Georg Trakl, Τρία ποιήματα

mega_LARGE_t_53761_1285333_type1_type12250

Το βράδι της καταιγίδας

Ω, οι κόκκινες ώρες της βραδιάς!
Ιριδίζοντας σείεται στ’ ανοιχτό παράθυρο
Χαοτικά πλεγμένο στο γαλάζιο, φύλλο κληματαριάς
Μέσα φωλιάζουν φαντάσματα παραφοράς.

Σκόνη στροβιλίζεται στη βρώμα του βούρκου
Μαινόμενος χτυπά ο άνεμος τα τζάμια.
Αστραπές νέφη εκτυφλωτικά
Ένα κοπάδι από άγρια φαριά παρασέρνουν.

Με πάταγο ραγίζει η επιφάνεια του βάλτου
Γλάροι κρώζουν στου παραθύρου το καφάσι
Πύρινος ιππότης από το λόφο καλπάζει
Και τσακίζεται στων φλογισμένων ελάτων τα δάση.

Άρρωστοι ουρλιάζουν στα νοσοκομεία
Γαλαζωπό το φτέρωμα της νύχτας φτερουγίζει
Τρεμοφέγγοντας ο υετός
Αιφνίδια τις στέγες μαστίζει.

***

Μουσική στο Μιραμπέλ (2ο σχεδίασμα)

Μια βρύση κελαρύζει. Τα νέφη στέκονται
Στο φωτεινό γαλάζιο, τα λευκό, τα απαλά
Σκεφτικοί άνθρωποι βαδίζουν σιωπηλά
Το βράδυ μέσα στον παλιό τον κήπο.

Των προγόνων το μάρμαρο είναι ρημαγμένο
Ένα σμήνος πουλιών περνά και φεύγει μακριά
Ένας Φαύνος με κόκκινα μάτια κοιτά
Τις σκιές που στο σκοτάδι ολισθαίνουν

Κόκκινο πέφτει το φύλλωμα του γέρικου δέντρου
Στροβιλίζεται και από τ’ ανοιχτό παράθυρο μπαίνει
Ένα πύρινο φέγγος φωτίζει το χώρο
Ζωγραφίζοντας θλιμμένα φαντάσματα φόβου

Ένας ξένος λευκός μπαίνει στο σπίτι
Σε ερειπωμένους διαδρόμους χιμά ένα σκυλί
Η παρακόρη τη λάμπα σβήνει
Ήχους σονάτας τη νύχτα αφουγκράζεται το αυτί.

***

De profundis

Είναι ένας καλαμώνας όπου πέφτει μαύρη βροχή
Είναι ένα δέντρο μελανό που στέκει μοναχό.
Είναι μια ανεμοσυρμή γύρω από άδειες καλύβες
Πόσο θλιμμένο αυτό το βράδυ.

Η τρυφερή ορφανή
Περνά μπροστά από το υποστατικό μαζεύοντας γλίσχρα σταχυα.
Τα μάτια της διάπλατα ανοιχτά και χρυσαφιά στο λυκόφως.
Και η αγκαλιά της όλο προσμονή για τον ουράνιο μνηστήρα.

Γυρίζοντας στο σπίτι
Οι βοσκοί βρήκαν το γλυκό σώμα
Σαπισμένο μέσα στον αγκάθινο θάμνο.

Ένας ίσκιος είμαι μακριά από σκοτεινά χωριά
Ήπια από την κρήνη του ιερού άλσους
Τη σιωπή του Θεού.

Στο μέτωπό μου πέφτει μέταλλο παγωμένο
Αράχνες αναζητούν την καρδιά μου
Είναι ένα φως που στο στόμα μου σβήνει.

Τη νύχτα βρέθηκα σε μια ερείκη
Ατενίζοντας τ’ απορρίματα και τη σκόνη των άστρων.
Μέσα στη λόχμη της λεπτοκαρυάς
Ήχησαν πάλι κρυστάλλινοι αγγέλοι.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Ένεκεν”, Νο 29, Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2013, σελ 120-122.
Επιλογή και μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.

Γεωργία Τρούλη, Χαρτογράφηση δύω

%CE%91%CE%A6%CE%95%CE%9D%CE%A4%CE%9F%CE%A5%CE%9B%CE%99%CE%94%CE%9F%CE%A5+%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%B5%CF%82

Πολύ νωρίς άφησα να με καταπιούν τα μπουντρούμια
Μια υγρασία πλίνθων στο βήμα
Φρούρια τα σπίτια
Άrte povera και μεγαλοπρέπεια εισόδου
Στο ύψος των τακουνιών Σαλβατόρε
Χτίστηκε το πηγάδι της Β
Με σιδεριά κυλινδρική ημισφαίριο
Ο αιώνας και η αρίθμηση το Τέλος
Xxxiii τόσο όσο το έκθεμα η ηλικία
Το υπόδημα κύρους ή ξιπασιάς
Πολύ νωρίς αφέθηκα να μυρίζω βροχή
Και ύπαρξη
Αγαπωθημένη
Από τον αιώνα που δεω
Από τον αιώνα που δεν
Σχηματίστηκα ακόμη
Εκφοβισμένη και με χυμούς ponte vecchio
Έρωτας στο τζάμι Το βλέμμα στον δρόμο
Ιστορίες καθημερινής τρέλας
Συνειρμοί με χνώτο
Να διαφράφεται το αποτύπωμα των δαχτύλων
Η θεατρική λήψη των στιγμών στον ιππόκαμπο
Με σέπια χρωματισμούς επτά
Επτά ημέρες για να εφευρεθεί ξανά η
Έντρομη κλειστή ροή
Πραγματικότητας

Πολύ νωρίς άφησα να με καταπιούν τα μπουντρούμια
Σου είπα κάποτε πως στα δεκατέσσερα με γέννησες
Και στα εβδομήντα με μαθαίνεις να μεγαλώνω
Μόνη
Σαν το πιο ψηλό σημείο της σκέψης μου
Και μοναδική σαν το μυστικό που κουβαλάς
Ενοχικά παραμορφωτικά Υπογλώσσια
Για επτά ημέρες η άφεση
Η εμποτισμένη με δέρμα γονιού
Μυρίζω ύπαρξη- βαρύ αίμα
Σόι πάει το βασίλειο-λένε
Και η αυτοκρατορία των αισθήσεων
Βρίσκει την πρώτη τρωτή στάλα
Αναπαραγωγής
Διπλασιασμός του κυττάρου
Σε εφτά ζυγωτές μέρες
Σε εφτά γωνίες εξωστρεφείς
Εφτά αμβλείες σκέψεις
Εφτά στιγμές ανυπόφορες
Εφτά συγγενείς ασθένειες
Εφτά ζυγωτικές ένα
Εφτά εδώ και τώρα ένα
Κουβαλάμε δέρμα κάτω από δέρμα
Πολλές ποιότητες
Με ελαφρά διαφορετικούς αποχρωματισμούς
Και το αίμα μόνο σταλάζον
Εκατοστό κυβικό
Σε ένα κέντρο που ονομάζουμε ψύχωση
Δεν διαιρείται όμως ο κόσμος
Ούτε σε Ηπείρους ούτε σε Ωκεανόυς
Αλλά σε ξεφλουδισμένες παλιές ταπετσαρίες
Και σε ποινικές διαθέσεις του Εγώ με τους Άλλους
Σκέφτομαι και γράφω- κανείς
Καμμιά χαρτογράφηση δεν πετυχαίνει να απεικονίσει
Ούτε καν να υποψιάσει το περίγραμμα
Το σχήμα και την μυρωδιά της αποσύνθεσης
Της αλλαγής διαμονής της μεταφοράς
Της μετάφρασης του Αιώνα
Πολύ νωρίς άφησα να με καταπιούν τα μπουντρούμια
Το υγρό περιθώριο της βροχής
Κρατημένη βροχή
Ταγγυσμένη απόλαυση
Τακούνι
Ύψος

Πηγάδι

Εκ των υστέρων

Αξιόκραχτα's avatarΑξιόκραχτα

11892072_868205253229402_7134408496677330857_n

Κάθε ιστορία, κάθε ανθρώπινη εμπειρία
προσφέρει, όσο κυλά, στον πρωταγωνιστή
αισθήματα δήθεν αυθεντικά
εκ των υστέρων ελλιπή και περιστασιακά
εντυπώσεις ζωντανές
εκ των υστέρων υποκειμενικές

View original post 159 more words

Νο 25 (ψύχος)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

~
η
τέφρα,
στην τετραχρωμία της τρέλας
και δήλωσε ο
φονιάς:
δεν
έπρεπε
να είναι στο κρεβάτι
και οι
βόμβες
ανέμελες προσφωνούν τους ιδιοκτήτες κυρίους,
~
Α’ παιδικοί ρόλοι
~
προφανώς,
το νερό στον Άρη είναι χωρίς
υφάλους,
σκέπτεται
ο θεατρικός ατζέντης:
απαιτούνται
κι άλλοι
πρόσφυγες
~
(alexmil) ©
artist: Erlend Mork

View original post

Bruno Mesa, Δύο ποιήματα

Franz-Falckenhaus_web4

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Δεν υπάρχει φιλοσοφία πιο ακριβής απ’ τη σιωπή,
ούτε καλύτερος συγγραφέας από τη λήθη.
Δε θα βρεις βιβλίο από το τίποτα πιο υψηλό,
κι απ’ την ελπίδα λόγο πιο θλιβερό.
Δεν είναι πιο σκληρή η αγρύπνια από το όνειρο,
ούτε πιο γλυκειά η ζωή από το θάνατο.
Δεν υπάρχει εξουσία, ούτε θρίαμβος, ούτε πίστη που μας σώζει:
ο χρόνος είναι ένα λιοντάρι που κατατρώει το μυαλό σου.

Αν νομίζεις πως σου λέω ψέμματα θα το πετύχεις:
εγώ είμαι το λιοντάρι, και είμαι επίσης νεκρός.

*Από το βιβλίο “Κανείς”, 2002.

***

Όλοι κατέχουν την αλήθεια τους, αλλά δεν υπάρχει καμία αλήθεια – πιο
πέρα από την αξία της ανταλλαγής της, του εμπορίου της – που να αξίζει
τίποτα.
Πρέπει να εφεύρουμε μία ξεχωριστή αλήθεια, και πρέπει να αρχίσουμε από
τη λέξη την ίδια.
Αυτή η ξεχωριστή αλήθεια, συγχρόνως νέα και αρχαία, βρίσκεται ανάμεσά
μας. Βρίσκεται σ’ αυτή τη μικρή που τρώει λαίμαργα ένα παγωτό, μέσα
στην ευτυχία της που δεν ψάχνει ούτε προσδοκά, στα λερωμένα χέρια, στη
χαρωπή κίνηση των ποδιών. Αρκεί το χαμόγελό της για να γεννηθεί ένα
νέο ιδίωμα, έτσι ώστε ότι νομίζουμε πως ξέρουμε, να λιώσει, όπως λιώνει
ένα παγωτό που κανένας, εκτός απ’ αυτή τη μικρή, ξέρει πώς να τρώει.

*Από Το βιβλίο “Το Βιβλίο του Φάμπιο Μόντες”, 2010. Από την “Ανθολογία σύγχρονης ισπανικής ποίησης στα ελληνικά”, σε μετάφραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη, εκδόσεις Βακχικόν. Η εικόνα της ανάρτησης είναι έργο του Franz Falckenhaus και πάρθηκε από την αντίστοιχη δημοσίεση του πρώτου ποιήματος στο http://www.bibliotheque.gr
**Ο Bruno Mesa γεννήθηκε στην Σάντα Κρουζ, Τενερίφη το 1975. Έχει εκδώσει βιβλία ποίησης, δοκιμίων, νουβέλων, έχει βραβευτεί με το Εθνικό Βραβείο του Ιδρύματος Ποίησης Loewe Νεανικής Δημιουργίας και έχει κερδίσει την υποτροφία Valle-Inclán της Ισπανικής Ακαδημίας στη Ρώμη (2010-2011). Διατηρεί ιστολόγιο στη διεύθυνση http://bmesa.blogspot.com

Launch of “FITZROY — The Biography” by Π.Ο.

Fitzroy launch Invitation

You are invited to
the greatest literary event of the 21 Century !!!!
the launch of

“FITZROY — The Biography” by Π.Ο.

10 years in the making, 740 pages,
400 biographies, 3 autobiographies

When: Saturday 17th October 2015, 7:30pm onwards

Where: Grub Food Van    87-89 Moor St Fitzroy

Free Entry / Special book price $50

TT.O grew up in “the Narrows” of Fitzroy and, in-and-on
that “tainted corner” along that “terrible mile” known thru-out Australia
as Gertrude St. and Brunswick St. opposite the Champion and
Rob Roy Hotels. This is a poetry of place (and of, a place), from
the perspective of one who grew up there — not by a tour guide,
a oncer, do-gooder, academic, apologist, blow-hard, or for that matter
a blow in, but by one whose co-ordinates have always been (0 , 0).
There are over 400 portraits of some of the most important people
in Australia — from prime ministers, saints, poets, priests, gangsters,
adventurers, sculptors, murderers, and industrialists, as well as
of those who may not otherwise have ever, seen the light of day again.
A poetry of people, not property prices! With all the biographies
merging with that of the poet’s own autobiography or biography
and visa versa. This is a new kind of history, in a new &
old kind of poetry, in a new era. A mammoth achievement in
the annuals of Australian literature – the author
see below or attachment for cover

KATERINA GOGOU-LAST POEMS//ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ-ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

vequinox's avatarManolis

gvgou

SEASONS WILL COVER ME

Love has a diaphanous white color and
its body the shape of benediction and
this horse
searches amid the smoke
for its dead rider
to take him away.

I think that whether ancient or modern
the seasons will cover me.
That way I won’t feel hungry
nor thirsty and
I won’t write poems anymore.

Only, Lord, homeland of the stars, I beg you
dress me in the white diaphanous color and
grace me with the body of Your benediction.

Do I ask for too much?

ΟΙ ΕΠΟΧΕΣ ΘΑ ΜΕ ΚΑΛΥΨΟΥΝ

Η αγάπη είναι χρώμα άσπρο διάφανο
και το σώμα της σχήμα ευλογίας.
Κι αυτό το άλογο
ψάχνει μέσα στους καπνούς
το νεκρό καβαλάρη του
μακριά να τον πάρει.

Σκέφτομαι αρχαία και σύγχρονη
οι εποχές θα με σκεπάσουν.
Έτσι δεν θα πεινάω πια
και ούτε θα διψάσω
και ούτε ποιήματα θα γράφω πια.

Μόνο παρακαλώ, Θεέ, των…

View original post 29 more words

Antonio Machado, Δύο ποιήματα

466593_634171167692091250-1

ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ

Στη μέση της πλατείας, πάνω σε πέτρα αδούλευτη,
το νερό όλο αναβρύζει. Και στον πλαϊνό κήπο,
πίσω απ’ τον τοίχο του κισσού, υψώνει
την άκαμπτη σιλουέτα του ψηλό ένα κυπαρίσσι.
Το απόγεμα όλο πέφτει μπροστά από τα παλιόσπιτα
της πλατείας που ονειρεύεται. Στραφτοκοπούν τα τζάμια
με τους ασθενικούς ήχους του ήλιου. Στα μπαλκόνια
υπάρχουν σχήματα που μοιάζουνε με νεκροκεφαλές.
Η γαλήνη είναι άπειρη στην έρημη πλατεία,
που περιφέρει η ψυχή το πονεμένο φάσμα της.
Το νερό όλο αναβρύζει στη μαρμαρένια γούρνα.
Στον σκιερό αγέρα μόνο το νερό ακούγεται.

ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ

Τα παιδικά μου χρόνια: θύμησες σε μια σεβιλλιάνικη αυλή,
κι ένας φωτεινός κήπος που ωριμάζαν τα λεμόνια-
η νεότητά μου: είκοσι χρόνια στη γη της Καστίλλης
κι η ιστορία μου γεγονότα που δεν θέλω να θυμάμαι.
Ούτε κατακτητής Μανιάρα ούτε και Μπραντομίν υπήρξα
-μάθατε κιόλας τον αδέξιο στολισμό μου-, κι ύστερα
δέχτηκα και το βέλος που είχε για μένα ο Έρως,
κι αγάπησα σ’ εκείνες ό,τι φιλόξενο έχουν.
Κυλάν στις φλέβες μου σταγόνες αίματος Γιακοβίνων,
κι ο στίχος μου αναπηδά από πηγή γαλήνια-
πιο πολύ από άνθρωπος που ξέρει τη δουλειά του,
είμαι, με την καλή έννοια του λόγου, καλός άνθρωπος.
Αγαπώ την ομορφιά και στη σύγχρονη αισθητική
έκοψα τα παλιά τα ρόδα στον κήπο του Ρονσάρ-
δεν μου αρέσουν τα φτιασίδια της νέας καλαισθησίας,
ούτε είμαι το πουλί της μόδας που τραγουδάει τρελά.
Αντιπαθώ τις ρομάντζες τενόρων κενολόγων
και τη χορωδία των γρύλων που τραγουδάει στ’ άστρα.
Για να διακρίνω σταματάω τα απόηχα της ηχούς,
και μέσα στις πολλές φωνές ακούω μονάχα μία.
Είμαι ρομαντικός ή κλασικός; Δεν ξέρω. Ίσως ν’ αφήσω
θά ’θελα τους στίχους μου σαν καπετάνιος το σπαθί;
διάσημο από το χέρι που το χούφτωνε,
κι όχι εκτιμημένο απ’ τον ειδικευμένο χαλκουργό.
Συζητώ με τον άνθρωπο που πάντα πάει μαζί μου
-όποιος μιλάει μονάχος, κάποτε θα μιλήσει με το Θεό-.
Ο μονόλογός μου είναι συζήτηση μ’ αυτόν τον καλό φίλο
που μου έμαθε το δρόμο προς τη φιλανθρωπία.
Και τέλος, δεν σας οφείλω τίποτα- μου οφείλετε ό,τι έγραψα.
Πηγαίνω στη δουλειά μου, πληρώνω μοναχός μου
τα ρούχα που φορώ, το σπίτι όπου μένα),
το ψωμί που τρώω και το κρεβάτι που κοιμάμαι.
Κι όταν θα φτάσει η εόρα του τελευταίου ταξιδιού,
κι είναι έτοιμο το πλοίο για το στερνό ταξίδι,
θα με βρείτε επιβάτη χωρίς πολλά μπαγκάζια,
σχεδόν γυμνό, σαν τα παιδιά της θάλασσας.

*Από το βιβλίο “Antonio Machado, Ποιήματα”, Εκδόσεις Εκάτη 2009. Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Tζούλια Φορτούνη, Ποιήματα από το “δήγμα γραφής”

exof_Fortouni-947x1425

το λευκό των προθέσεων

η αυτοχειρία δεν είναι πράξη
δεν σου χαρίζεται
στα πόδια σου χαμογελάει
το ωμέγα
των ξεκούρδιστων ωρολογίων
είσαι το απροστάτευτο πιόνι
αφού κάποτε ο χρόνος
λιώνει
αφού κάποτε
η ζωή εδώ τελειώνει
[…]
μπορεί τα χέρια
μπορεί το προνόμιο της αφής
τα μάτια όμως αγγίζουν
τα μάτια όμως δραπετεύουν

κάποτε, σ’ ένα άλλο εδώ

θα ’ρθει η στιγμή που η αγάπη
δεν θα μας χρειάζεται
στους γκρεμούς

ενδημική
θα αποξηραίνεται
νοσταλγικό τραγούδι

θ’ αναβλασταίνει έπειτα
δεν θα ’χει ανάγκη
θα ξυλεύεται παράνομα
θα εκπορνεύεται
κοκκινομάγουλη
με λόγια πρόστυχα

κάποτε όλα χάνονται
η αγάπη δεν μας χρειάζεται πια

όμως εγώ σε θέλω εδώ
να σκουπίζεις τα αίματα
να με παρηγορείς
να μ’ αγαπάς για όσα
εξ αιτίας της θα μου στερήσεις

δήγμα γραφής

έφτασα
πρόλαβα
είδα
τις λέξεις
το δηλητήριο

κανείς δεν ήταν εκεί


άγνοια

θα κατανοήσουμε
θα είναι αργά
θα έχουν λιώσει οι παγετώνες
και τα χωράφια
τα αμπέλια
φίδια θα τρώνε

δεν θα ’χουν αξία τα χρήματα
μόνο τα μάτια για όσους δεν έχουν χάσει
το λευκό των προθέσεων

οι μέρες πάντα
κάτι σφαγιάζουν

το αίμα του
μας μεθά
εν αγνοία μας

όνειρο θερινής ημέρας

θα βγάλω τις πόρτες
θα μπαινοβγαίνει η γάτα
θα κάθεται στο περβάζι
εσύ θα κρεμάς το παλτό σου
θ’ ακούς ειδήσεις και σμυρναίικα

εγώ
στους κάκτους της αυλής

μια θερινή μέρα
που ποτέ δεν θα ζήσουμε

διότι πάντα
το τεθωρακισμένο
έξω από το σπίτι

θα σαρώνει

*”δήγμα γραφής”, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2015.