Franz Kafka, αποσπάσματα

images

Σεπτέμβριος 1912
Αρραβώνας της αδελφής μου Βάλλι

Απ’ της εξάντλησης
τα βάθη
ανεβαίνουμε
με νέες δυνάμεις

Κύριοι σκοτεινοί
προσμένουν
τα παιδιά
να εξασθενήσουν

***

4 Μαΐου 1913

Αλλά αν γινόταν μέσα σ’ ένα μυαλό
να συνυπάρξει χωρίς διχόνοια

***

19 Ιουλίου 1916

Ονειρέψου και κλάψε άμοιρο γένος
τον δρόμο δε βρίσκεις, τον έχασες
Αλίμονο! είναι το χαίρε σου το βράδυ, αλίμονο!
το πρωί
Άλλο τίποτα δε θέλω παρά να μ’ αρπάξουν
χέρια που απλώνονται απ’ την άβυσσο
και λιπόθυμο να με σύρουν κάτω.
Βαρύς πέφτω στα πρόθυμα χέρια.

Μακριά στα βουνά αντηχούσε
αργή ομιλία. Εμείς ακούγαμε.

Αχ το κουβαλούσαν, φαντάσματα της κόλασης,
καλυμμένοι μορφασμοί σφιχτά κρατούσαν πάνω
τους το σώμα.

Μακριά πομπή, μακριά πομπή κουβαλά τον ατελή

*Από το βιβλίο “Franz Kafka, Η πληγή και η λέξη”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Μάιος 2012, σε μετάφραση Νίκου Βουτυρόπουλου.

Αλλοτριωμένων (Απελευθέρωση)

11039225_745446382234425_6135820711600507686_n

Οι πόρτες της κοινωνίας των αλλοτριωμένων, ο λόγος, το φαντασιακό, η εξέγερση και η δημιουργία, είναι μανταλωμένες. Όσο θα χορηγούνται οι ενέσεις, οι εξεγέρσεις θα παραμένουν περιθωριακές, οι ανυπακοές παράνομες, οι εναλλακτικές λύσεις χιμαιρικές και οι διαφορές αντικανονικές. Όσο οι διαμαρτυρίες θα είναι τμηματικές, σποραδικές κι απομονωμένες, τόσο θα παραμένουν αθόρυβες, προσωρινές κι εύθραυστες. Όσο οι διαφορετικές μορφές διαμαρτυρίας θα εξαπλώνονται, δυνατές κι επίμονες, τόσο θα τις καταδιώκουν, θα τις παραμορφώνουν, θα τις αλλοιώνουν, θα τις διακωμωδούν και θα τις τιμωρούν αυστηρά.

Αλλά όταν θα γίνουν τελικά γενικευμένες, συλλογικές και διαρκείς, θα είναι αδύνατο να συγκρατηθούν. Η αντίσταση είναι ένας χορός που γίνεται ακαταμάχητος όταν πολλαπλασιάζονται, συγχωνεύονται και αγάλλονται οι χορευτές του. Επομένως, ακόμα κι αυτοί που φαινόταν λιγότερο πιθανό να ενεργήσουν θα το κάνουν με χαρά. Αρκεί να μην αδρανήσουν ξανά από την ανυπομονησία ή την εξάντληση… Μια μέρα θα έρθει το νέο έτος. Το έτος της ματαίωσης της παλιάς παγίδας, της άρνησης της ένεσης, του κατεδαφισμού του ασύλου. Το νέο έτος που τα έμβρυα θ’ αγωνίζονταιγια να γεννηθούν.

Το νέο έτος που η ζωή θα είναι έξω, παντού και πέρα. Το νέο έτος που ο λόγος, το φαντασιακό, η εξέγερση και η δημιουργία θ’ απελευθερωθούν. Το νέο έτος που δεν θα φοβόμαστε πια. Ο φόβος ταράζει, αλλοιώνει, καταστρέφει την ελπίδα. Αλλά δεν χρειαζόμαστε την ελπίδα για να επιχειρήσουμε, ν’ αγωνιστούμε, ν’ αντισταθούμε. Ρυθμίζοντας τις πράξεις μας με την προοπτική του αποτελέσματος, εφαρμόζουμε τη λογική του κερδοσκόπου. Είναι η αναπαραγωγή του φαύλου κύκλου που ακολουθούν τα συνηθισμένα κοπάδια. Σημαίνει ακολουθώ, αξιολογώ και περιμένω.

Περιμένω μια πρωτοβουλία μεγάλης έκτασης. Μια πρωτοβουλία ελκυστική. Πάντα περιμένω. Ακόμα περιμένω. Είναι τέτοια η παγίδα του υπολογισμού των πιθανοτήτων που οδηγεί στη στασιμότητα και την αδυναμία. Είναι τέτοια τα μάγια που αναβάλλουν για αύριο τον πολλαπλασιασμό των μικρών βημάτων. Δεν υπάρχει χώρος για να ελπίσεις ή ν’ απελπιστείς, αλλά μόνο για να δράσει ο καθένας, χωρίς να περιμένει ότι η αλλαγή θα έρθει από αλλού, από πιο ψηλά, από πιο μακριά, από τον πιο μεγάλο, από τον πιο δυνατό. Δεν υπάρχει τίποτα πιο δυνατό από τη συνεργατικότητα των θυμωμένων αδυνάτων. Δεν υπάρχει τίποτα πιο μεγάλο από τη σύναξη των μικρών που είναι αποφασισμένοι να πάψουν να είναι μικροί. Δεν υπάρχει τίποτα πιο μακρινό από το τελευταίο βήμα που έχεις να πραγματοποιήσεις, όχι προς τα μπροστά αλλά στο πλάι.

Τίποτα δεν μπορεί να εναντιωθεί σ’ αυτή την ανυπακοή –αστική, πολιτική, οικονομική–, αν οι αντιρρησίες πολλαπλασιάζονται και φανερώνονται ένας ένας, χωρίς να ενδίδουν στους άχρηστους υπολογισμούς πάνω σε ανεξιχνίαστες προοπτικές. Η αλλαγή δεν θα έρθει, παρά από εμάς τους ίδιους. Το απροσδόκητο δεν θα συμβεί παρά μόνο αν πάμε πέρα από την καθαρή κερδοσκοπία, αν ξεκινήσουμε πραγματικά να περπατάμε το δρόμο αυτό, αν επιλέξουμε να τολμήσουμε χωρίς να πιστεύουμε σε καλούς ή κακούς οιωνούς.

Δεν χρειάζεται καθοδήγηση για να προχωρήσουμε στο άγνωστο. Ο μόνος άνθρωπος που είναι θεόσταλτος για τον καθένα είναι αυτός ο ίδιος. Η μόνη του οικογένεια είναι η ανθρωπότητα. Μοναδική του πατρίδα, η Γη. Όλοι οι χωροφύλακες του κόσμου δεν θα κάνουντίποτα. Η πρόκληση του Ετιέν ντε Λα Μποεσί3 μένει να ολοκληρωθεί. Όταν θα είμαστε αποφασισμένοι να μην υπηρετούμε πια, να μην μας υπηρετούν πια, να μην υποδουλωνόμαστε, θα είμαστε ελεύθεροι.

*Από το βιβλίο του Γιάννη Γιουλούντα “Πίσω από τις λέξεις”, εκδόσεις Εξάρχεια.

Αντώνης Στασινόπουλος, Ποιήματα

11924913_10204671284885016_3218427925528779900_n

Το δωμάτιο. Ο άνθρωπος στέκεται στη μέση
Κοιτάζοντας γύρω του
Μια καρέκλα! Ένα κρεβάτι! Ένα τραπέζι
Ο άνθρωπος, η καρέκλα, το τραπέζι και το κρεβάτι.
Μέσα σε άπειρους τοιχους να τον διαπερνά μια παγωνιά.

***

Το κομπρεσέρ άρχισε
Κάποιος άνθρωπος τραντάζεται
Η γη ξεκοιλιάζεται
Τα παιδιά παίζουν στην αυλή
Η μάνα τρέχει να κλείσει τη γκαζιέρα
Ο πατέρας κάνει λεφτά με αίμα.

***

Κατάστρωμα! Θέση πλην και συν
Εδώ σιωπή. Μιά μύγα στον αέρα.
ψρρ….ψρρ….φρρ….φρρ …. η μύγα
Πρόσωπα κάτι τέτοιο επάνω
Μύγες περπατούν, ησυχία
Η τζιμινιέρα τον ήχο βγάζει
και την τροφή την άχρηστη
Καπνός γύρω. Μαυρίσαμε
Φτύσαμε την ανθρωπιά μας.
Είναι που το άλογο βρίσκεται στο λιβάδι μοναχό
Καλπάζει! Καλπάζει
Ένα λάσσο στον αέρα
του γραπώνει το λαιμό
Και αυτό έχει θέση εδώ
Κοπάδι! Κοπάδι!
Μην αρνείσε την θέση στο κοπάδι.

***

Μεσάνυχτα
Ακαθόριστοι ήχοι
Μία λάμψη
ο λαμπτήρας κάηκε
το βιβλίο δίπλα στο κρεββάτι
φαντάζει ανικανοποίητη ερωμένη
ο χρόνος τρεκλίζει στο σκοτάδι.

***

Είδαν τα μάτια μου ανθρώπους
να τρώνε σκουλήκια
και σκουλήκια να τρώνε ανθρώπους
Έφτασε στ’ αυτιά μου τρίξιμο μουχλιασμένων λέξεων.
Μίλησα με τη φωνή μου,
μα δε μ’ άκουσε κανείς
Ήμουν μοναχός.

***

Η αράχνη υφαίνει τον ιστό γρήγορα
Το τέλος είναι κοντά.
Ικριώματα στημένα σε έξαρση
Δήμιοι και θύματα αλλάξουν ρόλους
Θάνατος και ζωή γελούν κοροϊδευτικά το φόβο.

***

Φεβρουάριος, χιόνι, κρύο, μαύρος ουρανος
Πρωΐ τέσσερις παρά
Οι δρόμοι αδειανοί, πουθενά ψυχή.
Ένα ουρλιαχτό σκύλου σου φέρνει ανατριχίλα
πρωΐ τέσσερις παρά
στην πόλη μας.

***

Όταν η αυλαία ανοίγει,
και δείτε τον ηθοποιό να παραπατάει
σε μαντρισμένο σενάριο ρόλο·να βρει.
Να τινάζει στον αέρα τους φόβους
και να χάνεται στη σκόνη ενός
άρματος που φεύγει στα έγκατα του απείρου.
Μην ψιθυρίσετε, μην προσπαθήσετε
να γυαλιστείτε στον καθρέφτη
των ματιών του.
Είναι ένας απρόσκλητος ηθοποιός
με αλλόκοτη μορφή σ’ ένα σενάριο
που δεν έχει γραφτεί, για μιά
παράσταση που δε θα αρχίσει ποτέ.
Για μιά παράσταση που θα παιχτεί
χωρίς κανένα θεατή.-

*Από την πρώτη συλλογή του ποιητή “Εκπέμπουμε στους αναρίθμητους σκλάβους ανά δευτερόλεπτο” (σε ανεξάρτητη έκδοση, χωρίς παράθεση χρόνου έκδοσης, αλλά φαίνεται ότι ήταν η δεκαετία του 1980, στην Πάτρα). Με τα ποιήματα αυτά κλείνει η δημοσίευση της εν λόγω συλλογής. Θα συνεχίσουμε με ποιήματα του Αντώνη Στασινόπουλου από τις επόμενες συλλογές του.

Stephane Mallarme, Του κατατρεγμού

Gustave Moreau, Οπτασία (1876)

Gustave Moreau, Οπτασία (1876)

Πάνω απ’ τη σύγχυση των ανθρωπίνων τή ζωική
Μέσα σέ λάμψεις κι ανήμερες χαίτες ξεπηδούσαν
Ζητητές αίθριου γλαύκου στη δική μας διαδρομή.

Την για σημαίες πορεία τους μαύροι άνεμοι κτυπούσαν
Ψυχρό φραγγέλωμα σαν σε βαθιά πτυχή σαρκός,
Που επίσης στο άνοιγμά της με άναμμα τροχιών περνούσαν.

Της θάλασσας το αντίκρυσμα ο μεγάλος τους καημός,
Ενώ, άσιτοι, δίχως ραβδιά και υδρίες, ταξίδευαν
Δαγκώνοντας χρυσό λεμόνι όπου ο σκοπός πικρός.

Οι πολλοί σε ολονύκτιες παρελάσεις κινδύνευαν
Και υπέκυψαν, νιώθοντας μέθη σε αίματος ροές,
Θάνατε, ω μόνο εσύ φιλί για ωχρά χείλη που αγρίευαν!

Η ήττα τους, από ανίκητο άγγελο με ευθυτενές
Προς τόν ορίζοντα ύψος του και γύμνωμα ρομφαίας·
Πορφύρα μες στο στήθος πήζει σ’ ευλογίας πνοές.

Το άλγος θηλάζουν ως θήλαζαν αστείρευτο ιδέας
Όνειρο κι όταν φεύγουν, ρυθμοί θρήνων ηδονής,
Γόνυ κλίνον ο λαός κ’ η μάνα τους ύψος θέας.

Παρηγοριούνται αυτοί, βέβαιοι καί μεγαλοπρεπείς·
Μα πίσω σέρνουν αδελφούς που ο κόσμος τους χλευάζει,
Μαρτύρων πλήθη, παίγνια μιας σύμπτωσης στρεβλής.

Το άλάτι, αυτούσιο θρήνων, τη μορφή τους διαχαράζει,
Γεύονται τέφρα με τον ίδιο ερωτικό παλμό,
Μα η μοίρα, χύσην μίμος, στον τροχό της τους τραντάζει.

Σαν τύμπανο επίσης να εξάψουν ήταν δυνατό
Τον οίκτο τον δουλόφρονα φυλών σκοτεινοφώνων.
Όμοιοι με ΙΙρομηθέα δίχως δήμιο φτερωτό!

Όχι, κοινοί επισκέπτες σε άξενες ερήμους, μόνον
Από το μαστίγιο κάτω ελαύνουν του εξουσιαστή
Κατατρεγμού, όπου γέλιο του την κάμψη τους διαρθρώνον.

Εραστές, σε άλμα, τρίτη μαζί σας του μεριστή
Η ορμή! που, ενώ περνά τη ρεματιά, θα σας βυθίσει
Σωρό από λάσπη τον λευκού ζεύγους κολυμβητή.

Χάρη σ’ αυτόν, στο βούκινό του ο ένας αν σαλπίσει,
ΙΙλήθος παιδιών σε γέλιο θα μας μπλέξει πεισμονής
ΙΙου, με γρόθο πίσω τους, την βοή του θα πιθηκίσει.

Χάρη σ’ αυτόν, η μια αν στολίσει στήθος παρακμής
Με κάποιο ρόδο που έχει ανάψει για ώρα γάμου πάλι,
Στην ανθοδέσμη της θα λάμψει σίελος κολαστής.

Κι αυτός ο νάνος σκελετός, με φτερωτό κεφάλι
Και με υποδήματα, για τρίχες πώχει αληθινές
Σκουλήκια η μασχάλη του, μια πίκρα τους μεγάλη.

Δέν προκαλούν τον διάστροφο οι δικές τους συμφορές,
Ακολουθεί το ξίφος τους ακτίνα της σελήνης
Στροβίλισμα από χιόνι στό καυκί του διαμπερές.

Περίλυποι, δίχως έπαρση θρόνιασμ’ αθλιοσύνης,
Τα οστά τους γιά να εκδικηθούν με ράμφισμα φριχτό,
Χολή ορέγονται της σιγής αντί κακία της φήμης.

Αποτελούν τέρψη για κάθε άξεστο μουσικό,
Για μορμολύκεια, πόρνες, παλιά συνομοταξία
Κουρελισμένων χορευτών σε στράγγισμα στητό.

Οι ταγμένοι ποιητές για εκδίκηση είτε για ευσπλαχνία,
Μην ξέροντας τα δείνα τούτων των σβησμένων θεών,
Στρυφνούς τους αποκαλούν και δίχως αυτογνωσία.

«Μπορεί απαυδώντας ν’ αφήσουν στάδια μεγαλουργών,
»Σάμπως αλογο παρθενικό άφρισμά τρικυμίας
»ΙΙαρά νά φυγουν μέ καλπασματα θωρακισμών.

»Θα υμνήσουμε τον νικητή με θυμιατά λατρείας·
»Μα αυτοί, πως να μή φορούν, τούτοι εδώθε οι κωμωδοί,
»Ράκη άλικα για ωρυόμενο τέρμα της πανδαισίας!»

Σάν κατά πρόσωπο όλους ξευτελίσουν οι εμπτυσμοί,
Ελεεινοί και με ευχή στη βροντή στρυμωχτά που εκφράσθη,

Τούτοι παραφορτωμένοι με εμπαιγμούς οι ηρωικοί
Πάνε αξιογέλαστα να κρεμασθούν στον φανοστάτη.

* Μετάφραση: Γ.Σ. ΙΙατριαρχέας. Από «Τα ποιήματα του Στεφάν Μαλαρμέ», Εκδόσεις Καραβίας, 1975. Το ποίημα αυτό αναδημοσιεύεται εδώ από το βιβλίο «Πολ Βερλέν – Οι καταραμένοι ποιητές – (Ρεμπό – Κορμπιέρ – Μαλαρμέ)», Εκδόσεις Αιγόκερως, 1982. σελ. 93-98. Επίσης, μέρος της φωτογραφίας της ανάρτησης δημοσιεύεται στο ίδιο βιβλίο.

Μυρτώ Τάσιου, Η Αλίκη δε μένει πια εδώ

murto-tasiou-1

murto-tasiou

Κι εκείνη όλη της τη ζωή πέρασε ελπίζοντας
πως θα αλλάξουν τα πράγματα·
το θυμάμαι, Κατερίνα
ήσουν εσύ που περίμενες ώρες ατελείωτες
ένα σημάδι πως είμαστε ακόμα ζωντανοί.
Σου γράφω γιατί έμεινες μόνη σου με τα φαντάσματα
εγώ δεν μπόρεσα, πήγα σε άλλη γη
που το πάθος για τη ζωή
γίνεται ένα με τη μουσική
και οι πληγές μένουν ένα ενθύμιο
στον μπουφέ με τις φωτογραφίες
των συγγενών που πέθαναν.
Κάθε φορά που μιλάω για σένα
δάκρυα ποτάμια· είσαι η ψυχή κι η βροχή
ψυχούλα μου.

*Από την ομώνυμη ποιητική συλλογή της Μυρτώς Τάσιου, που κυκλοφόρησε το 2014, από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

murto-tasiou-2

Lucifugo, a diavolo in corpo, Το Ναυάγιο

Delawer, Blood for All Birds

Delawer, Blood for All Birds

Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…
σιγοψιθυρίζουν
μέσα κι όξω απ’ τα μηνίγγια μας
οι σειρήνες που προσκαλούν
το βλέμμα και την προσοχή
να στρέφουμε
στ’ άστρα τ’ ουρανού
μακριά απ’ την κοκκινισμένη θάλασσα!

Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…
το λυσσομάνι
και η φουσκοθαλασσιά της ζωής,
της ζωής που-φτιάχνουμε-μαζί,
εδώ και καιρό
έχει πάψει να ξεβράζει
στις ακτές της ναυαγούς
και μισολιγόθυμους ζωντανούς
ξερνάει πνιγμένους
κι ολότελα νεκρούς
-γυναίκες-άνδρες-παιδιά-
σώματα ανθρώπινα
στα σύνορα απαγορευμένα
που πυρπολούνται
σαν μάγισσες στην πυρά
για να καούν
και να ταφούν ζωντανά
κάτω απ’ το βυθό της θάλασσας

Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…
το πρωί ξυπνούμε
βήχοντας απ’ τα πνεμόνια μας
το νερό
του χτεσινού πνιγμού τους
το βράδυ στον ύπνο
μάς επισκέπτονται
τα φαντάσματά τους
ζητώντας λίγο χώμα στεγνό
για να θάψουν
τους μελλοντικούς νεκρούς τους

Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…
στις πόλεις και τα χωρία όπου κατοικούμε
μάθαμε τα χέρια να νίπτουμε
μέσα στο αίμα των άλλων,
αμίλητοι να στεκόμαστε
μπροστά στο ξεψύχισμά τους
και τους ώμους αδιάφορα
να κουνούμε μπροστά στο θάνατό τους

Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…
εμείς, μόνο εμείς είμαστε η ρημαγμένη θάλασσα
που κλείνει στα σωθικά της
τα μουλιασμένα σώματα όλων των πνιγμένων
ετούτου-εδώ-του-κόσμου
όσο κι αν σφυρίζουμε αδιάφορα
στρέφοντας το βλέμμα μας
στ’ ουρανού τ’ άστρα
τ’ αστέρια άλλο δεν τ’ αντέχουνε
τη νύχτα να φωτίζουνε
τον ολοήμερο πνιγμό
που αίμα στάζει
σε στεριά και θάλασσα
και για άλλες θάλασσες, για άλλες στεριές
για άλλους ουρανούς πέφτουν και πεθαίνουν

4 Σεπτεμβρίου ’15

Παναγιώτης Χαχής, Τρία ποιήματα

Π. Χαχής

Instagram

Τ’ αγάλματα των αστέγων
Στα παγωμένα Κοιμητήρια
Των δρόμων
Χείλη ραμμένα
Στο ρήμα
Δεν επουλώνουν
Καμία φωνή.

***

Πανίδα

Ματωμένες επέτειοι κι όσο
Να σφουγγαρίζεις και να τρίβεις
Η μυρωδιά δεν φεύγει
Δέρμα της κόλασης,
Αμμωνία, βενζίνη, σπέρμα
Έμμηνα, νεραντζιές, ψοφίμια.
Πίστα σκυλάδικου στα νεφρά μας
Γροθιά γαρύφαλλα σφιγμένα
Νιγηριανές πριγκίπισσες,
Ηττημένοι φαντάροι
Στα μάτια των κατοίκων
Μιας πόλης κατεχόμενης
Στα κράσπεδα της Μεσογείου

Η άγρια πανίδα της ψυχής.

***

Narcotango

Ανίδεοι ως νεκροί
Άφωνοι και αναιδείς
Ολοσέλιδοι και πληγωμένοι
Σφάγια στη Βαρβάκειο
Στα σαλόνια των εφημερίδων
Ουρανόφωννη σάρκα στα σεντόνια
Νεκροτομεία της αγάπης
Στο κέντρο της πόλης
Η Άκρη του Κόσμου.

*Από τη συλλογή “Anus Mundi”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιανουάριος 2014 (σελ. 7, 11 και 20).

CHTHONIAN BODIES–PAINTINGS BY KEN KIRKBY, POEMS BY MANOLIS ALIGIZAKIS

vequinox's avatarManolis

spruce

ONTOGENESIS

Immortal darkness
of the underworld, oh, Kore

a supplicant I become

the sky to adorn
the cloud with my fear to define

momentous freedom of thought

I am the Great Spirit’s song
eternal warmth of life

I possess before I come down
to find refuge in your abode

after my days reach their end
accept me in your Sanctum Sanctorum
oh Kore, a simple minded fir I’ve been
for all the days and nights of my life

ΟΝΤΟΓΕΝΗΣΗ
Αθάνατο σκοτάδι του
κάτω κόσμου, ω Κόρη

ικέτης γίνομαι

τον ουρανό ν’ αποθεώνω
το σύννεφο του φόβου μου να καθορίσω

στιγμιαία σκέψης ελευθερία

του Μεγάλου Πνεύματος είμαι τραγούδι
αιώνειας ζωής φωτιά

υποδαυλίζω προτού κατέλθω
και καταφύγιο βρω στο κόσμο σου

όταν οι μέρες μου στερέψουν
στο Άγιο των Αγίων σου δέξου με

ω, Κόρη, ένα απλοϊκό έλατο ήμουν
όλες τις μέρες και νύχτες της ζωής μου.
~CHTHONIAN BODIES, Paintings by Ken…

View original post 10 more words