong Kong and Japan. Returning to Australia in the mid 1970s he resumed university studies and completed an honours degree in English Literature at the University of Queensland, graduating in 1978.

He was on the editorial board of Makar Press between 1977 and 1980 and was an active participant in the
Queensland poetry scene. His irst collection, Hong Kong Suicide & Other Poems (Makar Press, 1976) was well received and from that moment on he entered complete commitment to a creative life. In 1980 he moved to Sydney where he founded his own imprint, Fling Poetry – a vision and agenda for both a magazine
and publishing programme. The following year he moved to Melbourne. Fling’s early list included Chris Mansell, Michael Sharkey, Michael Witts, Ken Taylor, and Phil Motherwell; and Fling the magazine assumed an important role harvesting much of the best among new writing at the time.

While Vleeskens’ early published work was in English, he took up his mother tongue and experimented with compositions in Dutch between 1979 and 1984; from 1987 onwards he produced a considerable proportion
of his written output in the Dutch language.

His second manifestation as publisher was with the imprint Earthdance, where he produced the works of Patrick Alexander, Catherine Bateson, Janice M. Bostock, Peter Bailey, Tim Gaze, Billy Jones, and Jeltje
Fanoy among others. It was during his years in Melbourne, Eltham, and later at Cape Paterson that signiicant collaborations and associations commenced — notably with the artist Jenni Mitchell, and most notably, with the poet Pete Spence.

While never completely forsaking conventional poetic technique, Vleeskens’ participation in the international network of mail art was of such a scale that his reputation is substantial in that sphere: in fact there would be little contest to the proposition that he is nationally ranked with the most preeminent within that form. The work of his middle and late period was increasingly graphic, either in the form of visual poetry (where he is regarded locally and internationally as a singularly gited practitioner) or painting, where he displayed the inluence of the Cobra school and imparted his own distinctive edge and thematic preoccupations— the best of it evident in the design and content of his publications.

His achievements as a translator are also worthy of notice: he completed the only substantial English translation of the poems of Simon Vinkenoog, and translated texts for the AGNSW exhibition, Intensely Dutch in 2009. The extent of his other work bilingually is listed below and includes his versions of the
Dutch post-war “Fitiers”, and the writing of Australian poets working in the Dutch language. Proliic, and largely self-published, his output was relentless to the last. Vleeskens’ independence of thought and practice was largely given published form by his own imprints or select collaboration until the last weeks of his life.

Nicholas Pounder
21 February 2014

roch22

Federico Garcia Lorca, Το χτύπημα και ο θάνατος

Το απόγευμα στις πέντε.

Ήταν απόγευμα. Ακριβώς πέντε.

Ένα παιδί έφερε το λευκό σεντόνι

το απόγευμα στις πέντε.

Ένας κουβάς ασβέστη έτοιμος κιόλας

το απόγευμα στις πέντε.

Όλα τα άλλα θάνατος και μόνο θάνατος

το απόγευμα στις πέντε.

Ο άνεμος έφερε τα βαμβάκια

το απόγευμα στις πέντε

Το οξείδιο έσπειρε κρύσταλλο και νίκελ

το απόγευμα στις πέντε.

Παλεύουν ήδη η περιστέρα με το λιόπαρδο

το απόγευμα στις πέντε.

Κι ένας μηρός με απελπισμένο κέρας

το απόγευμα στις πέντε.

Αρχίσανε οι ήχοι του τυμπάνου

το απόγευμα στις πέντε.

Οι καμπάνες από αρσενικό κι η κάπνα

το απόγευμα στις πέντε.

Κάθε γωνία ομάδες της σιωπής

το απόγευμα στις πέντε.

κι ο ταύρος μόνο με καρδιά στα ύψη!

το απόγευμα στις πέντε.

Όταν ο ιδρώτας χιόνι έφτασε να γίνει

το απόγευμα στις πέντε,

όταν καλύφθηκε η πλατεία με ιώδιο

το απόγευμα στις πέντε,

ο θάνατος άφησε αυγά μες στην πληγή

το απόγευμα στις πέντε.

Το απόγευμα στις πέντε.

Πέντε το απόγευμα. Ακριβώς πέντε.

Φέρετρο είναι με ρόδες το κρεβάτι

το απόγευμα στις πέντε.

Οστά και φλάουτα αντηχούν στην ακοή του

το απόγευμα στις πέντε.

Ο ταύρος ήδη μούγκριζε απ’ το μέτωπό του

το απόγευμα στις πέντε.

Και το δωμάτιο που ιρίδιζε από αγωνία

το απόγευμα στις πέντε.

Από μακριά έρχεται πια κι γάγγραινα

το απόγευμα στις πέντε.

Σάλπιγγα κρίνου στους πράσινους βουβώνες

το απόγευμα στις πέντε.

Οι πληγές του τον έκαιγαν σαν ήλιοι

το απόγευμα στις πέντε.

Και το πλήθος έσπαε τα παράθυρα

το απόγευμα στις πέντε.

Το απόγευμα στις πέντε

Αχ! τι τρομερό απόγευμα στις πέντε!

Ήτανε πέντε σε όλα τα ρολόγια!

Ήτανε απόγευμα σκιάς στις πέντε!

*Από το “Ύμνος και θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσες Μεχίας”. Απόδοση: Γιώργος Μίχος

llanto1

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Εξέχον έκθεμα

old_hospital

Ουρές φυτρώνουν
Απ’ τα κρεβάτια
Σπίτια παλάτια
Κλειστά στοιχειώνουν.

Νοικοκυραίοι…
Πια δεν υπάρχουν
Απόλυτ’ άρχουν
Οι αρουραίοι.

Πουλιά και κρήνες
Κήπων σβησμένων
Των κεντημένων
Χαλιών οι ίνες.

Σκόνη στα κάδρα·
Κι εσύ σκονίζεις
Που εικονίζεις
Μία χαράδρα.