Γεωργία Τρούλη, Συρρίκνωση

p1060066

(με αναγνώριση αποτυπώματος)

Ποίηση πάνω σ’ έναν πεζό της καθημερινότητας λόγο
Τα χέρια έξω από τα ρούχα να μακραίνουν τα μανίκια γίνονται λωρίδες σεντόνι
Λινό και μετάξι. Όλα τα μέσα όργανα αφαιρούνται. Όλα τα μέσα όργανα
Η ροή του αίματος αποκτά άλλο ρυθμό. Λευκό ερυθρό φιαοκίτρινο. Ο ουρανός
με άσπρο σύννεφο. Στη μέση. Με άσπρο κενό που αιωρεί-τε στην γωνία του
ορίζοντα. Μια αμυχή από τα πολύπλοκα της ανοχής
Η φυγάδευση έχει σημείο φυγής τον εαυτό. Στο εσωτερικό όργανο μιας ψυχής
Που διαστέλλεται που διαστέλλεται που διαστέλλεται
Ήρθε και μου είπε με μάτια που δεν αντέχουν την αντανάκλαση
Πως η πόλη έχει δυο εισόδους η λίμνη ένα είδωλο και
Το λουλούδι Λειρήτια έναν Νάρκισσο
Και έναν τρόπο να μαραίνει τον έρωτα-Άρνηση
Η κλειδαρότρυπα μιας θύμησης έχει πολλαπλούς κλειδάριθμους
(1, 2 και άπειρο)
Κανείς δεν ενοχοποιεί την αποκάλυψη της συρρίκνωσης
Θα έρθει πάλι με όλη την αφαίρεση των σωθικών να παίξει την υπόσταση
Με άλλο βάρος με άλλο γόνιμο με άλλο γήρας
Όλα τα σπίτια συμπυκνώνονται σε άλλες ανάγκες
Πώς μπορεί ένα τσόφλι να είναι τόσο ακέραιο και ο πυρήνας
Να διασπάται επ’ άπειρον; Ποίηση πάνω σ’ ένα
πεζό παράπηγμα έρωτα. Επάνω σε ένα ποιητικό παραπέτασμα.
Μέσα σε δύο γραμμές
Δεν θέλησα καθόλου η φωνή που έσυρα
– Μαζί με τα όργανα έτοιμα για μεταμόσχευση ονείρου-
Να με κατασπαράξει σαν Ηχώ αιώνια τιμωρημένη να φωνάζει μόνη τον έρωτα
Η φυγάδευση έχει κοινό σημείο φυγής με την απομόνωση την προσήλωση
την πηγή και τον έρωτα Φεύγει περίγραμμα Φεύγει περίγραμμα
Θα διαθέσω δύο τρία καχεκτικά πουλιά σαν αγγελία θανάτου
Φεύγει περίγραμμα
Φεύγει περίγραμμα
Ποίηση πάνω σ’ ένα πεζό θάνατο. Φτερούγισμα. Επιτύμβιος χορός
Ποίηση πάνω σ’ έναν πεζό της καθημερινότητας
Αδιαπέραστο Ασυγκράτητο και Ανυπόταχτο
Τα τρία στερητικά ουδέτερα που φόβο δεν έχουν
Πέρα από την κουκουβάγια που στέκει τις νύχτες στο απέναντι μπαλκόνι
Και σε εκείνο ο γνωστός ναυαγοσώστης
Που μια ώρα πριν αυτόχειρας
Που δυο μέρες πριν αγαπημένος
Που τρεις μέρες πριν διαρρήκτης
Που τέσσερις μέρες πριν θυρωρός
Που πέντε μέρες πριν φωτογράφος
Που έξι μέρες πριν ασύδοτος
Που εφτά μέρες πριν δημιουργός
Ένας τυχαίος διαβάτης στην κόσμο. Χωρίς σκιά να ακολουθεί
τον ήλιο την λίμνη. Να ερωτεύεται είδωλο χωρίς περίγραμμα
– Φεύγει περίγραμμα
Φεύγει – Πού θα ενσωματωθεί είδωλο το σκούρο σημείο προοπτικής
ανάλογα με τη θέση του ήλιου; Πού μπορεί να βουλιάζει το κενό
και να δημιουργεί και άλλο κενό καινό;
Ποιο λουλούδι Λειρήτια ακούει το καθρέφτισμα μιας σταγόνας νερού σε νερό;
Φεύγει περίγραμμα. Σώθηκε η ανάγκη στο σπίτι
Η υπεκφυγή. Το εσωτερικό του οργάνου
Διασπάται ο πυρήνας και το τσόφλι ακέραιο
Με ραγάδες – ανάμεσα σε ηπείρους εφτά.
Και κενό ανάμεσα σε πάγους
Ποίηση πάνω σε πεζό παρακείμενο λόγο
Και ούτω καθεξής
Το σύμπαν συρρικνώνει τη γη
Ή το αντίθετο

*Από τη συλλογή “Πριν εισέλθετε, βεβαιωθείτε”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ 2013.

Georg Trakl, Δύο ποιήματα

μολυνση


Σήψη


Το βράδυ που τα σήμαντρα διαλαλούν ειρήνη,

Ξωπίσω είμαι απ’ των πουλιών τα θαυμαστά φτερά,

Που όπως πομπές προσκυνητών, ευλαβικές, σε σμήνη,

Σε πλάτη φθινοπωρινά χάνονται λαγαρά.

Αργά περιδιαβαίνοντας το λιόγερμα στον κήπο

Τη φωτεινότερή τους μοίρα σαν σε όνειρο ποθώ

Κι ούτε που νιώθω χρόνου ζύγωμα ή ενός δείκτη χτύπο,

Γι΄αυτό ψηλά στα σύννεφα κι εγώ τ΄ακολουθώ.

Χνότο ανέμου σήψης τότε με ταράζει.

Θρηνεί ο κότσυφας μες στα γυμνά κλαδιά,

Σε σκουριασμένο πλέγμα κόκκινο σταφύλι τρεμουλιάζει,

Ενώ μες στον αέρα σαν θανάσιμος χορός ωχρών παιδιών ανθίζει

Ολόγυρα σε σκούρα στόμια πηγαδιών σαθρά

Γαλάζια μια αστρομαργαρίτα παγωμένη που λυγίζει.
`
***

Κατάνυξη

Ό,τι από τη νιότη μου να υπάρχει ακόμα μοιάζει,

Είναι η ανάταση ψυχής καμπάνες σαν ηχούν,

Όταν βωμούς στις εκκλησιές πέπλο αχλής σκεπάζει

Και οι γαλάζιοι θόλοι τους τα ουράνια αντανακλούν,

Όταν ακούω το Όργανο σε κάποιο εσπερινό,

Το σβήσιμο το σκοτεινό των ήχων στις πλατείες,

Τον παφλασμό σιντριβανιών γαλήνιο, σιγανό,

Που μοιάζει με παιδιών γλυκές κι άγνωρες ομιλίες.

Ατάραχος σαν σε όνειρο τα χέρια μου σταυρώνω

Και ψιθυρίζω προσευχές που έχω καιρό να πω,

Το βλέμμα απ΄την παλιά βαρυθυμία αμαυρώνω.

Τότε μέσα απ’ τη σύγχυση εικόνων απαυγάζει

Μια γυναικεία μορφή φορώντας πέπλα πένθους

Και εντός μου ρίγος μιαρό με κύπελλο αδειάζει.

*Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης.

**Από το Ποιείν http://www.poien.gr

Γιαννης Λειβαδάς, Η επανιεράρχηση της ποίησης και η κριτική της ποιητικής τέχνης – Μια συνέντευξη

Χωρίς+τίτλο


Κύριε Λειβαδά, τι σας έστρεψε στην ποίηση και τι ρόλο παίζει έως τώρα στην ζωή σας;

Αυτή η ερώτηση είναι μια προ πολλού ειπωμένη απάντηση. Δεν με αφορά γιατί δεν στράφηκα ποτέ στην ποίηση. Κι όσο για τη ζωή μου, αυτή είναι που παίζει ρόλο στην ποίηση. Ένα και το αυτό. Δεν γνωρίζω πού πηγαίνω, παρόλα αυτά πηγαίνω.

Αυτή τη στιγμή η Ελλάδα διαθέτει μεγάλο αριθμό εκδοτικών οίκων και σχεδόν καθημερινά εκδίδεται μια πληθώρα βιβλίων. Οι ποιητές στέλνουν συχνά τις ποιητικές τους συλλογές για κριτική. Εσείς πιστεύετε πως κριτική πρέπει να ασκείται και να δημοσιεύεται, μόνο στις “καλές” ποιητικές συλλογές;
Δεν είμαι σίγουρος πως μπορεί να υπάρξει συμφωνία σχετικά με το ποιες είναι «καλές» συλλογές. Ποιος απευθύνει και σε ποιον απευθύνεται, αυτό είναι μέγα ζήτημα. Ώρες-ώρες, μοιάζει λες και έχουμε ξεχάσει τι είναι λογοτεχνία, τι είναι αυτό που την διαφοροποιεί από κάθε άλλο είδος απόθεσης μελάνης πάνω στο χαρτί, ή, στο εξής, απόθεσης ψηφιακών στοιχείων πάνω σε μια οθόνη.
Ουκ ολίγοι φωνασκούν πως επικρατεί κριτική σιωπή, κριτική ερείπωση. Αυτό σημαίνει πως οι παρούσες κριτικές δεν ανταποκρίνονται στα φαινόμενα, ενώ την ίδια στιγμή υφίσταται κάποια αξιόλογη κριτική, ποσοτικά περιορισμένη, όχι υποχρεωτικά γνώριμης μορφής, την οποία οι φωνασκούντες αδυνατούν ή αρνούνται να επεξεργαστούν. Πάντως, η κριτική που ασκεί το ίδιο το ποιητικό έργο είναι απείρως πιο εύστοχη από την κριτική που ασκεί κάθε σημείωμα και κάθε δοκίμιο.
Ασυζητητί μία αρνητική ή θετική κριτική δεν είναι το ζητούμενο. Ή καλύτερα, δεν είναι κάτι που αφορά έναν ποιητή ώστε να ασχολείται με αυτό. Κριτικές οφείλουν να γράφονται. Αρκεί να υπάρχει τρόπος να αναγνωρίζονται τα ποιητικά έργα ως τέτοια. Αρκεί να υπάρχουν εκείνοι που είναι σε θέση να ασκήσουν κριτική στα ποιητικά κείμενα. Το ότι ο λεγόμενος ακαδημαϊκός χώρος (ο καθιερωμένος, που διασπείρεται στον λογοτεχνικό Τύπο και τις εφημερίδες) αδυνατεί να αναπτύξει ένα ουσιώδες κριτικό σώμα, δεν σημαίνει πως θα αναλάβουν την κριτική οι bloggers. Και οι δύο ομάδες διέπονται από τις ίδιες δυσμένειες, από τις ίδιες στενότητες. Το μόνο που αλλάζει είναι πως πείθονται ακόμη περισσότεροι αδιαφώτιστοι, και επαληθεύονται ακόμη λιγότεροι διαφωτισμένοι.

Μιλήστε μας για την στοχευόμενη κριτική, τους αλληλοϋποστηριζόμενους εκδοτικούς οίκους, τους κριτικούς και τα «συγκοινωνούντα δοχεία» του χώρου.
Είναι αναπόφευκτο να υπάρχει μία αλληλοϋποστήριξη μεταξύ εκείνων που έχουν κοινούς στόχους και κοινές αντιλήψεις. Αυτό όμως έχει ως συνέπεια το κομμάτι της λογοτεχνικής παραγωγής, που έμμεσα ή άμεσα προωθείται, να μην αντιπροσωπεύει τα όσα εκτυλίσσονται στον χώρο της γραφής. Αυτό έχει πρωτίστως σχέση με την δυνατότητα επιβολής ορισμένων εκδοτών οι οποίοι αποσκοπούν στη διαμόρφωση της αγοράς και όχι τόσο στην προώθηση της ποιητικής τέχνης. Κανείς όμως δεν μπορεί να κάνει κάτι άλλο ή κάτι παραπάνω απ’ αυτό που τελικώς κάνει. Υπάρχει ένας διάχυτος ιλουζιονισμός, τόσο από την πλευρά των εκδόσεων όσο και από την πλευρά των εκδιδομένων. Πιστεύω ότι οι νεότεροι και μικρότεροι εκδότες οφείλουν να μπουν πολύ πιο δυναμικά στο τοπίο και να αποτολμήσουν μια κάποια αναδιαμόρφωση, αποφεύγοντας τα δευτερώματα. Οι αναγνώστες χρειάζεται να πέφτουν σε αλλεπάλληλες ποιητικές ενέδρες ώστε να αφυπνίζονται.

Δείχνετε μεγαλύτερη προτίμηση στην νέα ελληνική ή στην αντίστοιχη ξένη ποίηση;
Μία είναι και ασύμφορη. Εάν και όταν είναι, γιατί συνήθως δεν είναι. Τόσο στην Ελλάδα όσο και οπουδήποτε, υφίσταται μία νοσηρή εξύμνηση της «φωνής», η οποία είναι βαθιά υποταγμένη στον εαυτό της, και υπόσχεται διάρκεια στις τέρψεις του δογματισμού της. Αποβαίνει μοιραία σε ευφημισμό. Η φωνή δεν είναι ποίηση καθώς και η ποίηση δεν είναι μήτε δικαίωμα, μήτε απαίτηση κατά την έννοια κάποιου δικαίου. Η ποίηση είναι ιδανική χάωση. Εξανεμισμός. Η ποίηση δεν είναι επικαλούμενη, είναι κενό.
Υπάρχει, θαρρώ, μία θεμελιακή σύγχυση ανάμεσα στην τήρηση των λόγων, και την τήρηση της ποίησης, ειδικά όταν οι λόγοι είναι παρηγορητικοί και συντείνουν στην γενικευμένη κλιμάκωση συγκεκριμένων αποσοβήσεων. Οι ποιητές που όντως δημιουργούν, δεν βρίσκουν παρά ελάχιστους συγχρονισμένους αναγνώστες, το αντίθετο συμβαίνει με τους ποιητές που τελούν υπό συγχρονισμένη, κοινωνική και αισθητική, κατάρρευση. Σε αυτές τις περιπτώσεις η κατάρρευση υποδύεται τη συμμετοχική, ή όχι, απελευθέρωση· επέρχεται μία εφήμερη αποσυμφόρηση η πληρότητα της οποίας, προσδοκά, και συνήθως το καταφέρνει, να δημιουργήσει ένα ακόμη κατεστημένο στους πρόποδες του κατεστημένου το οποίο φαντασιωτικά αντιμάχεται. Είναι τόσο συχνό πλέον το φαινόμενο, κάποιος που γράφει ποιήματα να πιστεύει πως ξεσηκώνει, πως προκαλεί τους αναγνώστες. Εάν όμως παρατηρήσει κανείς πιο προσεκτικά, θα αντιληφθεί πως πρόκειται για μία ομοιοπαθή συμμαχία ανθρώπων, οι οποίοι έχουν ήδη καταλήξει μέσα στο είμαι, έχουν αποτελειώσει το ζενίθ της κορύφωσής τους σε μία νικηφόρο ή δήθεν επαναστατική προέλαση λόγων και πράξεων. Αυτό συνήθως αποκτά ιδεολογική διάσταση ή, έστω, αποκτάται, μέσω κάποιας ιδεολογικής διάστασης. Μιλάμε δηλαδή για κάτι το οποίο έχει πνεύσει τα λοίσθια πριν καν επικεντρωθούμε στις πιθανότητες ή τις προοπτικές του. Κατά βάθος, όλα αυτά είναι ακκισμοί ανθρώπων που, δυστυχώς όσο αφορά τις νεότερες γενιές, είναι επαγγελματίες δημοσιοσχεσίτες, όμως αντεστραμμένοι· έχουν οικειοποιηθεί τόσο πεισματικά το προφίλ το ανένδοτου περιθωριακού ή σώφρονος αποτραβηγμένου λογοτέχνη, ώστε να δικαιώνουν τον κόπο και το άγχος με τα οποία το συντηρούν, γιατί αυτό τελικώς είναι εκείνο που, ενδόμυχα, υπερβαίνει, δηλαδή μαρτυρά η όποια γραφή, τα βιβλία, η θέληση των αναγνωστών, η αναγνώριση: η άσκηση μιας υπαρξιακής πολιτικής. Όντας κανείς λιγότερο εμπνευσμένος από τους προπαγανδιστές, όσο πιο πολύ απορροφάται από τον ρόλο εκείνου που τους καταγγέλλει, τόσο πιο πολύ αποτελεί θύμα τους.
Ανά την υφήλιο ο ποιητής πράττει το αντίθετο, η καλύτερα, το αδιάφορο, προς αυτό που θεσπίζεται συγκυριακά. Το ειδοποιό γνώρισμα είναι πως ο ποιητής, το ποιητικό έργο, απολησμονούνται εντός του γίγνεσθαι, ποτέ εντός του είναι. Καθώς και με τον ίδιο τρόπο, κατά εξαιρούντα κανόνα, ετεροχρονισμένα, αποκαλύπτονται. Όλα τα παραπάνω έχουν να κάνουν με το αποδιδράσκον περιεχομένο. Βλέπεις, μόλις συνέβη κάτι ποιητικό στην προηγούμενη φράση. Η γλώσσα εισέπνευσε. Αυτό δεν έχει να κάνει με την λεγόμενη καθαρεύουσα, αλλά με την ώση που εφαρμόστηκε. Μόνο η βούληση καθιστά όλες τις γλωσσικές πτυχές ποιητικές. Ένα αηδόνι με ρευματισμούς παραμένει αηδόνι. Οι άδειοι δρόμοι είναι πάντα γεμάτοι.
Η ποίηση καθίσταται όλο και πιο ασύμβατη για την ανθρωπότητα. Λίγες χούφτες, εντελώς ανόμοιων μεταξύ τους, ποιητών· αυτοί κάνουν όλη τη δουλειά. Οι υπόλοιποι συντηρούν τον αποτροπιασμό που χρησιμεύει ως παρότρυνση αποτίναξης, ώστε άθελά τους να οδηγούν, μακροπρόθεσμα, τους αναγνώστες στα έργα των πρώτων. Απ’ αυτούς επιτελείται, πράγματι, πολύ πιο σημαντικό έργο απ’ όσο μοιάζει να είναι εκ πρώτης όψεως.
Εκτροπή προς τη μόνη κατεύθυνση. Έχω αναφερθεί εκτενώς για όλα αυτά, και για άλλα, σε μία σειρά από δημοσιευμένα και αδημοσίευτα δοκίμια.

Ποίηση, η φωνή της απελπισίας και του θυμού ή της συνειδητότητας και της καταγραφής; Πρέπει να γράφουμε εν βρασμό ή σε στιγμές ηρεμίας; Εσείς γράφετε μεθοδικά ή αυθόρμητα;
Όπως προανέφερα η φωνή δεν έχει σχέση με την ποίηση. Η ποίηση μπορεί να καταχραστεί μια φωνή μα η φωνή δεν μπορεί να υπάρξει ως ποίηση. Μα και για την ποίηση, τι μπορεί να πει σήμερα κανείς. Οι μέρες ετούτες κατακλύζονται από τόση μωρότητα που κάθε λογής δημοσιεύματα, συνθήματα, γνωμικά και αποφθέγματα, καθίστανται εύστοχα. Δεν υπάρχουν συνταγές ή οδηγίες. Κάθε ποιητής και τρόπος. Τρόποι λίγοι, αφού αυτό το πράγμα αδυνατεί να καταλάβει τον εαυτό του, το τέλος του. Η ποιητική τέχνη αναζωπυρώνεται, ανανεώνεται, από εκείνους που φέρουν τις πιο βαθιές διαφορές μεταξύ τους. Όχι απ’ όσους βοηθούν στην διεξαγωγή της εθιμοτυπικής τελετής των εκπλήξεων. Η ποίηση, λοιπόν, εξακολουθεί από τη ζωντάνια των διαφορών, δίχως αυτές οι διαφορές να περιθάλπουν ασφαλείς ερμηνείες. Γι’ αυτό και η ποίηση δεν εξαντλείται, γιατί παίρνει, είναι άρπαγας. Όταν κάποιος λέει ότι η ποίηση μόνο δίνει, προσφέρει απλόχερα, χαρίζει, δεν βρίσκεται παρά στο έλεος μιας ανολοκλήρωτης ψευδαίσθησης, τόσο γλυκιάς που είναι ικανή να ταυτιστεί με τη θυσία του Αβραάμ. Δεν είναι διόλου ανεξήγητο το γιατί όλοι όσοι γράφουν ποιήματα, εκτός από τους ποιητές, φτάνουν σε ελάχιστη ευφορία δια μέσω πλείστης αγωνίας.

Ποιοι είναι οι εχθροί της ποίησης; Μήπως ο καθωσπρεπισμός; Μιλήστε μας για την «ηθική της».

Η ποίηση δεν έχει εχθρούς γιατί δεν έχει ούτε συμμάχους. Μετά βίας υφίστανται ποιητές και αναγνώστες. Η μόνη ηθική της ποίησης είναι η εξαπάτηση. Αλλά μόνον εφόσον έχει αποκηρύξει όλα της τα ένστικτα. Η ποίηση είναι τελικά ανάγκη; Πονά ή ανακουφίζει; Μεταπλάθει, ελευθερώνει; Αν είναι ανάγκη δεν είναι λιγότερο αποτελεσματική από την τρέλα. Αν είναι πόνος δεν είναι λιγότερο βασανιστικός από το χιούμορ που κατακλύζει το σύμπαν. Αν ανακουφίζει δεν διαρκεί παραπάνω από τον ξεπεσμό μιας σκέψης. Αν μεταπλάθει ή ελευθερώνει, αυτό εξαρτάται από τον μάστορα που σου αναλογεί. Βλέπεις τι υπάρχει μακριά από τη νοσηρή αντικειμενικότητα. Παρόλα αυτά οι προτιμήσεις τείνουν στην παραλυσία γιατί μόνο αυτή απέμεινε να τροφοδοτεί την καρδιά, να συγχωρεί το πνεύμα.
Στίφη ονειροπόλων που δεν είναι πιο τολμηροί απ’ όσο ένα ποντίκι που στο τέλος σπεύδει στη φάκα με το τυρί, χαλκεύουν την πραγματικότητα, ώστε να προκαλούν τα φαινομενικά θεάματα στα οποία καθένας απ’ αυτούς τοποθετείται ως ήρωας, πρώτο βιολί της ορχήστρας. Πολυλογούν για τις πίκρες του δράματος του πρώτου βιολιού. Όσο πιο υδαρό το δράμα, τόσο πιο μεγάλη η απήχηση.
Καταλαβαίνεις, πόσο μοιραίες είναι όλες αυτές οι ερωτήσεις.

Παρίσι 19/10/2014

http://livadaspoetry.blogspot.fr/2014/10/articgr.html

Στο Μαύρο Δάσος – Ο Κώστας Δεσποινιάδης διαβάζει Μάρκο Μέσκο

page

(Ο Κώστας Δεσποινιάδης διαβάζει Μάρκο Μέσκο. Ο ποιητής διαβάζει ποιητή. Περιγράφει έναν άνθρωπο σε λίγες προτάσεις, την εμπειρία μιας ψυχής σε λίγες σελίδες, ένα τοπίο σε λίγες λέξεις. Οπλίζει, σημαδεύει, και βρίσκει “μαύρο δάσος”. Μπάστα. Και το πιο σημαντικό, ακούει τον εαυτό του, δίνει σημασία στην δική του “φωνή”, δεν ντρέπεται από τον εαυτό του και δεν τρομάζει από ασυνήθιστους ήχους)

ΚΩΣΤΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΙΑΔΗΣ

Στο Μαύρο Δάσος του Μάρκου Μέσκου.
Μια προσωπική ανάγνωση

Μνήμη μπαρμπα-Σταύρου Στόικου (1916-2005)

Συμβαίνει συχνά κάποια πράγματα που διαβάζουμε –κυρίως όταν είμαστε νέοι– να μας σημαδεύουν και να μας συνοδεύουν –χωρίς να μας ζητάνε την άδεια– σε όλη μας τη ζωή.

Το όνομα του Μάρκου Μέσκου το συνάντησα για πρώτη φορά όταν τα πρώτα και κρίσιμα, από κάθε άποψη, χρόνια της εφηβείας μου πρωτοδιάβασα το βιβλίο του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου με τίτλο «Η ρωμιοσύνη στον παράδεισο». Στον επίλογο αυτού του μικρού σε όγκο βιβλίου –για το οποίο δεν είναι η ώρα να μιλήσω και να αξιολογήσω το πώς και πόσο με επηρέασε– ο συγγραφέας, μεταξύ άλλων, ρωτούσε ποια μπορεί να είναι η άμυνα μέσα στον ερμαφροδιτισμό των ημερών, και η απάντηση που ο ίδιος έδινε ερχόταν μέσα από έναν στίχο του Μάρκου Μέσκου: «Όσα είπαμε παλιά, ισχύουν».
Ο στίχος αυτός έκτοτε νιώθω συχνά να με ακολουθεί νοερά, να τον έχω κατά κάποιον τρόπο επάνω μου, όπως έχει κανείς ένα τατουάζ ή μια ουλή. Αμέσως έγινε κάτι σαν συνθηματικό νεύμα στον στενό κύκλο μιας μικρής παρέας –τα μέλη της οποίας τότε ξεκινούσαν την λίγο-πολύ «λοξή» διαδρομή της ζωής τους.

Τι ήταν αυτό που τόσο με είχε γοητεύσει σε αυτόν τον στίχο δεν μπορώ ακόμα να το προσδιορίσω. Θυμάμαι όμως ότι αμέσως έσπευσα να προμηθευτώ τα βιβλία του Μάρκου Μέσκου κι έτσι, σταδιακά, ήρθα σε επαφή και με το υπόλοιπο έργο του, ποιητικό, πεζογραφικό αλλά και δοκιμιακό.

Με έκπληξη έμαθα ότι ο ποιητής κατάγεται από το χωριό Γραμματικό –Γραμματίκοβο για τους παλιότερους- του νομού Πέλλας, η δε μητέρα του καταγότανε   από τους Πύργους, την παλιά Κατράνιτσα δηλαδή, από όπου κρατά και η δική μου καταγωγή, η οποία Κατράνιτσα μάλιστα μνημονεύεται και σε ένα ποίημα του Μέσκου καθώς και στο πεζό του με τίτλο Μουχαρέμ.
Με αυτή την αφορμή, πήγα στον παππού μου ένα από τα βιβλία του Μέσκου, την Κομμένη γλώσσα, ο οποίος αφού το διάβασε μου διηγήθηκε, εμφανώς συγκινημένος, πολλά και διάφορα για την ιστορία του τόπου και των ανθρώπων του. Νιώθω πως εκείνη η διήγηση του παππού μου, που ασφαλώς τίποτε το «φιλολογικό» δεν περιείχε, με βοήθησε εμμέσως να καταλάβω, ή αν προτιμάτε να «νιώσω», ένα από τα «κλειδιά» με τα οποία, σύμφωνα με την δική μου ανάγνωση, μπορεί να εισέλθει κανείς στον ποιητικό κόσμο του Μέσκου.

Ποιο ήταν αυτό;

Αυτό που θα ονόμαζα «γενέθλιο τραύμα» του ποιητή, ευνουχισμό βίαιο και απάνθρωπο από αυτούς που οι εξουσίες όταν παραφρονούν (αλήθεια, πότε δεν παραφρονούν;) επιβάλουν στους ανθρώπους. Το «τραύμα» αυτό εγώ θα το συμπύκνωνα σε δυο στίχους. Ο ένας, βρίσκεται στο ποίημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μουγκό» από τη συλλογή Μαυροβούνι:

«Η μάνα μου δεν ξέρει ελληνικά
καμία γλώσσα του κόσμου δεν μιλεί»

και ο άλλος βρίσκεται στη συλλογή Στον ίσκιο της γης:

« θ’ ανταμώσουμε πάλι στη στάχτη.
μακεδονίτικα πουλιά λαλούν μακεδονίτικα»

Έκτοτε κατάλαβα πολύ καλά –επιτέλους- γιατί όποτε οι παππούδες μου μιλούσαν τα «δικά τους», τα ντόπια όπως τα λέγανε, χαμήλωναν ασυναίσθητα τον τόνο της φωνής τους. Κατάλαβα, επίσης, ποιοι ήταν όλοι αυτοί οι απλοί, βασανισμένοι άνθρωποι με τα παράξενα ονόματα, που παρελαύνουν στα γραπτά του Μέσκου και περπάτησα στα παράξενα τοπωνύμια που ορίζανε την μοίρα τους:

Ο Ντίνκος, η Λένκα, η Μίικα, η Τσότσα, η Σίικα, η Γκίτσα, ο Τσάλιος, η Ρίνκα, η Μίτσα, ο Ίτσιος, ο Γκίτος, ο Τάσκος και πολλοί άλλοι, καθώς και οι τόποι τους: Βλάντοβο, Ντρούσκα, Γκούγκσβο, Τέιβο, Κροντσέλιβο, Ρουσίλοβο, Πότσεπ και τόσα άλλα, συνιστούν το πονεμένο σύμπαν του ποιητή.

(Αλήθεια, σκέφτομαι, ποιος ριζωμένος φόβος μπορεί να κάνει τους ανθρώπους ν’ απαρνηθούν το πλέον δικό τους πράγμα, τη γλώσσα τους; Ποιος φόβος κάνει τα στόματα να προφέρουν «μασημένα φωνήεντα» σαν από φόβο μην ακουστούν ή σαν από ενοχή που υπάρχουν;)

Μίλησα  πριν για ένα γενέθλιο τραύμα του Μέσκου. Αν υπάρχει ένα ακόμα τραύμα, που τα σημάδια του υπάρχουν διάσπαρτα σε πολλά ποιήματα και πεζά του συγγραφέα αυτό δεν είναι άλλο από το δράμα της ηττημένης, μετεμφυλιακής αριστεράς και κυρίως το δράμα εκείνου του αιρετικού κομματιού της αριστεράς που δεν βολευόταν στο στενό κομματικό σακάκι της επίσημης γραμμής και της σταλινικής πειθαρχίας. Το δράμα εκείνων των ανθρώπων που, όπως το έχει συνοψίσει ένας από αυτούς, ο Άρης Αλεξάνδρου, θεωρούνταν «προδότες για την Σπάρτη και για τους είλωτες Σπαρτιάτες»
Ανοίγω εδώ μια παρένθεση για να πω ότι όποιος θέλει να κατανοήσει το κλίμα μέσα στο οποίο βλαστήσαν οι ιδέες αλλά και οι στίχοι του Μέσκου, δεν μπορεί επουδενί να παραβλέψει τον κύκλο των ανθρώπων που συγκεντρώθηκαν γύρω από τα περιοδικά Μαρτυρίες, αρχικά, και Σημειώσεις στη συνέχεια, μέχρι και σήμερα. Ήδη ανέφερα τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, τον, από πολλές απόψεις, εμψυχωτή αυτής της παρέας. Κοντά σ’ αυτόν, ο Βύρων Λεοντάρης, ο Μάριος Μαρκίδης, ο Στέφανος Ροζάνης, ο Κίτσος Μυλωνάς, ο Τάσος Πορφύρης, η Ρένα Κοσσέρη και φυσικά ο τρόπον τινά δάσκαλος όλων, ο  Μανόλης Λαμπρίδης, καθώς και ο αειθαλής Αντώνης Λαυραντώνης.

Ασφαλώς δεν είναι η ώρα για να αξιολόγησουμε την πολύπλευρη και ιδιαιτέρως σημαντική αλλά και μοναδική για το άνυδρο πνευματικό τοπίο της Ελλάδας συνεισφορά αυτής της παρέας και του κάθε μέλους της ξεχωριστά. Αρκούμαι στο να αναφέρω λίγα λόγια του πρόωρα χαμένου Μάριου Μαρκίδη, δημοσιευμένα στο περιοδικό Σημειώσεις (τχ. 53, σελ. 25-26).
Λέει ο Μαρκίδης:

Εμείς η σέχτα των πολιτικά ύποπτων της δεκαετίας του’60! Αριστεροί, ίσως όμως όχι και τόσο «κανονικά» αριστεροί. Με τις ιδιοτροπίες του ο καθένας, αλλά και με  τους κοινούς γεωμετρικούς τόπους μας, δεν διστάζω να πω ότι υπήρξαμε πραγματικά κάτι σαν ένα εξωγήινο είδος ανθρώπων μέσα στην ισοπεδωτική κλίση των ημερών, την ομοφωνία της νικηφόρας δεξιάς και την ισοσκελή ομοφωνία της ηττημένης αριστεράς.

Μια διευκρίνιση εδώ: στην περίπτωση του Μέσκου, όταν μιλάμε για αριστερά, δεν μιλάμε για φοβερές και τρομερές ιδεολογίες, ούτε για οράματα που ενίοτε καταλήγουν σε εφιάλτες. Μιλάμε για τον βίο και τον πόνο των απλών ανθρώπων τους οποίους συχνά η ζωή και η ιστορία τους ποδοπατούν ανελέητα.

Μιας και αναφερθήκαμε, όμως, σε γενεαλογίες και πνευματικές συγγένειες, θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε και τα ονόματα του Αναγνωστάκη, του Κλείτου Κύρου, του Γκόρπα, του Θασίτη, του Γονατά, του Γρεβενιώτη Χρήστου Μπράβου και αρκετών άλλων, με τους οποίους ο Μέσκος συγχρωτίστηκε,  λιγότερο ή  περισσότερο, στην πορεία της ζωής του.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο ποιητής τούτη τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του την αφιερώνει «στους φίλους».

Η έκδοση των ποιημάτων του Μέσκου που έχουμε στα χέρια μας μου δίνει την ευκαιρία και για κάποιες επιπλέον, συνολικές παρατηρήσεις.

Κάθε σπουδαίος συγγραφέας, βέβαια, είναι πολλά πράγματα· αν το έργο του δεν είναι πολυεπίπεδο, ασφαλώς δεν είναι σπουδαίος. Και το έργο του Μέσκου αναμφίβολα είναι πολυεπίπεδο, και φυσικά δεν συνίσταται μόνο στα όσα, ελάχιστα, θα αναφέρω εγώ παρακάτω.

Προκαταβολικά και παρενθετικά να πω ότι η τωρινή συγκεντρωτική ανάγνωση των ποιημάτων του Μέσκου έκανε περισσότερο εμφανή στα δικά μου μάτια τη συνέχεια του έργου του. Οι διαδοχικές συλλογές, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να ιδωθούν σαν γεωλογικά στρώματα που το ένα επικάθεται πάνω στο άλλο, αλλά και η κάθε μία προϋποθέτει τις προηγούμενες. Θα μπορούσαμε ανεπιφύλακτα να πούμε ότι ο Μέσκος δεν είναι ένας αλεξιπτωτιστής της ποίησης – από αυτούς που αφθονούν γύρω μας- αλλά ένας οδοιπόρος και ορειβάτης σε μια μακρά, επίμονη και επίπονη ποιητική πορεία που κρατά πάνω από μισόν αιώνα.

-΄Ενα πράγμα που είναι εμφανές από την πρώτη ακόμα συλλογή του 1958, το Πριν από τον θάνατο, και συνεχίζεται σε όλο σχεδόν το έργο του είναι η συνεχής αναφορά σε τόπους και ονόματα.

Οι τόποι για τον Μέσκο (που ως επί το πλείστον είναι τόποι της δυτικής Μακεδονίας) έχουν ιστορία αλλά κυρίως έχουν μνήμη, συχνά πικρή, την οποία ο προσεκτικός δέκτης μπορεί να αφουγκραστεί:

Αυτός ο τόπος γεννάει
πικρά ποιήματα. Σαν τούτο
της Αναστασίας που τώρα
στον θάνατο παραπατάει και στην ξενιτιά
στην ξενιτιά παραπατάει και στον θάνατο –
η μια κόρη αίμα στο βουνό
η άλλη κόρη αίμα στα σπαρτά του κάμπου

(Μαυροβούνι, Αυτός ο τόπος, Α΄ τόμος, σελ. 60)

Οι τόποι, δηλαδή, είναι κάτι πολύ περισσότερο και βαθύτερο από τις πληροφορίες που θα διαβάσει κανείς στα βιβλία ιστορίας και στους σύγχρονους τουριστικούς οδηγούς. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι στην ποίηση του Μέσκου έχουμε μια «σωματοποίηση» των τόπων.

Κόπηκε στα δύο η ζητωκραυγή μου όταν θυμήθηκα
πως στο ίδιο μέρος του γηπέδου είχαν ξαπλώσει
είκοσι εννιά ολόγυμνα πτώματα
χωρίς κεφάλια…

(Πριν από τον θάνατο, Εικόνες από την επαρχία, Α΄ τομος, σελ. 33)

Και η ιστορία αυτών των τόπων εν πολλοίς δεσμεύει τα υποκείμενα και καθορίζει τις σημερινές επιλογές τους:

Σίγουρο θλιβερό φως της λάμπας στο Χαρμάνκιοϊ
δυτικά διεμβολισμένη από τις ράγες του τρένου
πόλη ματωμένη πόλη χιλιοερωτευμένη

στον βρωμισμένο Γαλλικό λένε πως είναι μπρούμυτα θαμμένοι
στρατιώτες πολλοί και στο Καραμπουρνάκι
τα καράβια εκείνων που χάθηκαν για πάντα

Διάλεξε εσύ την έξοδό σου
(Στον ίσκιο της γης, Β΄τόμος, σελ.38)

-Το δεύτερο που μπορούμε να παρατηρήσουμε είναι η σημασία που δίνει ο Μέσκος στην ιστορία των καθημερινών ανθρώπων και όχι στην ιστορία των επίσημων, καταγεγραμμένων γεγονότων.
    Το εκάστοτε ιστορικό γεγονός, το με τόσο πόνο, αγωνία, ελπίδα ή απογοήτευση βιωμένο από τους πρωταγωνιστές του, δεν σημαίνει ποτέ κάτι αντίστοιχο και ισοδύναμο για όσους τυχόν το διαβάσουν ή μελετήσουν χρόνια μετά. Η υπαρξιακή ένταση της στιγμής μετατρέπεται στην καλύτερη περίπτωση σε ερευνητικό πάθος και στη χειρότερη σε απλή πληροφορία. Η επίσημη Ιστορία, συνεπώς, μια κατώτερης έντασης υπόθεση πάντα.
    Αυτή η διαπίστωση ανατρέπεται άρδην στην ποίηση του Μέσκου:

Θυμάσαι τ’ όνειρο της Ευθυμίας στον  κάμπο της Θεσσαλονίκης
κι από τότε δεν την ξανάδες. Ιούνιο μήνα βοριαδάκι έριχνε
κάτω τα πρώτα βερίκοκα. Από τον ίδιο τάφο σε μιαν
άλλη πλαγιά όπου το σίδερο και το ατσάλι κάνουνε πάλι δοκιμές
βγαίνει η ψυχή της ΄Αρτεμης και συλλογιέται τα δεινά του κόσμου
αγέννητα τόσα νεκρά παιδιά στην κοιλιά της

(΄Αλογα στον ιππόδρομο, Προσφυγάκια, Α΄ τόμος, σελ 144)

Εδώ στον αναγνώστη, ο οποίος φυσικά δεν μπορεί να ξέρει τα πρόσωπα και την ιστορία των δύο γυναικών που αναφέρονται στο ποίημα, μεταβιβάζεται ατόφια η συγκινησιακή φόρτιση της ιστορίας τους.

-΄Ενα άλλο στοιχείο πολύ έντονο στην ποίηση του Μέσκου είναι αυτό που θα τολμούσα να το ονομάσω «Ρομαντικός αντικαπιταλισμός»

΄Οταν μιλώ για ρομαντισμό δεν μιλώ για το γνωστό λογοτεχνικό αλλά για το πολύ ευρύτερο πολιτικό ρεύμα του ρομαντισμού, που αναπτύχθηκε ως αντίδραση στη νεοτερική επέλαση του καπιταλισμού, ο οποίος ξεθεμελίωσε τις παραδοσιακές κοινότητες και την παλιά, σαφώς πιο ταιριαστή στα ανθρώπινα μέτρα, οργάνωση των κοινωνιών, για χάρη γιγαντομένων μητροπόλεων που μοναδικό σκοπό έχουν την κυκλοφορία κεφαλαίων και εμπορευμάτων.

«Κέρματα και γρόσια η αιτία του Κακού αιωνίως», γράφει ο ποιητής. Και λίγο παρακάτω: «Κύλησαν όρη όλα τα νομίσματα του κόσμου / στον αγύριστο για πάντα»                   
(Στον Ίσκιο της γης, Β΄ τόμος, σελ 76)

Αυτή η νοσταλγία για μια προ-καπιταλιστική κοινότητα που χάθηκε, υπάρχει διάχυτη στα ποιήματα του Μέσκου.
Σε αντίθεση με την τάση του νεοτερικού ανθρώπου να αποκόπτεται από τις ρίζες του και να ενσωματώνεται ή να αφομοιώνεται από το αστικό περιβάλλον, ο Μέσκος επιστρέφει συνεχώς, σωματικά και διανοητικά, στον τόπο καταγωγής πράγμα που αποτελεί ίδιον του προ-νεοτερικού ανθρώπου. Σε έναν στίχο στις Ελεγείες, που μοιάζει σαν σημείωμα προς τον εαυτό του, ο ποιητής γράφει: «΄Οταν η μνήμη ξεθωριάζει πήγαινε κατά το χωριό» (κι αυτό όταν στην νεοπλουτίστικη μεταπολεμική Ελλάδα όλοι σχεδόν ήθελαν να ξεχάσουν την καταγωγή τους.)

΄Αλλοτε, δυσφορεί για τον σημερινό θλιβερό τρόπο ζωής (ενδεικτικά ένα απόσπασμα από το ποίημα «Θλιβερή συμβίωση», Άλογα στον Ιππόδρομο, Α΄ τόμος, σελ. 138)

Ρετιρέ, φωταγωγός, ασανσέρ
αντένες στο ύψος των πολυκατοικιών
κοινόχρηστα, θυρωροί,  σκουπίδια

[…]

Πάλι στα διαμερίσματα 3*4
-είναι καλό έχει και καλοριφέρ
κι αυτό το παράθυρο

Ρετιρέ, φωταγωγός, ασανσέρ
αντένες, ακάλυπτος χώρος
φως και νερό απ’ το σίδερο

ΜΕ ΕΝΑΝ ΣΤΙΧΟ ΣΤΟΝ ΣΤΙΧΟ ΤΟΥ ΠΕΡΙΣΤΕΡΩΝΑ
ΣΑΣ ΣΒΗΝΩ. Και στη γωνιά
το γραφείο κηδειών αδίκως με καρτερεί
αδίκως τα δημόσια ουρητήρια – τι όνειρο
τι όνειρο φριχτό φίλε μου

Σαφώς συνδεδεμένη με αυτή τη ρομαντική νοσταλγία είναι και η πανταχού παρούσα αγάπη του Μέσκου για τη φύση και τα ζώα. Δέσιμο με τη φύση και αγάπη για τα ζώα που δεν παραπέμπουν στην αστική οικολογία και την ζωοφιλία των διαμερισμάτων αλλά σε μια ζωή οργανικά κι αρμονικά δεμένη με όλα αυτά. Παραθέτω δυο ποιήματα που είναι γραμμένα με 40 χρόνια διαφορά:

Στο σχοινί που απλώνει η μάνα μου τα ρούχα
από τη μουριά του γείτονα ήρθε ένας σπουργίτης.
Με κοιτάει· τον κοιτώ. Είτε πέφτει μαλακό το χιόνι
είτε ανάφτει πυρκαγιά η ροδιά στη φυλλωσιά της
μοιάζει να μην πολυπιστεύει πως εγώ είμαι εχθρός του
αλλά κι εγώ μπορώ να πάρω τη σφεντόνα
φύλλο ζεστό, σώμα μικρό τη στάχτη του
          στους πέντε ανέμους να πετάξω;

(Μαυροβούνι, Κατοπινό Ειδύλλιο, Α΄ τόμος, σελ 69)

Το δεύτερο, κατά τη γνώμη μου ένα από τα πιο συγκινητικά κείμενα της σύγχρονης νεοελληνικής λογοτεχνίας, με τίτλο «Το κουνάβι».

Στη λησμονιά πάνε χρόνια μια νύχτα στο ποτάμι μάλλον εκδρομή της παιδικής παρέας μάλλον μοναχικός περίπατος πού να θυμάμαι σούρουπο ήταν όλα έτοιμα όλα μεταμορφωμένα χρώματα όνειρα άγνωστοι περαστικοί διαβάτες όταν στο δάσος τους γεφυριού η καμπύλη νερό από κάτω κελάρυζε κι όταν κάποιο μουσούδι κουναβιού στο χώμα οσμιζόταν θαρρείς τα μελλοντικά βήματά μου· δεν το προσπερνούσα καθώς εκείνο οδηγούσε το μονοπάτι χάδια επιζητούσε στα μάτια να με δει να μου μηνύσει τι τάχα με γελάκια ακόμα από τη χαραυγή μα ξαφνικά χέρι αόρατο (ποιος αλήθεια) μου ’δωσε την αιχμηρή τζουγκράνα από δίπλα κι εγώ μ’ αυτήν καμακώνοντας το ζωάκι το αποτελείωσα· και τα όνειρα λένε την αλήθεια μα ψαχούλησα ευθύς το στέρνο να δω αν έπνεε ζωή – ήταν νεκρό. Από τότε (μην παραξενεύεσαι μικρέ μου φίλε) όνειρα δεν έχω δεν ονειρεύομαι φοβάμαι τα όνειρα· κοιμάμαι μ’ ανοιχτά μάτια μην κάνω πάλι το κακό το λάθος το αποτρόπαιο το απάνθρωπο.
(Ελεγείες, Β΄ τόμος, σελ 234)

Αυτός ο αποτροπιασμός για τον φόνο ακόμα κι ενός κουναβιού, αυτή η βαθύτατη ανθρωπιά και ευαισθησία ίσως πρέπει να αναζητηθεί στο φοβερό αντίκρισμα θανάτου που ο ποιητής βίωσε στα παιδικά του χρόνια (θυμίζω ότι ο Μέσκος γεννήθηκε το 1936 και οι πρώτες και κρίσιμες παιδικές μνήμες του είναι από τον πόλεμο, την κατοχή και τον εμφύλιο). Το τραύμα αυτό, αλλά και η αντίδραση που γέννησε, είναι εμφανές από το δεύτερο κιόλας ποίημα της πρώτης του συλλογής, με τίτλο «Αξιωματικός»:

Στο σκολειό, πολλές φορές η δασκάλα μας ρωτούσε:
-Και τι θα γίνετε σα μεγαλώσετε, τι θα γίνετε
όταν σκορπίσετε από δω,
σαν γίνετε άντρες;

Κατέβαζα το κεφάλι κι έλεγα μέσα μου:
-Αξιωματικός πάνω στο άλογο, αξιωματικός!…

Μα τώρα που γνωρίζω τι σημαίνουν τα παράσημα,
τ’ αστέρια πάνω στις επωμίδες, τώρα που γνωρίζω
τι σημαίνουν οι γυαλισμένες μπότες, τι σημαίνουν
τα σπιρούνια και οι ματωμένες σάλπιγγες,
προτιμώ να ’μαι βοσκός με τα γελάδια
όλη μέρα, βρέχει χιονίζει, στο δάσος…

Ο Μέσκος μένοντας συνεπής στον ταυτοτικό του στίχο «όσα είπαμε παλιά ισχύουν», παρέμεινε ένας βοσκός, βρέχει χιονίζει· όχι βοσκός με τα γελάδια, όπως ίσως ονειρευόταν μικρός, αλλά βοσκός με τους στίχους του, στο Μαύρο Δάσος των ποιημάτων του.

*Από το http://anazumani.blogspot.de/2015/05/blog-post_21.html

Γιώργης Παυλόπουλος, Κατάβαση

Screen+Shot+2014-08-24+at+3.01.24+PM

Μονάχα ένα σκυλί κι εγώ κοιτάζαμε.

Το ποτάμι να φεύγει όπως ο πεθαμένος

γύρω γονατισμένα τα βουνά

εκείνο το κουρέλι

μαύρο ανεμίζοντας στα σύρματα

και κοντά στα βούρλα μια λιωμένη αρβύλα.

Κι ανάμεσα σε τούτες τις εικόνες

πάλι τα πολυβόλα στην καταχνιά

πάλι ο θάνατος η ακρίδα

πηδώντας από κορμί σε κορμί

πάλι να χάνω τον τόπο

να μην ξέρω πού βρίσκομαι

εδώ ή εκεί

στο άλλο ποτάμι σε τούτα τα βουνά

σε τούτο το χαντάκι σε κείνα τα πλατάνια

εδώ ή εκεί

ακούγοντας κάποιον να μου φωνάζει

απ’ την αντικρινή όχθη

χωρίς να ξεχωρίζω

μήτε τη φωνή μήτε τον άνθρωπο.

Ποια φωνή και ποιος άνθρωπος;

Αυτός που τον σκοτώνουν;

αυτός που μας σκοτώνει;

Μονάχα ένα σκυλί κι εγώ κοιτάζαμε.

Κατεβαίνοντας τώρα

εκεί που δεν ήταν τίποτε

να κοιτάξουμε.

*Από το “Το σακί”. Εμείς το πήραμε από το περιοδικό “Οροπέδιο”, τεύχος 1, Αύγουστος 2006.

Τζέζαρε Παβέζε, Είσαι σαν κάποια γη…

Dr. Paul Wolff, Palermo (Italy) 1930's.

Dr. Paul Wolff, Palermo (Italy) 1930’s.

Είσαι σαν κάποια γη

που κανένας ποτέ δεν ονόμασε.

Δεν περιμένεις τίποτα

μόνο τη λέξη που θ’ αναβλύσει απ’ το βάθος

σαν καρπός στα κλαριά.

Ένας άνεμος σε προλαβαίνει.

Στεγνά και μαραμένα πράγματα

σε κατακλύζουνε και φεύγουν με τον άνεμο.

Μέλη και λόγια αρχαία. Τρέμεις

μέσα στο καλοκαίρι.

*Μετάφραση: Χρύσα Προκοπάκη. (Από τη σελίδα της Σοφίας Περδίκη στο facebook
).

A second guest reader is wanted – At Poetic inspirations @ Emerald

Poetry-reading


A second guest reader is wanted

At Poetic inspirations @ Emerald

Calling all poets and lovers of poetry – Especially all those who write in another language than English and/or have their work in a bilingual or a translated form
Every second Saturday of the month

Next Reading is on

Saturday, June 13, 11.45AM-1.45PM
Featuring
Patricia Sykes

and open mic

at Emerald Hill Library & Heritage Centre

195 Bank St.,
South Melbourne

(opposite South Melbourne Town Hall)

11.45am- 1.45pm

(Library closes at 2pm on Saturdays)

The following Reading dates through out 2015 are as follows:
July 11, 11.45AM-1.45PM
August 8, 11.45AM-1.45PM
September 12, 11.45AM-1.45PM
October 10, 11.45AM-1.45PM
November 14, 11.45AM-1.45PM
December 12, 11.45AM-1.45PM

For more information:

– Dimitri Troaditis troaditisdimitris@gmail.com and/or 0432 094 342
– Emerald Library and Heritage Centre
Art & Heritage Programs | Arts & Culture 9209 6416

Nanja Noterdaeme, Surge of broken time

brokenwindowpicture

I
A glass veil opens on a book page.
paper leaves
On scattered beams
in a decayed barn
no more.

II
Soundless landscape
boiling murmur
ethereal space
No- Mad
erased
in the arid land of
speculation.

II
A black vinyl
sinks
deep down
to the
bloody guts.
Soul and heart
steps,
a cardio for long
forgotten and remembered

III
Reflected space
Of Light
And sky
Clouds of broken time
In a shattered window pane

IV
Longing
of the forlorn
Surge
Of brooding desire

V
Whole with
the pain
You with
the broken
Past
gushing forth
as a drumming summer sun.
All yours.

Γιάννης Πατίλης, Εικόνες από μια νέα

ΤΑ ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΝΝΕΑ ΤΡΙΣΤΙΧΑ τοῦ παρόντος τόμου ἀποτελοῦν νέα, ἐπαυξημένη καὶ ἀνασυγκροτημένη ἔκδοση τῆς ἑνότητας «Εἰκόνες ἀπὸ μιὰ νέα. Σὰν χάϊκου», τελευταίου μέρους τῆς συλλογῆς Γραφέως Κάτοπτρον (ἐκδ. ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 1989). Στὰ σαράντα τρία τρίστιχα ἐκείνης τῆς ἑνότητας προστέθηκαν ἄλλα δεκαέξι τῆς ἴδιας περιόδου, ἀπὸ ὅσα δὲν εἶχαν συμπεριληφθεῖ σ’ ἐκείνη τὴν ἔκδοση. Ὁλόκληρο τὸ ὑλικὸ ἀναδιατάχθηκε σὲ τέσσερις ἑνότητες μὲ σκοπὸ νὰ ἀναδειχτεῖ καλύτερα τὸ ἀφανὲς ἐρωτικὸ ἄνυσμα ποὺ τὸ διέτρεχε.

Ἔτσι στὴν παρούσα ἔκδοση, κάτω ἀπὸ τὸν συμβατικὸ ἐποχικὸ κύκλο Ἄνοιξη – Καλοκαίρι – Φθινόπωρο – Χειμώνας, ἐπιχειρεῖται νὰ ἀποτυπωθοῦν οἱ τέσσερις στιγμὲς τοῦ γήινου ἐρωτικοῦ πάθους: ἡ γέννηση, ἡ κορύφωση, ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. Ἐπειδὴ τὰ τρίστιχα οἰκειοποιοῦνται τὸν τριμερῆ δεκαεπτασύλλαβο ποδισμὸ τῶν χάικου, τὰ ὀνόμασα «Σὰν-Χά¬ϊ-Κου» – μιᾶς καὶ οἱ στίχοι αὐτοὶ πιθανότατα νὰ μὴν ἀνταποκρίνονται στὸ πνεῦμα του, ἐὰν ὑπάρχει κάτι τέτοιο ἐφάπαξ ὁρισμένο.

Διαβάζοντας, ὡστόσο, λίγα χρόνια μετά, στὴν μετάφραση τοῦ Παναγιώτη Εὐαγγελίδη, τὸ βιβλίο Σιγανὴ βροχή (1918) τοῦ Ναγάι Καφού (1879-1959), γραμμένο ἐδῶ καὶ ἕναν αἰώνα, μιὰ στοχαστικὴ ὅσο καὶ συγκινητικὴ ἐλεγεία τῆς ἀπερχόμενης παραδοσιακῆς Ἰαπωνίας, μὲ σταμάτησε τὸ παρακάτω χωρίο, ποὺ σὰν βολικὸ ἄλλοθι τοῦ ἐγχειρήματος μου τὸ προέταξα ὡς ἐπιγραφὴ τοῦ τόμου: Ἂν ἡ σημερινὴ γκέισα παίζει ἀκόμη σαμισὲν εἶναι ἀπὸ παμπάλαιη συνήθεια τοῦ ἐπαγγελματός της. Καὶ τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς ποιητὲς τῆς νέας σχολῆς χάικου, ποὺ ἀπὸ κεῖνο τὸ ποιητικὸ εἶδος δὲν ἔχουν κρατήσει παρὰ μόνο τὸ ὄνομα.

Ἕνα ὄνομα-δάνειο καὶ γιὰ κάποιο ἄλλο βλέμμα ποὺ τὸ νιώθω νὰ συγγενεύει περισσότερο μὲ τὸν οἰκειότερο σὲ μένα κόσμο τῆς ἀρχαιοελληνικῆς ἐρωτικῆς ἀγγειογραφίας ἢ τῶν ἐρωτικῶν μικρογραφιῶν τῆς παλατινῆς ἀνθολογίας ἀποσταγμένο σ’ ἕνα φιαλίδιο δεκαεπτὰ ὅλων κι ὅλων συλλαβῶν.

Γ.Π.

The Last Word with Jennifer Compton

17643_10153347638319329_3970308208677514021_n1

Amanda Anastasi talks to Jennifer Compton about Now You Shall Know.

This collection contains observations about family and the various people you have encountered. There is the woman at Flinders St Station, the Dutch widow, a Frankston masseur. Has anyone recognised themselves in your poems?

No. I am thinking of going down the road though, and showing the Dutch widow her poem. I would have loved to have been a photographer. I should have been one.

The subtitle of your title poem Now You Shall Know mentions an aria sung by Maria Callas. Were you listening to this piece while you were writing this poem? Do you listen to music while you are writing?
I wasn’t, and no I don’t. There are enough sounds that surround us. I can’t take too much noise these days.

The Name Of The Street refers to Hope Street in Brunswick, where Jill Meagher was murdered. What kind of response did you receive to this poem?
Interestingly, there has been more interest in this poem overseas.

If you could choose the name of the street you lived in, what would it be called?
Bridge Street. I used to live in Bridge Street. The bridge between Australia and New Zealand, the bridge between page and stage, between men and women, between young and old. I like to be in the middle.

In Four Lines By Ezra Pound you touch on plagiarism. How difficult is it to be original?

It is difficult not to be original.

What is your favourite word?
Emeraude, a word I must have misread years ago in The Rime of the Ancient Mariner, because I can’t find it in any of the versions now. I thought I read – ‘as green as emeraude’.

Name the poetry collection you have kept referring to.
Selected Poems by Yevtushenko, in the Penguin Modern European Poets series. A poem I have read many times is Auden’s September 1, 1939.

Poetic self-portrait: in no more than seven words, describe Jennifer Compton.
First this, then that, then the other.

*Jennifer Compton’s book Now You Shall Know (Five Islands Press) is available from Collected Works.
**Taken from http://melbournespokenword.com/the-last-word-with-jennifer-compton/