ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας
είδες έναν από τους νεκρούς σου/
να υπερασπίζεται τη ζωή
(εν τάφω)
Ευθύς,
ένας κόμπος που περιείχε τη λύση του,
άμα τη γενέσει-
άρχισε να συσπάται.
Λάθος! φωνάζεις,
εδώ όφειλαν να αγορεύουν
λευκά περιστέρια ή δυο σκουλαρίκια φράουλες
στυφές λιχουδιές/
και όχι γρίφοι/
ζωής ή θανάτου
μετά σε κοίταξε
βουβά/
κι η ιεράρχηση
-μια διαδοχή υποχρεώσεων σε αξιακό λογάριθμο-
άρχισε να οδύρεται
(που ένα αδιάκοπο καλοκαίρι στη διαθλαστική θάλασσα/
τερματίστηκε από αυτή τη ματιά)
και το πρωί
αναπτύχθηκε ξανά
στη σονάτα σου









