http://benjaminsolah.bandcamp.com/album/the-world-doesnt-make-sense
Π. Ένιγουεϊ, Η πυρά
Η μοναδική γυναίκα στην θερινή κατασκήνωσή μας στο Αγιοφάραγγο, στη νότια Κρήτη, δεν υπήρχε πρόσβαση με δρόμο, μόνο από το κακοτράχαλο μονοπάτι, μέσα από το φαράγγι, πέντε παλιοί πρόσκοποι, τέσσερις και η Πετρούλα, βρήκαμε την ησυχία μας αυτό το καλοκαίρι στο εξωτικό αυτό μέρος, σα ροβινσόνες, ξεχαστήκαμε, κάναμε μπάνιο γυμνοί, δύο ολόκληρες βδομάδες, ώσπου ήρθε ο Ρένος, στο μεγάλο αλμυρίκι «των συγκεντρώσεων», μ’ ένα σάκο, άφησε το σάκο, έβγαλε μια κονσέρβα, δεν είχαμε λεφτά να νοικιάσουμε δωμάτια, η κρίση βλέπεις, φανερώθηκε άξαφνα ένα πρωί, μας κοίταζε εξεταστικά κι όλο έτρωγε, ούτε μας καλημέρισε, έτρωγε του καλού καιρού, σαν να μην μας είδε, λοιπόν, καθάρισε το σουγιά του και έστησε τη σκηνή χωρίς ν’ αντιληφθεί ότι ενοχλεί, χωρίς να μας ρωτήσει, δικαίωμά του βέβαια, δεν κάνουν όμως έτσι, κι αυτός όλο να σφυρίζει, έτρωγε του καλού καιρού, θα φεύγαμε, το ’χαμε πάρει απόφαση, μας είδε που ετοιμαστήκαμε λίγο αργότερα, που ξεστήσαμε τις σκηνές μας, βρέθηκε σε αμηχανία, κατάλαβε φαίνεται, και με ένα χαμόγελο, μισό πικρό, μισό αδιάφορο, ξεκρέμασε το σάκο, εγώ ήμουν έτοιμος από ώρα, και άρχισε να βγάζει τις μπανέλες απ’ τη σκηνή του, η Πετρούλα καθυστερούσε, τη βοήθαγε ο «πούλακας», «φεύγει, τα μαζεύει», είπε ο «καρβουνιάρης», «περιμέντε, για μας φεύγει», ο «μικρός», τρέξαμε ξοπίσω του και του ’παμε να μείνει, έτσι βρέθηκε ανάμεσά μας ο Ρένος, από την επόμενη κιόλας μέρα κέρδισε ολονών την καρδιά, εμείς οι άλλοι, κάναμε «πηγαδάκια», μέναμε δυο δυο, τρεις τρεις στ’ αντίσκηνα, φίλοι από παλιά, μανιακοί στα ταξίδια, ποτέ όμως δεν είχαμε βρεθεί από τότε, από πιτσιρίκια, είχαμε φάει τις κατασκηνώσεις με το κουτάλι, ευκαιρία φέτος να ξαναβρεθούμε, λοιπόν, αλλά βρέθηκε ανάμεσά μας και ο Ρένος, σα να ήταν χρόνια ο πιο στενός μας φίλος, κέρδισε ολονών την καρδιά, σου λέω.
Πέρασαν κάμποσες μέρες, ξύλα μαζεύαμε για τη βραδινή πυρά το απόγευμα, λίγο πριν πέσει ο ήλιος, μου άρεσε το χιούμορ του, το φεγγάρι άδειαζε, είχαμε έρθει με πανσέληνο, στη βδομάδα πάνω δε βλέπαμε τη μύτη μας χωρίς φακό, γι’ αυτό ανάβαμε την πυρά, τριγύρω κάθε βράδυ λέγαμε ανέκδοτα, ιστορίες από παλιά, ο Ρένος παρακολουθούσε, συμμετείχε, μου άρεσε το χιούμορ του, όλοι βοηθούσαμε για το μάζεμα των ξύλων, ακόμη κι η Πετρούλα, όχι, αυτή τα τοποθετούσε σε σειρά, πρώτα τα λεπτά για προσάναμμα, απέναντι οι κορμοί, αργότερα αυτοί, μετά τα «μεσαία», μερικά ξερά φύλλα ανάμεσα, την πυρά του «κυνηγού», αυτή ανάβαμε κάθε βράδυ γιατί συνήθως φύσαγε, κανείς δεν έλειπε, αν έλειπε ένας θα διαλυόμασταν (το ξέραμε όλοι) την άλλη κιόλας μέρα, ούτε μία βραδιά, δεν είχε: «είμαι αδιάθετος», «είμαι κουρασμένος», «λέω να αράξω στη σκηνή», απαγορευότανε, την ανάβαμε κι όλοι γύρω τριγύρω, η Πετρούλα, ο «μικρός», ο «καρβουνιάρης», ο «πούλακας», ο Ρένος και εγώ, τι κάναμε λοιπόν; τίποτα, η Πετρούλα την άναβε με τα κόκκινα σπίρτα του «πούλακα», εκεί τρώγαμε όλοι μαζί το βράδυ, σηκωνόταν ορθή μπροστά μας και την φώτιζε το φως, εκεί φλυαρούσαμε ως αργά, πολλές φορές και μετά τα μεσάνυχτα, σκίαζε το σώμα της, τις πλάτες της, το πίσω μέρος της αδιάφορα προς εμάς, ενώ τα κούτσουρα σουσούριζαν με το βουητό τους, κρατς, τσικ, τσικ, τσακ, σκρατς, το ήξερε πως την κοιτούσαμε όλοι κείνη την ώρα, κοίταζε την φωτιά να φουντώνει, έσκυβε, διόρθωνε τα ξύλα, τα σήκωνε, τα παραμέριζε, ήταν η ευχαρίστησή της, η ευχαρίστησή μας να την παρατηρούμε, την άναβε κι όλοι γύρω τριγύρω κάθε βράδυ, μας έλεγε ανέκδοτα, ιστορίες από παλιά, φανταστικές ή πραγματικές, όπως αυτή με ένα συμφοιτητή της, το Δημοσθένη…
*
Καμιά φορά ο Δημοσθένης αναπολούσε τα παιδικά χρόνια στο χωριό με την μητέρα του και την αδερφή του. Πατέρα δε γνώρισε. Είχε σκοτωθεί σε τροχαίο στις στροφές του Δομοκού δύο μήνες πριν έρθει στον κόσμο. Η μάνα του όλη μέρα στο καφενείο μόνη να τα φέρει βόλτα. Ήθελε να τον κάνει δικηγόρο ή γιατρό. Έγινε δημοσιογράφος. Τη θυμάται να γυρίζει αργά το βράδυ κουρασμένη, να τρώει μια σαλάτα και να κοιμάται.
Με την αδερφή του αταίριαστοι. Παιδικούς φίλους δεν είχε. Όλα τα παιδιά του χωριού τον περιέπαιζαν. Αυτός δεν τους έδινε σημασία. Το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει απ’ το χωριό. Και γι’ αυτό διάβαζε. Όχι για να σπουδάσει, «να μορφωθεί», όπως του έλεγε η μάνα του, αλλά για να φύγει και να μην τους ξαναδεί.
Continue reading
Robert Wood Reviews Duncan Hose,Jean Kent and Alyson Miller
A Book of Sea Shantey by Duncan Hose
Bulky News Press, 2014
The Hour of Silvered Mullet by Jean Kent
Pitt Street Poetry, 2015
Dream Animals by Alyson Miller
Dancing Girl Press, 2014
In the library of Australian poetry animals occupy many pages. There are poems on kangaroo, frog, platypus and bandicoot; pig, dog, possum and cow; sheep, fox, dugong and crocodile; and an aviary of birds from budgies and pelicans to magpies and herons. There is lyrebird upon lyrebird upon lyrebird to name just one select, totemic mascot. Michael Farrell’s celebrated 2014 work ‘A lyrebird’ is simply the latest in a long line of the same subject. With its repetition and meta-commentary, Farrell’s poem seems apposite to our moment, engaged in a dialogue with history, ecology and poetry in an altogether affecting and complicated portrait. I tip my beak to his eye.
We could, then, be forgiven for thinking that enough had been said on our relationship to friends and foes in our shared scientific kingdom, lyrebirds among them. But animals are like love in that they make an inexhaustible subject for poets. In addition, if we respond to Philip Mead’s assessment that there is a comparative dearth of critical Australian poetics scholarship, an animal poetics seems to warrant further exploration. Animal poems show no sign of becoming extinct in the pages of journals, chapbooks and books, despite decimated populations of insects, fish, mammals and more all around the globe. In thinking about poetry and our relationship to animals though, we might want to think through the ethical, moral and political demands as they are expressed aesthetically. What does it mean to write a formally constrained sonnet against live baiting in the greyhound industry? Is that sonnet as much of an ideological intervention as a free verse or spoken word rendering of the same content? Can we project onto animal poetry a whole host of concerns that are relevant for other poetries, despite the fact that it demands its own thinking and has its own logic and points of reference?
Continue reading
Τα περιγράμματα
Έπιασα τη σκιά μου να μ’ ακολουθεί.
Δεν ήξερα αν ήμουν εγώ περισσότερο εκείνη
ή εκείνη περισσότερο εγώ.
Ήθελα να μου γυρίσω την πλάτη
και να το βάλω στα πόδια.
Να τρομάξω το επίπεδο,
να περιμαζέψω όλες τις αναλογίες,
από παντού,
και να σβήσω την καύτρα τους πάνω της.
Να ταρακουνήσω το μικρό μας πλανήτη από το μικρό του σύμπαν,
και να φορέσω φερμουάρ στον ουρανό του.
Να ξεκρεμάσω τον ήλιο και να τον κρύψω στη θάλασσα.
Και να ρωτήσω στ΄αλήθεια ποιος
μας έμαθε
πως εκεί που τελειώνουμε εμείς
είναι το κάπου που οι άλλοι
μπορούν ν’ αρχίσουν;
Να φορέσω κουρτίνες στα σύνορα,
να τα στολίσω με όσα έχω κλέψει από εσένα,
για να έχω κι εγώ κάπου κάπου
κάτι να θυμίζει
πως η κοντινότητα
δεν είναι
μία έννοια παγωμένη.
Μνήμη Αντώνη Στασινόπουλου
Φώτης Αγγουλές, Έκθεση
Οι γιατροί
επιμένουνε, Φριτς,
πως η μνήμη μου θα ξανάρθει.
Το πιστεύω.
Τα μάτια σου ήτανε
σαν τον ουρανό της πατρίδας μου
και είχες καρδιά παιδική.
Εγελούσες σαν άνοιξη.
Μη νομίσεις πως είμαι
ο ταγματάρχης του Ασάφενμπουργκ,
κι ούτε ξέρω ποιος είμαι.
Πες πως είμαι κι εγώ ένας άρρωστος
από ένα νοσοκομείο της Βρέστης,
πες πως είμαι μια σπίθα απ’ το Αμβούργο!
Κι ίσως πέρασα κι απ’ την Κολωνία
και το Περόρτσιμ.
*Aπό την συλλογική έκδοση «Ποιήματα», εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2011. Εμείς το πήραμε από τον Ποιητικό Πυρήνα στο s
http://ppirinas.blogspot.gr/2015/05/blog-post_21.html
Βάσσος Γεώργας, γράφοντας ποιήματα πάντα θα είσαι αλλού
φοβάμαι τις κρίσεις πανικού
την αρχή τη μέση και το τέλος
ο καιρός ασαφής – είναι άνοιξη;
είναι φθινόπωρο; ποιος ξέρει άραγε;
και το ταβάνι πέφτει και με πλακώνει
οι μικρές ασχολίες μεγεθύνονται
να μαγειρεύω να πλένω τα πιάτα
να σφουγγαρίζω να αλλάζω σεντόνια
δεν θα βρεις πια παιδιά στους κήπους
να σκαρφαλώνουν στα δένδρα
για να πηδήξουν να κυλήσουν
στη πρασινάδα στα χόρτα
αποτρελαίνοντας τους μεγάλους
με ουρλιαχτά χαράς
μια σκέτη απόλαυση
γράφω για σένα σημαίνει πως άδικα
σε περιμένω να έρθεις τα βράδια
και για να ξεχάσω αυτό το μαράζι
βάζω τέρμα μουσική στο ραδιόφωνο
ύστερα
με λεκτικούς ακροβατισμούς
διασκεδάζω την απορία μου
– υπάρχει ζωή μετά θάνατο;
χαζό δόγμα το δόξα εν υψίστοις
να μου το θυμάσαι
θα γίνουμε οι δυο μας κάποτε
διδακτέα ύλη στα σχολεία
δύσκολο θέμα για διαγώνισμα
στο μάθημα της έκθεσης ιδεών
– πόσο πολύ μας μπερδεύει ο έρωτας;
μη το γελάς!
το μόνο κέρδος του ποιήματος
στο ορκίζομαι είναι το ίδιο το ποίημα
εκεί στην άκρη γίνεται ένα θαύμα
στης σελίδας το λευκό περιθώριο
κάθε μέρα όπως τσαλακώνομαι
συνηθίζω σιγά σιγά
τη χάρτινη σου σκληρότητα
και ο πόνος παύει
να είναι μόνο
εχθρός μου
*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από τη σελίδα του Βάσσου Γεώργα στο facebook.
Δημήτρης Τρωαδίτης, Αστράφτουν τα πάντα
αστράφτουν τα πάντα
ωραιότερα όλα
στα χρόνια που περνούν
στα χρόνια των σφαγών
φωνάζοντας συνθήματα
μηνύματα μεταδίδοντας
ο ουρανός δικός μας
όλα δικά μας
όλοι οι χρόνοι
και οι κλήσεις
και τα ρήματα
κι οι ημέρες
που περπατάμε
ξυπόλητοι σ’ αναμμένα κάρβουνα
μας περιέχουν
υπάρχουμε
λουζόμαστε
πληθαίνουμε
είμαστε σύγκορμες τύψεις
χαιρετισμοί βασανιστικοί
σε σπιτιών κατώφλια
διασκεδάζουμε την πλήξη μας
Γιάννης Ζελιαναίος, Νύχτες μ’ άκληρα ξόρκια
Χρόνια που δεν τ’ άντεξε κανένας.
Κείμενα ασυγχώρητα,
γράμματα ακατανόητα,
βάρκες στην άκρη του ξεσηκωμού,
ξημερώματα μ’ απαράδοτη ανάσα.
Άγιοι πεπρωμένοι,
συγγραφείς ημερεμένοι,
φαντάσματα στην άκρη μιας μέσης ηλικίας,
νύχτες μ’ άκληρα ξόρκια.
Το τελευταίο χαρτονόμισμα η μόνη μας ελπίδα
κι ένας προφήτης ορφανός
η καψερή μας συμπάθεια.
Ο λαγιασμός των νέων παιδιών,
πανέμορφα,
ωσότου το ανείδωτο των προσωπικών ναυαγίων
κραυγάσει ανυπεράσπιστο
στο λίκνο της πεθαμένης αγάπης.
Τα σκοτάδια μικρή μου αγάπη,
πάντα τα σκοτάδια,
εκείνα είναι που σε ταΐζουν.
Η περασιά από την αλήθεια στο ριζικό,
επειδή το μόνο μας όνειρο
ήταν πάντοτε ένας φίλος μ’ ανήλιαγα λόγια.
Τα γυμνά σώματα στο μπάνιο
που μονιάζουν με τις ρυτίδες και τις φωνές.
Η γλώσσα στο λαιμό σου,
του έρωτα το τρεμάμενο πόδι
και τόσοι ήχοι
που κατάφεραν να κοροϊδέψουν τους ακόλουθούς τους.
A poetic retelling of an unfortunate seduction,
στο απάνεμο σκόρπισμα της λησμονιάς,
στο ίσκιωμα της τρεμούλας.
Αλήθεια μοίρα
πως θα χωρέσουν τόσα δάκρυα
στο μακρινό μου δοξάρι;
Θα σε ξυπνήσω και πάλι
στο απάγκιο της νύχτας.
*Από τη συλογή “Ο διάβολος πάνω σε στρασόχαρτο”, εκδ. Ενδυμίων, 2009.











