Του δίνει μια.
Κι αυτός αρχίζει να κυλάει, να φτύνει μικρές φθαρμένες συλλαβές,
μαύρους λεκέδες από μελάνι που κολλάνε στο χαρτί.
Και περιστρέφεται. Σαν μικρές ανάσες οι λέξεις του
φεύγουν και επιστρέφουν, και του σβουρίζουν τη ψυχή.
Ο χρόνος ακουμπάει το χώρο,
μοιράζεται το πεδίο του
και ξαπλώνει στο λευκό τοπίο
που θα αποδειχτεί το καταφύγιο
και αδιέξοδο του.
Και γυρνάει. Όλο γυρνάει.
Μέχρι να βρει την άκρη του
και ξαναγίνει άνθρωπος
σαν ποίημα.
Δημήτρης Τρωαδίτης, Οι ευαισθησίες
Γιώργος Δάγλας: Ξορκίζοντας έναν δαίμονα
Tου Γιώργου Αλεξάτου*
Αυτοσυστηνόμενος στην τελευταία του συλλογή ως «ελάσσων Επτανήσιος ποιητής», ο Γιώργος Δάγλας δίνει το μέτρο του σεβασμού στη μεγάλη ποιητική παράδοση του τόπου του και συνάμα την υπόσχεση που για μια ακόμη φορά κρατάει: Οι «Καντάδες για ένα δαίμονα» αποτελούν έργο ποιητικό. Όπως και το πρώτο του εγχείρημα, πριν τριάντα τρία χρόνια, «Η μέρα των φωταγωγών». Όπως «Το μαύρο χιόνι» που ακολούθησε στο μέσο της περιόδου από την πρώτη μέχρι την τωρινή τρίτη ποιητική του συλλογή, το 1999. Δεκαεφτά χρόνια από το 1982, δεκάξι έως το 2015.
Γεννημένος στην Ιθάκη, απόφοιτος Ναυτικού Γυμνασίου, που όμως δεν ταξίδεψε τη θάλασσα, χωρίς να στερηθεί το ταξίδι. Πήρε από εκείνον τον Θιακό, τον πασίγνωστο στα πέρατα του κόσμου, τον Οδυσσέα, αλλά περιφέρθηκε σε πόλεις και συνοικίες, κάνοντας πολύχρονες αλλεπάλληλες στάσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Και πάλι στο Θιάκι και ξανά κάπου αλλού. Πολυμήχανος, όπως κι εκείνος, υπήρξε και οικοδόμος και ταβερνιάρης και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κάποιος, για να εξασφαλίζει κάθε φορά τη δυνατότητα να ζει λιτά αλλά με πάθος φρόνιμα καλυμμένο από νηφάλια αντιμετώπιση κάθε χαράς και αναποδιάς, ανάμεσα σε κόσμο της μέρας και της νύχτας. Κυρίως της νύχτας.
Ο Γιώργος Δάγλας είναι γέννημα της μεταπολιτευτικής αμφισβήτησης. Εκείνων των χρόνων που τα μηνύματα της εξέγερσης του Νοέμβρη του ’73 συναντούσαν, με κάποια καθυστέρηση, τα μηνύματα του Μάη του ’68, σε μια Ελλάδα που άλλαζε ραγδαία, αφήνοντας πίσω της τον μετεμφυλιακό πόνο για να κάνει παρέα με τη θλίψη νέων απογοητεύσεων και νέων διαψεύσεων. Όμως, όπως έλεγε κι ό ίδιος σε εκδήλωση για την Κατερίνα Γώγου, φίλη του αγαπημένη (όπως φίλοι του αγαπημένοι υπήρξαν και ο Νικόλας Άσιμος και ο Λεωνίδας Χρηστάκης και ο Αντώνης Πλούτης, ο «Ρέμπελος»), παρ’ όλα αυτά, «η ελπίδα είναι ότι εμείς συνεχίζουμε». Ότι «υπάρχει ελπίδα. Δεν χάνεται τίποτα. Κι αυτό είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα». Γιατί ο Δάγλας αναγνωρίζει οφειλές:
Σ’ αυτό το πιτσιρίκι
που κλωτσάει μια ψεύτικη μπάλα
σ’ ένα λασπωμένο στενό.
Στον αντάρτη που παραδίνει
δακρυσμένος το όπλο του.
Σ’ αυτή την παράξενη γυναίκα
που συνάντησες στο σταθμό ενός τρένου
και χάθηκε για πάντα.
Στις φλεγόμενες πολιτείες των εξεγερμένων.
Στα δειλινά των λυπημένων.
Στα ερείπια που ανθίζουν.
Στις νύχτες που σε τυλίγουν.
Στα κόκκινα μάτια.
Στα λυγισμένα σίδερα.
Στην άλλη μέρα, στην άλλη μέρα.
Παντού μπορείς να νιώσεις
την ομορφιά της έκρηξης
αν ελλοχεύει μέσα σου.
Ολιγογράφος (είπαμε, μόλις τρεις σχετικά μικρές ποιητικές συλλογές), με γραφή πυκνή και αφαιρετική, αλλά και με λόγο μεστό, με πλούτο εικόνων, με τη ζωντάνια που αναδύεται από την αίσθηση του «είμαι εδώ και το ζω», ο Δάγλας μεταφέρει την παρατήρηση της αλήθειας της κρυμμένης πίσω από τη λουστραρισμένη επιφάνεια του δήθεν. Ή του ντεμέκ, που άκουγε να λένε στη Θεσσαλονίκη:
Αυτός ο άνθρωπος
που περπατάει σκυφτός
στην άλλη άκρη του δρόμου,
φαίνεται πως κρυώνει.
Κι όμως,
δεν κοιτάζει ψηλά.
Ξέρει.
Κανένας δε θα τραβήξει την κουρτίνα του
να τον σκεπάσει.
Άλλωστε,
Αυτό το σπίτι
ήταν πάντα εκεί.
Πολλά χρόνια.
Παλιό. Μουντό. Γενναίο.
Κι ακόμα εκεί το βλέπω.
Χαμένο στο χρόνο, μόνο,
να αντέχει
τον πόνο τόσων ανθρώπων
που ζήσαν στα σωθικά του
κι ακόμα να στέκει όρθιο,
να επιμένει, ν’ ανοίγει και να κλείνει
τις πόρτες του
σε μια αιωνιότητα
που δεν θ’ αγαπήσει ποτέ.
#Η ποιητική συλλογή «Καντάδες για ένα δαίμονα» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Φίλντισι».
*Από το Βαθύ Κόκκινο στο http://tsak-giorgis.blogspot.com.au/2015/05/blog-post_26.html
Σκοτάδι, ποίηση, Αλέξης Αντωνόπουλος, Εκδόσεις Ars Poetica 2013
Της Ασημίνας Ξηρογιάννη*
Το Σκοτάδι είναι το πρώτο βιβλίο του Αλέξη Αντωνόπουλου. Δεν λέω ποιητική συλλογή, γιατί δεν πρόκειται ακριβώς και μόνο για ποίηση. Είναι βασικά ένα μεικτό είδος, θα έλεγε κάποιος. Ο πεζός λόγος εναλλάσσεται με στίχους, αφορισμούς και διαλογικά μέρη. Υπάρχει ένα πρόσωπο που αφηγείται πράγματα και καταστάσεις, στιγμιότυπα ζωής, έρωτα, θανάτου και φαντασίας. Ο αφηγητής είναι στοχαστικός, κυνικός, υβριστικός, ενίοτε τρυφερός, συχνά αντιφατικός. «Ονειρευτής», «ένα αιώνιο ον που αναζητεί απαντήσεις», στα διάφορα ερωτήματα φιλοσοφικής υφής που θέτει.
Η περσόνα του Αντωνόπουλου αγαπά το σκοτάδι, το λατρεύει σαν Θεό. Αλλά τί είναι ακριβώς το σκοτάδι, αν όχι επιλογή του ανθρώπου; O αφηγητής κάποιες φορές απευθύνεται στον αναγνώστη του βιβλίου ανιχνεύοντας συνάμα τις προθέσεις του. Τον προτρέπει να διαβάσει το έργο και να αφεθεί χωρίς να βιαστεί να το κατηγοριοποιήσει, να του βάλει μια ταμπέλα. Ακόμα, ο θαυμαστός αφηγητής ζει μόνο στα όνειρά του (αλλά όχι στη ζωή του), όπως μας πληροφορεί. Πιστεύει πως τα όνειρα είναι πιο εύκολα από τη ζωή. Οι σκέψεις του περί της γραφής, του ρόλου και της σημασίας της, δεν λείπουν. Μας δίνει και τη δική του προσέγγιση για την Τέχνη, στην οποία οι Δαίμονες μεταμορφώνονται σε Αγγέλους. Ανιχνεύει την ανθρώπινη ψυχολογία, αλλά και διέπεται και από μεταφυσικές ανησυχίες. Μέσα του κρύβει έναν ήρωα που απεγνωσμένα ζητά επιτέλους να απελευθερώσει. Σαφής είναι η μοιραία σχέση -σχέση αγκάθι με τη μητέρα του, την οποία θανάσιμα μισεί.
Eν ολίγοις, λόγος άμεσος, λιτός, με ζωντάνια και θεατρικότητα, απόλυτα πεζογραφικός, με αράδες δοκιμιακής υφής και μετρημένες ποιητικές εξάρσεις. Όμως, θεωρώ ότι το αξιόλογο υλικό – σημειώσεις του Αντωνόπουλου, δεν έχει διευθετηθεί με τη δέουσα οικονομία, ώστε να είναι εκατό τις εκατό λειτουργικό. Το ζητούμενο πάντα είναι το σωστό κόψιμο και ράψιμο, η επιθυμητή ύφανση, αφαιρετικότητα και υπαινικτικότητα, ώστε να επιτευχθεί το ανοίκειο αποτέλεσμα και η λογοτεχνικότητα εν τέλει.
*Από το Βακχικόν στο http://www.vakxikon.gr
Βύρων Λεοντάρης, Όχι μόνο τ`αθώα παράπονα
Όχι μόνο τ`αθώα παράπονα,
που αναποδογυρίζουνε με μια κλοτσιά στο στήθος,
όχι μόνο οι φωνές, που τις ξαπλώνουν στις πλατείες,
όχι μόνο οι ανύποπτοι ενθουσιασμοί.
Πιο δυνατή είναι, πιότερο βαραίνει
η σιωπή που ακολουθεί,
η σιωπή των πεισμωμένων δρόμων, των κλειστών παραθυριών,
η σιωπή των παιδιών μπροστά στον πρώτο σκοτωμένο,
η σιωπή μπροστά στην ξαφνική ατιμία,
η σιωπή του δάσους,
η σιωπή του αλόγου δίπλα στο ποτάμι,
η σιωπή ανάμεσα σε δυό στόματα, που δεν μπορούν να φιληθούν,
κι εκείνη η “ενός λεπτού σιγή”,
που παρατείνεται και γιγαντώνεται
μες στις καρδιές, μες στους αιώνες,
η σιωπή που αποφασίζει
τι είναι να μείνει, τι είναι να χαθεί.
*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του Χρ. Καλλίνου στο http://callinos.blogspot.com.au/2015/04/blog-post_22.html
Φώτης Τερζάης, Αντίδρομα στον ήλιο – Ασιατικές ιχνογραφίες (απόσπασμα)
ΑΡΑΒΙΚΗ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ, τόπος παραμυθιών και θαυμάτων. Μεθυσμένων οπτασιών, επικίνδυνων αντικατοπτρισμών και κακόβουλων τζινν. Μια μοναχική πλάκα γης που ξεκόλλησε από το σώμα τής Αφρικής κι ολοένα απομακρύνεται, με ένα αυλάκι που μεγαλώνει στα δυτικά της, την Ερυθρά, ένα που συρρικνώνεται ανατολικά, τον Περσικό Κόλπο, και μία από τις πιο επικίνδυνες θάλασσες του κόσμου στον νότο. Τεράστιες ακατοίκητες εκτάσεις που κανένας ποταμός δεν δροσίζει, μονάχα ξερές κοίτες χειμάρρων ––ουάντι–– που πλημμυρίζουν αιφνίδια από τις εποχιακές βροχές αφανίζοντας ό,τι βρίσκουν στο πέρασμά τους, τρώγοντας προϊστορικά πετρώματα, κι ύστερα ξεραίνονται αφήνοντας βαθιές χαρακιές στο έδαφος και απόκρημνα φαράγγια. Και όμως, τούτη η πεισμωμένη γη ήξερε ανέκαθεν να κρατά υγρασία σε καλά φυλαγμένες πτυχές της, όπου οι άνθρωποι έμαθαν να φυτεύουν χουρμαδιές και να μισοχορταίνουν τα ζώα τους με το λιγοστό εποχιακό χορτάρι. Τον υπόλοιπο χρόνο περιπλανιόντουσαν: σκοτώνονταν για τις λιγοστές πηγές κι ένα είδος μακρόσυρτων, τελετουργικών επιδρομών τής μίας φυλής εναντίον τής άλλης ήταν ο μόνος σχεδόν τρόπος επιβίωσης, που στο αμόνι του σμιλεύτηκαν οι μεγάλες αρετές τού αραβικού γένους – τόλμη, καρτερία και αντοχή, πάθος για ελευθερία, φιλοξενία, διπλωματική πονηριά και ποιητική ευγλωττία.
H Αραβική κατοικείται αδιάκοπα τουλάχιστον από τους νεολιθικούς χρόνους. Τα παλαιότερα ίχνη ανθρώπινης κατοίκησης, κοντά στην περιοχή τού Κόλπου, ανάγονται στο 5000 π.Χ. Την τρίτη χιλιετία π.Χ. ένας ισχυρός πολιτισμός, γνωστός ως Ντιλμούν, αναδύθηκε με επίκεντρο το νησιωτικό σύμπλεγμα του Μπαχρέιν. Την πρώτη χιλιετία π.Χ. οι Σαβαίοι δημιούργησαν μια ναυτική αυτοκρατορία στα νοτιοδυτικά, στη θέση τής σημερινής Υεμένης, όπου φτάνει η ακτίνα των μουσώνων δωρίζοντας τη μοναδική ζώνη βλάστησης στη Χερσόνησο (ευδαίμονα Αραβία την αποκαλούσε ο Ηρόδοτος). Έχτισαν το μεγάλο φράγμα της Μα’ρίμπ, επιβλητικούς ναούς σεληνιακών και ηλιακών θεοτήτων, και επεκτάθηκαν στο Κέρας τής Αφρικής μεταφέροντας τη γλώσσα και τη γραφή τους στα αιθιοπικά υψίπεδα. Ο βιβλικός θρύλος τής βασίλισσας του Σαβά αποτυπώνει την αίγλη αυτού τού αρχαίου βασιλείου, που το μυστικό του ήταν ο έλεγχος του θαλάσσιου εμπορίου των αρωμάτων και των μπαχαρικών από και προς την Ινδία και την Κεϋλάνη. Στα βορειοδυτικά τής Χερσονήσου, στη θέση τής σημερινής Ιορδανίας (που οι Ρωμαίοι ονόμασαν Πετραία Αραβία), τους τελευταίους αιώνες π.Χ. γεννήθηκε ένα ισχυρό βορειοαραβικό βασίλειο που, ελέγχοντας τους χερσαίους εμπορικούς δρόμους προς τη Μεσόγειο, έδωσε μία ακόμη θαυμαστή πολιτισμική ποικιλία από κείνες που τόσο απλόχερα έθρεψε η γη τής Συροπαλαιστίνης: οι μυστηριώδεις Ναβαταίοι, που έσβησαν γύρω στον τέταρτο αιώνα μ.Χ. και μας άφησαν το πολύτιμο μαργαριτάρι τής Πέτρας. Κάπου 60 χιλιόμετρα ανατολικά τής Άκαμπα, του κυριότερου λιμανιού στον μυχό τής Ερυθράς κάτω από τη Χερσόνησο του Σινά, είναι το Ουάντι Ραμ, η λεγόμενη «Κοιλάδα τού Φεγγαριού». Ανάμεσα στα σημάδια που άφησαν διάφοροι πληθυσμοί εδώ, σε ύψος 1800 μέτρων από τη στάθμη τής θάλασσας, είναι και τα ερείπια ενός ναβαταϊκού ναού, από την εποχή προφανώς που ξεκινούσαν την έφοδό τους στο ιστορικό προσκήνιο. Έχουν επίσης βρεθεί μια σειρά από πετρόγλυφες κομψές φιγούρες, σαφώς αρχαιότερες, που παριστάνουν ανθρώπους και αντιλόπες. Ποιοι τις έφτιαξαν; Παρά τις τεράστιες διαφορές στη χρονολόγηση θυμίζουν τις περίφημες βραχογραφίες τής Σαχάρα, στο φυσικό πάρκο Αΐρ και Τενερέ, σήμερα στη Δημοκρατία τού Νίγηρα – και με κάνουν ακόμα μία φορά να σκέφτομαι τη συνέχεια ανάμεσα στην Αραβική Χερσόνησο και την Αφρική: η μεγάλη Αραβική έρημος ένα σκισμένο κομμάτι τής Σαχάρα – γιατί όχι;
Continue reading
Benjamin Solah reviews Jeltje Fanoy
Princes by Night
by Jeltje Fanoy
Island Press, 2015
Jeltje Fanoy’s Princes by night is part poetry collection and part fragmented family history, peppered with glimpses of the Dutch colonial experience in Indonesia. Her fourth collection, Fanoy has explained that it’s partly influenced by her becoming aware of Australia’s own colonial history, and has been her ambition for many years.
Fanoy describes herself sometimes as a sound poet as well as a ‘migrant poet’, and performs under the name ‘jeltje,’ often using music, alliteration and onomatopoeia. Princes by night, however, seems very much written for the page. For the most part it is a poetics of simple and minimal language, interchanging narrative verse and prose poetry. Examples of this mode include shorter pieces such as ‘little jaap’, and one of the most strident poems in the collection, ‘Roaring Twenties tempat’:
A loudmouthed consortium of
sugar industry interests
defending their, reportedly,
immeasurable wealth of
lighting cigars from banknotes,
and in panic over impending losses,
promoted, through paid lobbyists
and significant ownership of the Press …
‘Roaring Twenties tempat’ is compact and potent, using practical language against itself. In its intention and politics it is in the style of Jeltje the performer, but linguistically it is at home on the page. Its words would not gain anything by being read aloud, other than the potential to be a mouthful.
Perhaps that could work. Fanoy comes from the same era as – and claims influence from – πo, also a migrant poet with a strong performance background and one known for using regular and practical language to great effect. Princes by night does maintain the spirit of the 9 to 5 poets from which Fanoy and πo have come: its poetics is accessible to the working class whilst not dumbing down content – the issue of Dutch colonialism is hardly familiar to most Australian readers.
Continue reading
Αντώνης Στασινόπουλος, Ποιήματα
Ήρθε σήμερα αυτός και είπε:
“Εμείς είμαστε ο Λαός”
Είχε έρθει ο άλλος προχθές λέγοντας:
“Εμείς είμαστε ο Λαός”
Θα έρθει εκείνος, που είναι στην αφίσσα,
αύριο και θα πει:
“Εμείς είμαστε ο Λαός”
Χειροκροτήματα! Επιφωνήματα!
Ο Λαός.
***
Θλιμμένα πρωίνά
Χλωμές παρουσίες στις αφετηρίες
Σιδερόφραχτα κλουβιά
Συμπιεζόμαστε, σε θέσεις σκλαβιάς.
Ματιές μηχανικές, επαναλήψεις δρομολογίων
Πόρτες εργοστασίων κλείνουν ηλεκτρονικά
Ο χρόνος περνά 313,314,315 ….
εκατομμύρια παρών.
Οι σύριγγες αναρροφούν δειγματοληπτικά.
Πάρτε τη σύνταξή σας
Ευχαριστούμε για τη ζωή σας.
***
Κτύπος στην πόρτα
Αντιλαλεί στο δωμάτιο
Κτύπος στην πόρτα,
απάντηση καμμιά
Γιατί δεν υπάρχει κανείς
Όσοι ήθελαν να ζήσουν έφυγαν.
Εμείς μείναμε μέσα στα ντουβάρια
για να ακούμε τους κτύπους μας.
***
Ο υπόνομος στην άκρη
Ένα κεφάλι ποντικού προβάλλει
κοιτά, κοιτάει γύρω του.
Ξεθαρρεύει και βγαίνει
Κάνει βόλτα δίπλα στο πεζούλι
Φωνές. Δείχνουν κάποιοι το ποντίκι.
Αυτό κοιτά γύρω του.
Κάνει να γυρίσει, δεν πρόλαβε
‘Ένα κεφάλι ποντικού στον υπόνομο βγαίνει κοιτά,
βγαίνει κοιτά, βλέπει έναν άνθρωπο
Μια έκφραση αηδίας
Γυρίζει πίσω.
*Από την πρώτη ποιητική συλλογή του Αντώνη Στασινόπουλου “Εκπέμπουμε στους αναρίθμητους σκλάβους ανά δευτερόλεπτο”, Ανεξάρτηση έκδοση χωρίς αναφρά σε τόπο και χρόνο έκδοσης.
Αλέξης Τραϊανός, Επισκέψεις
Αυτές οι ξεθωριασμένες ομολογίες του χτες
Επισκέπτες που κυκλογύριζαν ολημερίς
Για νάβρουν ένα σπίτι πούμεινε κλειδωμένο
Υαλοπίνακες αφημένοι
Στη θαμπή πρόσθεση των ετών
Φωτογραφίες που άρχισαν να πληθαίνουν
Μέσα στα μαύρα περιγράμματά τους
Τι θέλουν
***
Αυτοί οι απρόσκλητοι επισκέπτες
Φύγανε
Διωγμένοι
***
Σαθρές καρέκλες
Φιλοξενούν την υπομονή τους
Μετρημένη σε βάρος
***
Πού να τους βάλω να καθήσουν
Τις σαθρές καρέκλες
Πώς να δικαιολογήσω
*Από αφιέρωμα στον ποιητή του περιοδικού «Ένεκεν», τεύχος Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου-Μαρτίου 2014.
Μίλτος Σαχτούρης, Η μητέρα
Ἔψαχνα νὰ βρῶ τὸ σπίτι μου. Οἱ δρόμοι ἦταν
γεμάτοι ἐρείπια· μοναχὰ τοίχους πεσμένους καὶ
πέτρες ἔβλεπες· κι οὔτε ἕνας ἄνθρωπος δὲν φαινόταν.
Καὶ τότε φάνηκε ἡ ἄρρωστη μητέρα.
Ποτὲ δὲν ἦταν τόσο καλά, γεμάτη ἐνέργεια καὶ δύναμη,
μὲ πῆρε ἀπ᾿ τὸ χέρι καὶ βρεθήκαμε σ᾿ ἕνα
συμπαθητικὸ δωμάτιο, τὸ σπίτι μας.
Ἐγὼ ἔκλαιγα, ἔκλαιγα γοερά…
Κι αὐτή: Μὴ κλαῖς, ὁ καθένας μας μὲ τὴ σειρά του.
*Από τη συλλογή “Έκτοτε” (1996).








