Αλέξης Τραϊανός, Βecause

Francis Bacon, «Head VI» (1949)

Δόντια των λέξεων
Δαγκάνοντας κρύον αέρα
BECAUSE
Το χάος μετριέται μόνο με χάος
Φέρετρο φέρετρο
Που πετάς γύρω μου γύρω μου
Μερόνυχτα τώρα
Ανάμεσα Τετέλεσται και Πριν
Μεσάνυχτα πάντα
Όλο δεξιά και καταστροφή
Ποίηση πάλι
Μ’ ένα νυστέρι που σκάβω
Ανάμεσα Σάββατο
Και φωτεινή επιγραφή

BECAUSE
Τ’ απόστημα τούτου του κόσμου
ολοένα χοντραίνει
BECAUSE
Μισώ τα μισητά αντικείμενα
Όπως αυτό το χαλασμένο κρέας
Την καρδιά
Και τον τρόμο μέσα μου
Που του παίζω τόσο άσκημα παιχνίδια
Να τον τρομάζω

Όμως ζαλίζομαι
Στο δέκατό μου όραμα ανεβασμένoς
Καθώς η αυτόματη πωλήτρια του σεξ
Μου μιλά γι’ ανθρώπους
Τσάντες γεμάτες σάρκες
Και λέξεις που δε χρειάζομαι
Γι’ αυτό ανεβαίνω στο άλλο μου όραμα
Όμως το σώμα μου
Είναι τυλιγμένο ακόμα με ρολόγια
Για να θυμάται χαμόγελα
Που γλιστρούσανε πάνω σε τζάμια
Και πώς γελούσανε τα τζάμια

Μόνο που τώρα στο μυαλό τους
Τελευταία ανάμνηση πετρέλαιο κι αλουμίνιο
Οδοντόκρεμα ξυπνητήρια καφές ανία

Πράγματα που ξυπνάνε και ξεκινάνε
Από ’να καρμπόν
Μαζί τους και το πρωί

Πράγματι κομμάτια κάρβουνο μόνο
Ξεκάρφωτα

Μια μαύρη κάλτσα να την κουνά ο άνεμος
Μακραίνει μακραίνει
Βγάζοντας από μέσα της
Νύχια και κόκαλα
Βρύσες σκορπιούς
Χιλιόμετρα του λύκου μες στο στόμα μου
Που τρόμαξα
Έβγαλα τα λεφτά μου
Κι ένα κατοστάρικο μόνο βρήκα
Που ’γραφε πάνω του
Άλλο πια δεν μπορώ
Αφήστε με να φύγω

BECAUSE
Αυτός είν’ ένας κόσμος
Όπου και τα πράγματα ακόμα
Δεν μπορούν να παραμένουν σιωπηλά

BECAUSE
Αυτός ο κόσμος τρελάθηκε

BECAUSE
Μες στο δωμάτιό μου τώρα μπαίνουν
Ο Άλαν με το κοράκι του
Ο Κώστας με τις κάργιες του
Ο Άλεν με το λιοντάρι του
Είναι μια βρώμικη νύχτα καπιταλιστική
Κι είναι ένας βρωμόκαιρος
Όπου και να κοιτάξεις
Παντού

Καθόμαστε όλοι μαζί
Και παίζουμε ρωσική ρουλέτα  

*Από τη συλλογή «Το σύνδρομο του Ελπήνορα», Eκδόσεις ύψιλον/βιβλία, 1984. Περιλαμβάνεται και στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Αλέξη Τραϊανού «Φύλακας ερειπίων». Επιμέλεια: Αλέξης Ζήρας, Στέφανος Μπεκατώρος. Εκδ. Πλέθρον, 1991.

Θωμάς Γκόρπας, Ανακάλυψη άνθους

Léon Bakst (1866–1924), Portrait of a Young Girl (1897)

Κορίτσι λαϊκής πολυκατοικίας
μεγάλωσες κι ομόρφυνες ανάμεσα σε δυο λεκάνες
στη μια τρίχες και σαπουνάδες
από ξυρίσματα ποδιών δεκαπεντάχρονων κοριτσιών
στην άλλη τα νερά της νύχτας.
Άνθος που φύτρωσες εκεί που δε φυτρώνουν άνθη
αλλ’ απροσδόκητα φασόλια
σ’ έκοψα και σε ρίχνω πάνω σε παρέλαση εργατικής
πρωτομαγιάς.
Άνθος δωματίου με τέσσερα κρεβάτια που
δεν επιτρέπει βήματα δεν επιτρέπει όνειρα
δεν επιτρέπει να περάσει μέσα ο ήλιος να περάσουν τραγούδια.
Κορίτσι μου έχεις μια μαμά που αδιαφορεί για σένα
έναν μπαμπά που σ’ ερωτεύεται
μιαν αδερφή που σε μισεί μόνο και μόνο για την ομορφιά σου.
Κορίτσι μου τη «ζώνη» που φοράς
πρώτο παράσημο μικρής πουκαμισούς
μην τη θυμάσαι
δεν το μπορεί να σου κερδίσει την ελπίδα.
Πρόσεξε το χαμόγελό μου το χαμόγελο εκείνων
που έμαθαν το τραγούδι της οργής και της αγάπης.

*Από τη συλλογή «Σπασμένος καιρός», 1957.

Νάνος Βαλαωρίτης, Η κεφαλή μιας λέξης Μέδουσας

(… Γυναίκα: Λέξη Πανάκεια Σύμπαντος – για να τη δούμε…)
Να χρησιμοποιείτε μόνο λέξεις – κλειδιά, που ανοίγουν ερμάρια ντουλάπια συρτάρια σεντούκια κουτιά γραφεία κονσόλες βιβλιοθήκες σαπουνοθήκες μπαούλα τσάντες βαλίτσες ψυχές προοπτικές – που ανοίγουν ανοίγματα στους τοίχους – που ανοίγουν διάπλατα πόρτες παράθυρα και τα πόδια των γυναικών – που ανοίγουν κλειστά μυαλά και γραμματοκιβώτια – που ανοίγουν διαθήκες υποθέσεις μητρώα χρηματοκιβώτια (με οξυγόνο) και κρεβατοκάμαρες όπου κοιμάται κάποια ύπαρξη περιπόθητη με αντικλείδια – χρησιμοποιείτε μόνο λέξεις που απειλούν παλάτια – κουτιά με κονσέρβες της μνήμης παλιά φανταστικά καλύβια των παραμυθιών και των διηγήσεων – λέξεις που ανοίγουν σπηλιές, σωλήνες οντάδες, μυστήρια και πρατήρια – που ανοίγουν παρακαταθήκες αιώνων κι οπωροπωλεία –τάφους και κρυψώνες – λέξεις που με το διπλό και το τρίδιπλο τους νόημα καταπλήσσουν απελπίζουν μπερδεύουν, μαγεύουν και προκαλούν την αγανάκτηση στους ανίδεους και την απέραντη ευτυχία σε όσους γνωρίζουν – λέξεις μάνταλα μαντέμια και ματσούκια, λέξεις γρανάζια – λέξεις γρανάζια, λέξεις ψηφιδωτά, λέξεις ανεμόσκαλες λέξεις χαρταετοί, λέξεις διαλέξεις, λέξεις γυναικείες λέξεις φαντάσματα – λέξεις μεζέδες μπαξέδες μενεξέδες και αμανέδες λέξεις ορτύκια λέξεις ορμητήρια – και παροράματα- λέξεις σταυρόλεξα. Μόνο τέτοιες λέξεις και όχι άλλες να χρησιμοποιείτε – λέξεις κεριά λέξεις φανάρια και φαρμάκια – λέξεις κρεβάτια λέξεις κολόνες λέξεις μπαμπάκια από χαρτόνι λέξεις μπαλόνια λέξεις κυδώνια λέξεις σαγόνια λέξεις σαλόνια λέξεις παγόνια λέξεις χρόνια λέξεις στόμια, λέξεις, λέξεις και λέξεις χελιδόνια!.. Σπασμένος καθρέφτης εφτά χρόνια γρουσουζιά – λέξεις γυναίκες, η γυναίκα γνώση, η γυναίκα κλάδος – η γυναίκα κάδος και των απόκρυφων επιστημών η γυναίκα προμετωπίδα στο εξώφυλλο ενός βιβλίου ανεύρετου, η γυναίκα σάλπισμα για να πέσουν τα τείχη – της ακοής – όπου τρώνε όπου μασουλάνε τα λόγια τους σαν τα φύλλα των περιβολιών οι παράτολμοι απομυζητές της ανίας οι απαίσιοι καταζητούμενοι των ορέων και των εσπλανάδων – οι χαρτοπαίχτες οι άνεργοι – του δάσους οι ύποπτοι που τριγυρίζουν κι οσφραίνονται γύρω από μια απλή συνουσία το αίμα της καρδιάς τους και που μαλάζοντάς το όπως ο χαμαιλέων τ’ ανασηκώνουν μέσα στα χόρτα για να λάμψει πάνω στην τελευταία αχτίδα του ήλιου – η κεφαλή μιας λέξης ΜΕΔΟΥΣΑΣ – ΓΙΑ ΝΑ ΤΗ ΔΟΥΜΕ

*Από τη συλλογή “Μερικές γυναίκες”, Εκδόσεις Θεμέλιο 1982.

Λευτέρης Πούλιος, Θεέ

Είμαι γυμνός από το ρούχο της ευσπλαχνίας σου
άνθρωπε ανώτερε
τροφοδότη τούτων των στίχων
φονιά και πεταλούδα
είσαι συ
είναι
κι η μουσική της γήινης θλίψης·
δυο θεοί που αναβρύζουν απ’ τις βρύσες της ανυπαρξίας τους.
Κηπουρέ, αστροδέτη, μαστάρι της θύελλας,
ανθρώπινο αιματοκύλισμα. Αυτό είναι το δώρο σου,
συναγμένη γύρω των πραγμάτων όλων.
Κάνε με ένα παιδί
κάνε με παρακαλώ ένα αμέριμνο πλάσμα
κάνε με έστω στουπί του ήλιου σου
δώσ’ μου λέξεις ευνοϊκές. Δαίμονα χρυσομάλλη,
άντρα και κέρατο θείων πορνών
ανυπόφορο ψέμα που τα χείλη μου τρέμισες
στο αιδοίο της καλοσύνης σου
μίλα λοιπόν
χύσε οργασμούς ανθρώπινης ευαισθησίας στη μήτρα της
ποίησης.
Γλυπτό που ταξιδεύεις τ’ ομοίωμά μου στο πλαστικό σου
σύμπαν, το χέρι υψώνω στην ικεσία,
ουρλιάζω παράφορος και κτηνώδης,
σε παίρνω στο τηλέφωνο σου ανοίγω την καρδιά μου
καίγομαι πηδώντας έξω απ’ το κρέας,
κρατώντας λουλούδια και τη λάβα και ζώντας
στην εμπειρία της θλίψης
για να πληρώσω το γεγονός του δεσμού μου
με τούτον τον κόσμο και τον άλλον κατά πάσα πιθανότητα.
Και είμαι κουλός δεν πιάνουν τα χέρια μου αλήθειες.
Στριφογυρνώ μέσα στο δέρμα σαν έμβρυο σε γέρικη μήτρα,
κόμποι και βόλοι που συμπιέζονται αλληλοσυγκρούονται
και εκρήγνυνται στο μαγικό σκοτάδι
μεμβρανώδη πόδια που φωνάζουν μέσα απ’ τα μάτια
μέσα στο κέντρο
ηλεκτρόνια και ενέργειες και σχετικότητες.
Εσύ είσαι ένα κόκαλο που το πετάνε στο σκύλο
Εγώ ένας βλάκας στο Γαλαξία που λέγεται “θλιβερό φωτάκι”
με πεταλίδα, φύκι, ζητιάνο έχω συγγένεια, ψάρι και κάτουρα.
Στημένη η σημαία της νίκης στη γνωριμία της δυστυχίας μου.
Βράχε-φωτιά ή κεραυνέ ή Αγελάδα ή Δία ή Βράχμα
ή Αλλάχ κάνε τούτο το ποίημα να ουρλιάξει
σαν κυκλώνας ντυμένο το άπειρο δέος της διαφθοράς μου.
Είμαι στο έλεός σου· φλόγα που καλπάζει από μια γενιά
στην άλλη νιώθοντας βαριεστημάρα.
Ω λύτρωση που ο νους μου δε σε χωράει.
Ω μαργαρίτα-αποσύνθεση
Η γη λοιπόν είναι το νόμισμα που μ’αυτό
θα ξοφλήσεις το χρέος σου;
Απόλλων Φοίβε διακονιάρη έλα και γέμισε
με το ίδιο σου το πρόσωπο
αυτή τη ζωή μου. Να βγει η ψυχή μου σαν συντριβάνι
έξω από τον τάφο της ύπαρξης παίζοντας τους καημούς του
έρωτα
που ‘ναι εξατμίσεις της μηχανής σου.
Μη με σκοτώνεις σιγά σιγά τη μέρα της αποκαθήλωσης
στο απέραντο γέλιο των πυρηνικών βομβών
απανωτά χτύπησε το κουβούκλιο της κοσμογονίας
με των ματιών μου τις πέτρες. Σχημάτισε με τ’ άντερά μου
τον καιόμενο φοίνικα σ’ ένα πελώριο κουτόσπιρτο.
Ασύλληπτο χάδι ανάμεσα απ’ τα διαυγή βλέμματα
των ωραίων θηλυκών αστεριών.
Κατακλυσμέ ανθρωπίνων μελών
πνίξε με για πάντα.
Σκίσε την πόλη με το πέος του πολέμου, σύντριψε
τους ανθρώπους, τα τρένα που έρπουν, τα ιπτάμενα που
φτερουγίζουν κομματιάζοντας τη νάιλον μέρα
σε χιλιάδες κουρέλια μυστηριώδους εξέλιξης.
Ρούφηξε τις γραμμές του ορίζοντα
Βάλε το χρόνο στον τάφο του
κάνε με πέτρα με το κουκούτσι της.
Η κάθε μέρα τελειώνει σαν χαλίκι που γίνεται αέρας
κι ακουμπάει και λάμπει πάνω στη μεγάλη βασιλική νεκρο-
φόρα
την Κυρία Γη.

*Από το βιβλίο ”Ποίηση 2”, Εκδόσεις Κέδρος.

Edgar Lee Masters, Δύο ποιήματα

Α. ΝΤ. ΜΠΛΟΥΝΤ

Αν εσείς στο χωριό νομίζετε πως έκανα καλά,
Όταν έκλεισα τα σαλούουν και σταμάτησα τη χαρτοπαιξία,
Και σωφρόνισα το γερο-Ντέιζυ Φρέιζερ μπροστά στο δικαστή Άρνετ,
Στις τόσες σταυροφορίες να περάσω από καθαρτήριο τους αμαρτωλούς·
Γιατί αφήνετε τη θυγατέρα της καπελούς Ντόρας,
Και τον ανάξιο γιο του Βενιαμί Παντιέ
Να κάνουν τον τάφο μου τη νύχτα ανόσιό τους μαξιλάρι;

*

ΑΝΝΑ ΡΟΥΤΛΕΤΖ

Έξω από μένα την τιποτένια και άγνωστη
Οι δονισμοί της αθάνατης μουσικής·
“Χωρίς κακία για κανένα, με αγάπη για όλους”.
Έξω από μένα η συγγνώμη από εκατομμύρια σ’ εκατομμύρια,
Και το αγαθοεργό πρόσωπο ενός έθνους
Που λάμπει από δικαιοσύνη κι αλήθεια.
Είμαι η Άννα Ρούτλετζ αυτή που κοιμάται κάτω από τούτα τ’ αγριόχορτα,
Αγαπημένη στη ζωή του Αβραάμ Λίνκολν,
Παντρεμένη μαζί του, όχι με γάμο,
Μα με το χωρισμό.
Λουλούδιζε αδιάκοπα, ω Δημοκρατία,
Από την τέφρα του στήθους μου!

*Μετάφραση: Ιάσων Δεπούντης.

**Από τον τόμο “Ξένη ποίηση του 20ού αιώνα – Επιλογή από ελληνικές μεταφράσεις”, Εκδόσεις Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2021. Πρόλογος-Επιλογή: Μαρία Λαϊνά (1947-2023). Επιμέλεια: Πέτρος Γκολίτσης.

N.N. Trakakis, Ars Moriendi 

Αλήθεια, μες στην ήττα πως αλλάζουν όλα.
Τίτος Πατρίκιος, «Απολογισμός»

As the earth gives way
and I plummet through
there’s something I need to tell you:
When you died
I stormed the church, rattling the icons
I got drunk at your funeral
I made a scene at the cemetery
when I tumbled into the grave
insisting you wake up
the freshly dug hole overflowing already
and I waist-deep in water
standing in the stillness for hours
thinking whether my thoughts still work
startled how the filthy pool
had begun to reflect the stars
under dog skies
swimming in a sea of sonic silence
everywhere howls
from newspapery faces
now I see it all
everywhere storm
lightning scattered space
strens flashing
divers in rescue vests searching for survivors…
Thinking backwards
I wish I could push the replay button
long removed from the remote.
The wind collapses through the window
and everything is happening at once.
The letterbox full of regrets.
Mother cried all the way home
and I ashamed that I stayed inside so long spurning outstretched arms.
Again I see:
always enough rope
supplied by hope.

*From “After life”

Nathan Trantaal, Δύο ποιήματα

Μυθοπλασία και αποξένωση

Μετά το απαρχάιντ μας είπαν
πως έπρεπε να συγχωρήσουμε
αν θέλαμε να αποδείξουμε
ότι είμαστε αληθινοί χριστιανοί
Κι εμείς επειδή θέλαμε να είμαστε
αληθινοί χριστιανοί
συγχωρέσαμε
Μας είπαν
πως ο Χριστός πρεσβεύει την ειρήνη
κι ότι αν αγαπάς τον Χριστό
πρέπει να παραδώσεις τα όπλα σου
Κι εμείς επειδή αγαπούσαμε τον Χριστό
παραδώσαμε τις πέτρες μας
Άπαντες επέστρεψαν σπίτι
εκείνοι στα σπίτια τους δίπλα στη θάλασσα
κι εμείς στις καλύβες μας
δίπλα στους λάκκους με το μολυσμένο νερό
εκεί όπου το δηλητήριο της συγχώρεσης
μας αρρώσταινε.

*

Ντελφτ

Οι πέτρες στον δρόμο
κάθονται σαν παιδάκια στο πεζοδρόμιο
κι όλη την ώρα σου ζητάνε ψιλά.
Ο άνεμος έρχεται και φεύγει
σαν άντρας που δεν νοιάζεται για τα παιδιά του,
άνεμος που κοιτάζει μονάχα την πάρτη του.
Το στόμα τ’ ουρανού βρομάει κρασί.
Ο ήλιος δουλεύει εννιά με πέντε,
γιατί αυτό ξέρει να κάνει.
Δεν του πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό
ότι θα μπορούσε να κάνει κάτι άλλο.
Τα δέντρα χασομερούν όλη μέρα πάνω στους μαντρότοιχους,
χαζεύουν τους ανθρώπους που πηγαίνουν στις δουλειές τους.
Η άμμος έχει βρόμικα πόδια και μακριά νύχια,
όμως γυρίζει από πόρτα σε πόρτα
και την αράζει στα σπίτια όλων μας.
Οι άνθρωποι είναι αποτσίγαρα
χωμένα σε σπιρτόκουτα.

*Από τη συλλογή “Γράφω τ’ όνομά μου στη στάχτη”, Εκδόσεις Τεφλόν, Αθήνα, Απρίλιος 2024. Μετάφραση: Peter Constantine.

ΤΕΦΛΟΝ – Κυκλοφορεί το τχ. 32, χειμώνας-άνοιξη 2025

Σύγχρονη ποίηση από την Αλβανία: Οι δρόμοι που κουβαλάμε στις πλάτες μας

Στο αφιέρωμα ανθολογούνται οχτώ από τις πιο ενδιαφέρουσες φωνές της σύγχρονης αλβανικής ποίησης, κάποιες εκ των οποίων είναι η πρώτη φορά που μεταφράζονται στα ελληνικά. Μια πικρή αισιοδοξία και ειρωνεία απλώνεται πάνω από τα ποιήματά τους, η ποίησή τους –πότε βιωματική, πότε συμβολική, πότε παιγνιώδης– αναζητά «το γλυκό πουλί του παράδοξου», μιλά για ανθρώπους που «σιωπηλά προετοίμασαν/ Το νέο νόημα/ Σ’ έναν κοιμώμενο παλιό κόσμο».

Ανθολόγηση: Sokol Çunga, Ελεάνα Ζιάκου

Κείμενο: Sokol Çunga

Μετάφραση: Ελεάνα Ζιάκου

Εικονογράφηση: Ραφαέλλα

Σημεία διανομής: https://teflon.wordpress.com/magazine-distribution/

Αθανασία Δρακοπούλου, Τρία ποιήματα

ΠΕΝΘΟΥΜΕ

Γεννήθηκα πριν την εποχή
των φωτοκύτταρων, τότε που
ρίχναμε ακόμα χώμα
στους νεκρούς.

Γι’ αυτό η χειραψία μου είναι τραχιά
διατηρώ ακόμα χώμα στα νύχια. Κι όλαζ
τα θάβω με τα ίδια μου τα χέρια
ανθρώπους, σπόρους κι
ανώφελες απαντήσεις.

Γιατί τα χέρια δεν γνωρίζουν από θάνατο
γνωρίζουν όμως το παιχνίδι
του κρυμμένου θησαυρού.

*

ΟΜΟΡΦΕ ΜΟΥ

Και φοβάμαι εντός σου
φοβάμαι δίχως σου
φοβάμαι να ‘ρθω
να σου πω πως
είσαι εσύ
εκείνη

η παιδική ηλικία
που δεν χόρτασα ακόμα.

*

ΤΡΑΥΛΙΣΜΑ

Είναι μια φράση
που μέσα μου λιώνει
ο κόσμος ένα αδέσποτο σκυλί

που δεν αγαπήθηκε
και τώρα βάλθηκε
να δαγκώνει.

*Από τη συλλογή “Οι αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου”, εκδόσεις Τύρφη, 2024.

ένα έτσι, ο θάνατος ξύνει τους ανθρώπους

ο θάνατος ξύνει τους ανθρώπους
σε αγγελούδια

κουτσαίνει όποιος αρνείται να χορέψει

δεν μπορείς να πληγώσεις την φύση
μπορείς ίσως να της ξύσεις την πλάτη

σε πληρώνει με παρελθόν
εξαργυρώνει μέλλον

κίτρινα φώτα ψιλόβροχο
προβάρεις την εξαφάνισή σου

κίτρινα φώτα ψιλόβροχο
προσποιείσαι πως έχεις χαθεί

αποσιωπητικά
δειλό σήμα κινδύνου

ώρες ατέλειωτες ακρόασης
μια ολόκληρη ζωή
μέχρι να γίνει αυτό που πάντα ήταν
μια ολόκληρη ζωή

στην πόλη συνηθίζω να κοιτάω χαμηλά
τα σκουπίδια με ωθούν να συνεχίσω

δεν είμαστε αμοιβαίες αυτοεπιβεβαιώσεις
ηλίθια ναρκισσιστική ευφορία

μες στο στόμα μου σκατά και τρίχες
το καλό μου πουκάμισο

παλιές πέτρες πλάθουν το φρέσκο ποτάμι

*Το πήραμε από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2024/12/10/8288/#like-8288