à la manière de Jdanov
και κατά συνέπεια η ποίηση
είναι μια υπόθεση αντικοινωνική.
Πιστεύει σε λέξεις και ιδεογράμματα
και δε βλέπει λόγου χάρη
πως άλλο ένα δέντρο να ξαπλωθείς στον ίσκιο του
κι άλλο το ίδιο δέντρο να πάρεις την ξυλεία του.
Το πράγμα είναι σοβαρό: Κάτω από τα σχήματα (δήθεν ποιητικά)
κρύβεται το μαχαίρι που μας χτυπάει πισώπλατα.
Εξομοιώνοντας τα πάντα
παραβλέποντας συνθήκες χρόνο τόπο
οι στιχοπλόκοι καταντούν να υποστηρίζουν
πως τα κόκκαλα κ’ οι φλέβες
βαραίνουνε το ίδιο στη ζωή του κάθε ανθρώπου
επιμένουν να πιστεύουν πως μια πληγή κακοφορμίζει
με την ίδιαν ακριβώς αιτιοκρατία
κι όταν την άνοιξαν οι σφαίρες
των αγροτών του Κόκκινου Στρατού
που χτύπησαν τους εργάτες διαδηλωτές του Βερολίνου
κι όταν την άνοιξαν τα βόλια
των εργατών της Deutsche Wehrmacht
τότε που τα δέχτηκαν στους δρόμους της Aθήνας οι γεωπόνοι σπουδαστές.
Ο ποιητής, ξεκομμένος απ’ τους πόθους του λαού
καταντάει τελικά να μην πασχίζει γι’ άλλο
παρά μονάχα πώς θα πει την προσωπική του αλήθεια
καταντάει να λέει τις σφαίρες σφαίρες
και τους πληγωμένους πληγωμένους
κι όλο το πρόβλημά του στενεύει μες στα όρια
μιας αναζήτησης σωστού λεξιλογίου
έτσι που με κάθε θυσία
αδιάφορος για όλα
ακόμα και την πάλη των τάξεων
να φτάσει τελικά να καυχηθεί
πως ναι, αυτό πάσχιζα να πω
όπως βλέπει ένα σώμα στερεό και σκέφτεται
“Τούτο δω ίσως νάναι κείνο που γυρεύω”
το παίρνει στο χέρι το ζυγιάζει και σκέφτεται
“Με τούτο δω, ίσως μπορέσω να καρφώσω μια πρόκα πίσω απ’ την πόρτα μου”
στεριώνει την πρόκα κρεμάει το σακάκι του και λέει
“Ναί, αυτό είταν που γύρευα.
Από δω και μπρος
τ ονομάζω
σφυρί”.
Η ποίηση λοιπόν είναι μια υπόθεση αντικοινωνική.
Το κόμμα οι οργανώσεις κυρίως η αγκιτπρόπ
έχουν καθήκον να
*Αυτό είναι το πρώτο ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959), που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974. Στη συγκεντρωτική έκδοση υπάρχει στο τέλος η εξής σημείωση του ποιητή για το ποίημα αυτό: «Είναι γνωστή η κατ’ εισήγησιν του Ζντάνοβ απόφαση της Κ.Ε. του Κ.Κ.Σ.Ε. (μπ.), που είχε σαν συνέπεια, μεταξύ των άλλων, να καταδικαστεί σε πολύχρονη σιωπή η Άννα Αχμάτοβα».
Νίκος Κροντηράς, Απόμακρα νοιώθονται τ’ άστρα
ΑΠΟΜΑΚΡΑ ΝΟΙΩΘΟΝΤΑΙ Τ΄ΑΣΤΡΑ
αστρούθιστοι παραμένουν οι ανθρώπινοι σπόροι
τ’ αγάλματα σκιάχτρα
άλλη μια μέρα δείραν οι δήμιοι
πιτσιλιές αίματος τα μάρμαρα
σκόνη τα πνευμόνια
ανέμελα σκοτώνουν οι νοικοκυρές
χορτασμένοι σάρκα οι πολιτισμοί
Ο άνθρωπος πίσω από τα σκόρπια βαρέλια
χωράει σε μια τρύπα στη γη
πελώρια αδιαφορίας.
Χύθηκαν μύρια οξέα
γερά έπεσαν δόντια πολλά
τα κατεψυγμένα στοιβάχτηκαν εκεί…
Εσύ που με ευχές σε αστέρια λαμπτήρες
με τέτοιο νόμισμα κρύο βάζεις μπρος το μηχάνημα
σου μιλάω
πόσο γρήγορα γέρασε η επιστήμη…
και ο αιώνας κυνήγησε τα παιδιά από μικρά…
Σιγή στα μαξιλάρια με τα ματωμένα πούπουλα.
Ό,τι έχει απομείνει από αξιοπρέπεια
στο στάχυ μαζεύεται
συμφωνία στο φως στο νερό
να φτιαχτεί το ψωμί
πρωτού απλώσει ο πολέμαρχος κάτι σα να δύει
και ατιμάσει το μέλλον.
Ξανά η πείνα
αφαιρεί τα μεγάλα λόγια από τα δόντια.
Όταν χίλια στόματα έχουν σωπάσει
δεν έχουμε δικαίωμα να μιλάμε χίλιες φορές
περισσότερο
ποιός χτίζει εδώ
ποιός περνάει απ’ τις οδομαχίες
οι μονόλογοι
ανέβασαν έναν πριυτογονισμό αφύσικο
μιαν ακαρπία βυθίζουσα
η απανθρωπιά κάλεσε τους δαίμονες
με όλες τις μορφές.
Αμμόκοσμος και σαύρες στην επιφάνεια τα κόκκαλα συνήθη
αντίθετα με το μέλλον.
Άναψαν στριμώχνουν τους λαιμούς τους οι μηχανές
κοιτάζουν από πάνω,
Τα έντομα βαδίζουν πάνω στο ποίημα
είναι κάτι που αποφεύγουν οι άνθρωποι.
στον αιώνα της δίψας
οι πελώριες δικαιολογίες
δυο μαχαίρια καρφωμένα στον ουρανό
μοιάζουνε όλο να οδηγούν το θάνατο να κατεβεί.
Ταξίδεμα σκόνης δίχως ρυθμό έτσι ο χρόνος
κάτι μυρίζουν οι δείκτες ο χαλαζίας…
οι δειλοί πεθαίνουν από θάνατο.
Μες τα σκουπίδια βρίσκω παιδιά
οι μεγάλοι αδιάφοροι έχουν νομίσματα κάλπικα
και δεν ξέρουν Χορό.
Μια ξυπόλυτη λέξη πάλι, κάτι Αφρικάνικο
στο όνειρό μου
προσμένω σ’ αυτές τις θερμοπύλες,
βλέπω τους ρωμαίους που ξαναβγήκαν
μέσα από τις στάχτες της ευδαιμονίας
και είναι μια νύχτα απ’ αυτές
που το περίσσιο πετρέλαιο βαραίνει τα φτερά
κοκκαλώνει τα παιδιά
το σύννεφο της χημείας πνίγει τα δίκια
σε μια μάζα αδικίας για το τίποτα,
με μεγάλο ερωτηματικό.
Τα δέντρα είναι ξερά από το λάθος
(είναι φρικτό οι νικητές να ζούνε σ’ έναν κόσμο
φτιαγμένο από τους νικημένους)
μα οι ρωμαίοι τρώνε πάνε στον πόλεμο
αυτοί δεν είναι άνθρωποι
αυτοί ξέρουν μόνο να θανατώνουν και να θανατώνονται
Γέφυρα με ρηχά νερά, ας προσέχω,
με την ζωή των αδυνάτων πληρώθηκε.
Αποστεωμένη απειλή το άπειρο με δυο μεγάλα μάτια
η σκιά του φεγγαριού έπεσε
μ’ ένα θόρυβο χάχανου
Αυτό που δεν τους σκότωσε δεν το σεβάστηκαν.
Φαρδιά σταγόνα
λιγοστεύουν διαρκώς
όμως πάντα θα γράφονται
με τον ίδιο αριθμό γραμμάτιων
στην ίδια ειρωνία όσο υπάρχει ιστορία
σαν μια τεράστια παλάμη μια τρύπα
Xορταριασμένα κάγκελα
καυματισμένες μάσκες αντιασφυςιογόνες μηχανές
δεν είναι ποτάμι βροχής
ξεκλέβει ξεγελάει το στάσιμο.
Βρέξε την πανοπλία τολμηρή ψυχή
κοίταξε γύρω
σε έναν κόσμο που θ’ άξιζε να έχει όνομα
ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΜΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
*Το ποίημα αυτό είναι συνέχεια προηγούμενου που είχε δημοσιευτεί εδώ: https://tokoskino.wordpress.com/2015/06/17/%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AC%CF%82-%CF%83%CE%B5-%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1-%CE%B1%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%81/
**Από τη συλλογή «Επανάσταση και…», αυτοέκδοση, Αθήνα 1991.
Όλα τα κείμενα φτωχά για των πραγμάτων τις ακμές
Στρατής Φάβρος - Strates Fabbros
Όλα τα κείμενα φτωχά για των πραγμάτων τις ακμές
Είμαι σε μια σχέση άρνησης με την φλύαρη επικαιρότητα
Ζω σε μια μέθη έξης και φόβου
Με στόμα στεγνό από το διαβήτη της κατανάλωσης
Η αδολεσχία των υποκριτών θιασαρχών μου προκαλεί έμετο
Ο οππορτουνισμός βρωμάει σιχαμερά καθώς
ακούω ακούω και βλέπω και ακούω
Φοβούμαι ώσπου φως να μου δείξουν
άξαφνα και γενναία πως δεν ενδίδουμε πάντα
και σαπίζω εσωτερικά από τον τρόμο της τρυφής
Πρέπει μονολογώ, πρέπει να σταθώ για των παιδιών τη ζωή
πρέπει να σταθώ για μένα τον ίδιο που μιλώ
έρπω και έρπω αλλά ίσως κάποτε
όρθιος κι αντιμέτωπός τους θα σταθώ
Τι φοβάσαι ; Ιδρώνεις το βράδυ σαν κοιμάσαι
Είναι ο διαβήτης που σε καταναλίσκει πάλι
ή ο φόβος ;
Όχι πια φόβος για τη σύμβαση
Μη πουν δεν είναι καλός άνθρωπος
Μα ποιος είναι;
Αλήθεια, σαν να υπάρχει η αλήθεια,
ποιος πράγματι είναι;
Μα φόβος μην…
View original post 55 more words
The Wordysmith
Βικ/ τέσσερις αισθήσεις
ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας
Κι αν ήταν η βροντή ενδότερη
και τα συκώτια του πονούσαν
απ’ την τάση και το ρυθμό/
έφτανε/
να την γευόταν με την αφή/
και τα απλά του βράγχια να άνοιγαν διάπλατα
στο επάργυρο υπόθεμά της/
αιώνια βρεγμένα
στο αιώνιο πέλαγο
κι ας μετριόταν ο χρόνος/
στη διάρκεια, στη νύχτα και στο νερό,
τα ρούχα αιχμηρά,
ακόμη αλατίζονταν/
ενέδρες με τη ζέστη κατιούσα στο λαιμό/
μια Λουίζα των λόγων δηλαδή, ιέρεια,
ώστε να μεγαλώνει το κορμί
και να διαστέλλεται/
στα ίδια αρχαία μάτια.
photo: Olive Cotton
‘Only to taste the warmth, the light, the wind’
c. 1939
Gelatin silver photograph
Art Gallery of New South Wales, purchased with funds provided by John Armati 2006
Αντώνης Στασινόπουλος, Τρία ποιήματα
Καθ’ οδόν
ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΗΣΑΜΕ;
Με τι πυξίδες, με τι φορτίο;
Εφόδια για ταξίδια άγνωστα των ονείρων και των ιδανικών μας,
η ψυχή διψούσε.
Ναι, διαδρομές δύσβατες,
καθώς ο νους σαλεύει σαν σαύρα προϊστορική
μες στην ιστορικότητα της βαρβαρότητας.
Λέξεις αποδίδουν σαν πλαστελίνη σχέδια παράλογα
για των ανθρώπων τη μοίρα.
Ο μεγάλος αδερφός καραδοκεί,
με αίμα και καμένες σάρκες τρέφει την παγκόσμια εξουσία του.
Ιράκ, Γιουγκοσλαβία, Αφγανιστάν, Ιράκ…
Ποιος έχει σειρά;
Στο θέατρο του παραλόγου,
πρώτο ρόλο μαζικά μέσα εξανδραποδισμού.
Κανονιοφόροι να ξερνάν καυτή λάβα σε λαούς και πολιτισμούς.
Ως πότε τα δάκρυα
για τους αδικοχαμένους αδερφούς-φτωχοδιαβόλους
θα ρέουν σιωπηλά;
Στιγμιότυπο
ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ μια κούπα καφές.
Το δωμάτιο ομίχλη από τον καπνό.
Στο ράδιο διαφημίσεις για τέρψη και κατανάλωση
της μικροαστικής ύπαρξης
εκπορνευόμενης σε υποκατάστατα φτηνής καρικατούρας.
Σε αναζήτηση των λέξεων
ΠΟΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ μπορούν να σκιαγραφήσουν με χρώματα θανάτου
των παιδιών την αγωνία;
Λέξεις παιδιά της Αφρικής.
Λέξεις παιδιά της Ασίας.
Λέξεις παιδιά της Νότιας Αμερικής.
Λέξεις.
Αλήθεια, πόσες λέξεις και τι λέξεις
θα συνθέσουν το δελτίο ειδήσεων στην TV;
*Από τη συλλογή “Των ονείρων τα χρώματα” (με 33 σχέδια του Γιώργου Στρίγγου), Εκδοσεις Βιβλιοπέλαγος, στη Σειρά Μούσες – Πλους 3ος, Αθήνα 2004.
Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κοντές Ανάσες VIII
Σοφία Περδίκη, Το πανέρι
Οπώρες κίτρινοι ήλιοι
λάμψατε σπυριά φωτός σαν το χαλάζι
στη λίμνη που έπεσε των λουλουδιών
και λιώσατε μέσα στο χέρι που σας μάζεψε.
Μικρές οργανικές αψάδες κίτρα
που στη γλώσσα μου πάνω στήσατε χορό
με τα φορέματά σας της φωτιάς
στων στροβίλων σας ξέδωσα
πικρό και γλυκό ξεφάντωμα.
Κι εσείς ρόδια
που σπάσατε το καλούπι της τύχης μου
ο κρότος διαπέρασε τον λαβύρινθο της πάχνης
καταχείμωνο κυλήσατε στους ουρανούς
μαγεία σπείρατε στ’ άστρα.
Σκορπώντας το άρωμά σας
στις κοινές αισθήσεις
μήλα καρποί των ενοχών
κρεμιέστε από τα αιώνια κλαδιά
λεία, στιλπνά, παντοτινά
κι η ιστορία της αφής
μια συνεχής ακολουθία.
Στην ράχη μου σας φόρτωσα
κι απ’ το πανέρι της ανακωχής
κρέμονται στέμφυλοι τσαμπιά
προχωράω αέναα.
Την τέχνη έμαθα: στης μάχης το κέντρο
πώς πρέπει κανείς να κερνά
στα στίφη που καταφθάνουν
την ακριβή και υπολογισμένη ώρα
του Μύθου μια μια την κάθε ρόγα.
Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Ελευθερία Έκφρασης
Την πρώτη νύχτα πλησιάζουνε
και κλέβουν ένα λουλούδι
από τον κήπο μας
και δε λέμε τίποτα.
Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον
περπατούνε στα λουλούδια,
σκοτώνουν το σκυλί μας
και δε λέμε τίποτα.
Ώσπου μια μέρα
-την πιο διάφανη απ” όλες-
μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας
ληστεύουν το φεγγάρι μας
γιατί ξέρουνε το φόβο μας
που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.
Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα
πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα.
Lucifugo, a diavolo in corpo, Το Δράμα του Χρόνου
Πράξη Πρώτη
Ελάτε, ελάτε!
κοπιάστε, κοπιάστε!
στα δίχτυα μας πάλι πιάστηκε
ο χαμένος Χρόνος
για δολώματα πάντα βάζουμε
λύρες και πέτρες αστραφτερές
από χρυσό κι ασήμι
καθώς και τον Αρχαίο Μύθο
της αθάνατης ροής τους
με τα στιλπνά φανερώματά τους
πίσω απ’ το φαρδύ δίχτυ
ο Χρόνος σύγκορμος απομαγεύεται
και μ’ ετούτα μόνο ποθεί
το σώμα του να σμίγει
μ’ ένα κρότο χαράς
και με μια βουβή οδύνη
ο Χρόνος μέσ’ τα δίχτυα του Πλούτου
αιώνιος αιχμάλωτος απολήγει
ελάτε, ελάτε,
μην καθυστερείτε!
μοχθήστε για τον Πλούτο
και κοπιάστε για το χαμένο Χρόνο!
με το τσίγκινο μαχαίρι
που σας έδωκε η Μοίρα
ένα μικρό κομμάτι διάρκειας
απ’ το σπλάχνο του Χρόνου κόψτε
και μοχθήστε και κοπιάστε
για περισσότερα απ’ τα ίδια!
Πράξη Δεύτερη
Αδυσώπητος ο Χρόνος
τα πάντα κυβερνάει
με τις όμοιες και λειψές
στιγμές διάρκειας
που από ‘δώ κι από ‘κεί
σκορπάει
Αθάνατος ο Χρόνος
τρέχει για να κυλάει
κυλάει για να τρέχει
μέσ’ του Πλούτου την αποθησαύριση
ανέστιος και αποτυφλωμένος ο Χρόνος
απωλείει όλη του τη διάρκεια
γαντζωμένος στο βουνό του
ο Σίσυφος
ανακουφισμένος χαμογελάει
ο Χρόνος το δικό του βράχο
στις πλάτες κουβαλάει
Πράξη Τρίτη
Ποτέ δεν ερωτήθηκε ο Χρόνος
αν θέλει έτσι αέναος και ατελέσφορος
να κυλάει
αν του δοθεί ποτέ η ευκαιρία
ν’ απαντήσει
αν ξυπνήσει ποτέ ο χαμένος Χρόνος
μέσ’ του Πλούτου το δίχτυ
να είστε σίγουροι
στους λεπτοδείκτες των ρολογιών μας
την αθανασία του θα καρατομήσει
και θ’ αυτοκτονήσει
είναι ο μόνος τρόπος για να σταματήσει
τον Καιρό μας
στην αιωνιότητα των χαμένων και λειψών στιγμών
να κυλάει
είναι ο μόνος τρόπος για να βεβηλωθεί
η μακαριότητα του Πλούτου
ως προφητεία και ως αρπαγή
του χρόνου της Ζωής







