Erich Fried, Δύο ποιήματα

Artwork: Paul Klee

ΧΩΡΙΣ ΧΙΟΥΜΟΡ

Τα αγόρια
ρίχνουν
για πλάκα
πέτρες
στους βατράχους
Οι βάτραχοι
πεθαίνουν
στα σοβαρά

*

ΜΙΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Κλείδωσα τη λέξη στην καρδιά μου
φτεροκοπά
χτυπά στα πλευρά μου επάνω
είναι φυλακισμένη
Μπορώ να μιλώ πολύ
Τάισα τη λέξη
με καλό ψωμί
και κάθε είδους σάρκα
τώρα την αφήνω να φύγει
ανείπωτη
σε μια χώρα όπου το κόκκινο
κυλά ορμητικά πάνω στο πράσινο
σε μια πόλη όπου το μαύρο
πέφτει στην ολόφωτη μέρα
μαθαίνω να μιλώ πιο λίγο

*Από το βιβλίο “Κόβοντας με τα δόντια το κεφάλι της ποίησης”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2024.

ένα έτσι, η τελευταία φορά

Alfred Eisenstaedt ‘Andrew Wyeth’s Bedroom’ Cushing, Maine (1965)

η τελευταία φορά που τραγούδησα
λίγες λέξεις μαζί με κάποιον άλλο
η τελευταία φορά που με είπανε
πρεζάκια και το άκουσα
η τελευταία φορά που κοίταξα
τον πατέρα μου σαν να τον γνωρίζω
η τελευταία φορά που θέλησα
να μισήσω τον κόσμο για πάντα
η τελευταία φορά που τα κατάφερα
η τελευταία φορά που βοήθησα
κάποιον να περάσει τον δρόμο
η τελευταία φορά που κατάλαβα
πως έχω τρελαθεί, τι κρίμα
η τελευταία φορά που πίστεψα
πως θα πεθάνω, πόσο λυπηρό
η τελευταία φορά που ανέβηκα
στον Βλοχό με τον γιο μου
η τελευταία φορά που είπα ψέματα
στον εαυτό μου για χατήρι σου
η τελευταία φορά που ανακάλυψα
την απολυτοσύνη της σιωπής
η τελευταία φορά που σε κοίταξα
στα μάτια τελεία
η τελευταία φορά που θέλησα
να σε φάω, ολόκληρη
η τελευταία φορά που ήμουνα
ένα ναυάγιο τα ξημερώματα
η τελευταία φορά που έγραψα κάτι
από καθαρή απόγνωση
η τελευταία φορά που χάθηκα
μες στο χαμόγελό σου
η τελευταία φορά που χόρεψα
σαν να το εννοώ
η τελευταία φορά που κέρασα
όλο το μαγαζί ό,τι πίναν


η τελευταία φορά που έπεσα
στα γόνατα για να το γιορτάσω
η τελευταία φορά που τόλμησα
να θεωρήσω πως αδικήθηκα
η τελευταία φορά που αθωώθηκα
με τρία χρόνια αναστολή
η τελευταία φορά που πυροβόλησα
η τελευταία φορά που σκότωσα
κάτι που είχε καρδιά
η τελευταία φορά που με φώναξαν
αφεντικό για εκδίκηση
η τελευταία φορά που μου χρωστούσαν
διακόσια χιλιάρικα
η τελευταία φορά που έγραψα
με κιμωλία
η τελευταία φορά που η κιθάρα μου
είχε χορδές
η τελευταία φορά που ήμουν
η φωνή μου στο ζωηρό το πρωινό
η τελευταία φορά που είπα
πως έχω κουραστεί
η τελευταία φορά που προσπάθησα
να κάνω κάποιον να γελάσει
η τελευταία φορά που επέζησα
αυτής της σκιερής πόλης
η τελευταία φορά που ορκίστηκα
υποταγή στην Κυριακάτικη μελαγχολία
η τελευταία φορά που αναζήτησα
προδοσία και πέτυχα διάνα
η τελευταία φορά που επιχείρησα
να βγω από την ντουλάπα
η τελευταία φορά που ορκίστηκα
πως θα ήταν η τελευταία φορά
αλλά δεν ήταν

*Σχετικός σύνδεσμος: https://enaetsi.wordpress.com/2024/12/19/8340/#like-8340

Γιώργος Σαράτσης, Απολογισμός

Ιανουάριος. Εγκαταλείπω τον εαυτό μου σαν μορφή αυτοτιμωρίας. Όσα αγάπησα, έγιναν πληγή στην απουσία τους. Τα σπλάχνα μου γέμισαν πατρίδα.

Φεβρουάριος. Υπάρχει ένα σημείο όπου επιστρέφω για να αντικρίσω το μέσα μου. Οι αποστάσεις δικαιώνουν τους συλλογισμούς μου. Σημάδια μεγάλης πλημμύρας. Πώς αντέχουν οι άνθρωποι πριν καταρρεύσουν;

Μάρτιος. Κρατάμε στα χέρια τα σπλάχνα μας. Κάθε μου λάθος, προστίθεται στα ήδη υπάρχοντα. Βροχερή θα είναι η τελευταία ημέρα του κόσμου. Ως φωνή υδάτων πολλών.

Απρίλιος. Έκλειψη ηλίου. Σε ό,τι κάνω, περιέχεται ένας εαυτός που δεν είμαι. Νεαρός άνδρας βουτά από τον Λευκό Πύργο. Τα δυνατά πνεύματα, τα πιο πεπλανημένα. Εύχομαι μια ταπεινότητα χωρίς ανθρώπους.

Μάιος. Καλοκαιριάζει και μου κόβεται η ανάσα. Η μάθηση δεν είναι παρά βία και αποξένωση. Δεν με απασχολεί ο χρόνος. Με απασχολεί ο χρόνος μακριά σου. Οι προορισμοί μάς έχουν γονατίσει. Συστέλλομαι όσο το φως μεγαλώνει.

Ιούνιος. Το καλοκαίρι είναι ερωτογενής ζώνη. Επικοινωνώ με τα υπολείμματα του εαυτού μου. Δεν αγάπησα ποτέ τις κλειστές θάλασσες. Αντιθέτως, έχουν κάτι γοητευτικό οι κλειστοί άνθρωποι. Σα να φωλιάζει μέσα τους περισσότερη αλήθεια.

Ιούλιος. Μυρίζει κάτι μητρικό το απόγευμα του Σαββάτου. Μας καταπίνουν οι εικόνες. Όταν δεν μου λείπεις, δεν υπάρχω. Κουρνιάζει ανάμεσά μας ένας ανομολόγητος φόβος.

Αύγουστος. Διαλυόμαστε στον μεγάλο άμβυκα του κάτω κόσμου. Ανήκω εκεί όπου δεν αναπαύεται η καρδιά μου. Ο άνθρωπος που είσαι, κοιμάται μέσα σου. Κάποτε, θα εξαλειφθούν οι αναμνήσεις. 

Σεπτέμβριος. Δεν μπορεί να είναι λάθος τόση αλήθεια. Οι λέξεις απεχθάνονται την ποίηση. Ο ποιητής γεννιέται όταν απαρνηθεί τις λέξεις. Η φωνή εξαντλείται πριν τον άνθρωπο. Γίνομαι όσα δεν μπορώ να αντέξω.

Οκτώβριος. Ζω από την παρενέργεια της ύπαρξής μου. Περισσότερο μας ενώνει μια ελαφρά αδιαφορία. Βαριέμαι θανάσιμα τον ρεαλισμό σε κάθε του έκφανση. Τρέφομαι με τα υπολείμματα του εαυτού μου.

Νοέμβριος. Αφήνω τον χρόνο να παρέλθει και ανακουφίζομαι. Καπνίζω και σκέφτομαι τις ημέρες που έφυγαν. Η Κυριακή, μέρα αμεταχείριστη. Κάποτε μοιάζει με ψέμα που διαδίδεται ταχύτατα. Ούτε στην χαρά, ούτε στον πόνο συναντιόμαστε.

Δεκέμβριος. Με κάνει να χαμογελώ η παρακμή. Τελειώνουμε, αδιαφορώντας για το τέλος. Η ζωή μας έχει γούνα και ουρά. Συχνά, τα νύχια κρύβονται σε τρυφερές παλάμες. Τρωκτικά και έντομα. Σπανίως άνθρωποι.

*Λέξεις και εικόνα πάρθηκαν από εδώ: https://apotypoma.blogspot.com/2024/12/blog-post.html

Kenneth Rexroth, Δύο ποιήματα

Η υπογραφή όλων των πραγμάτων

ΙΙΙ

Όταν τράβηξα το σάπιο κούτσουρο
Από τον πάτο της λίμνης,
Ήταν βαρύ σαν βράχος.
Το άφησα στον ήλιο
Για ένα μήνα, κι ύστερα το ‘κοψα
κομμάτια, και μετά σε μικρότερα
Για προσάναμμα, και τα άπλωσα έξω
Να στεγνώσουν καλύτερα. Αργά τη νύχτα
Μετά από διάβασμα ωρών
Ενώ νυχτοπεταλούδες φτερούγιζαν στη λάμπα
-Άγιοι και φιλόσοφοι
Στο πεπρωμένο του ανθρώπου-
Βγήκα έξω στης καλύβας τον εξώστη
Και κοίταξα ψηλά μέσα απ΄το μαύρο δάσος
Των αστεριών τα τρεμάμενα νησιά.
Ξαφνικά στο πάτωμα της νύχτας,
Κομμάτια φωσφόριζαν τρεμοσβήνοντας,
Και τριγύρω υπήρχαν σκόρπια τρίμματα
Ψυχρού χλομού φωτός ολοζώντανα.

*

Aix En Provence

(Άνοιξη)

Άνεμος στα άνθη αμυγδαλιάς.
Μυρμήγκια στα ασβεστολιθικά βουνά.
Στην κόκκινη γη τα κόκαλα του Σεζάν.
Αμέτρητα αμπέλια στην κόκκινη γη.
Σκούρο κρασί σε δρύινα τραπέζια.
Πίνουν μίσος ή αγάπη καθώς
Οι γέροι πλάτανοι ανθίζουν.
Πίνουν καφέ ή λικέρ
Κάτω από τα νέα φύλλα που σκιρτούν.
Κάτω από πυκνά πεύκα,
Σε πλαγιές κόκκινες και γκρίζες
Που δεν χτυπάει ο βοριάς
Ζευγάρια κάνουν έρωτα.
Σε λάκκους με κόκκινη άμμο
Στρατιώτες ανά ομάδες
Πυροβολούν χάρτινα ανδρείκελα.

*Από το βιβλίο «Kenneth Rexroth, Ποιήματα», Eκδόσεις Ηριδανός, Οκτώβριος 2014. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Dorothy Parker, Δέκα ποιήματα


ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ

Αν δε γυρίζω με τ’ αμάξι έξω,
Ρόλο πολύ σημαντικό θα παίξω.
Αν πριν τις δέκα πέφτω στο κρεβάτι,
Ίσως ξαναποκτήσω αυτό το «κάτι».
Αν απ’ τις διασκεδάσεις όλο απέχω,
Μάλλον σπουδαία εξέλιξη θα έχω.
Μα εγώ καθόλου δε θ’ αλλάξω υφάκι,
Επειδή δε μου καίγεται καρφάκι.

*

ΡΕΖΟΥΜΕ

Tα ξυράφια σε χαράζουν·
Τα ποτάμια είναι κρύα·
Τα οξέα λεκιάζουν·
Και τα χάπια, τι ταλαιπωρία.
Τα όπλα δεν είναι νόμιμα·
Το αέριο μη μυρίσεις·
Οι θηλιές είναι πρόβλημα·
Καλύτερα να ζήσεις.

*

ΜΙΑ ΓΟΥΡΟΥΝΙΣΙΑ ΜΑΤΙΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Βίοι και πολιτείες των Τζων Κητς, Πέρσυ Μπυς Σέλλεϋ
και Τζωρτζ Γκόρντον Νόελ, Λόρδου Μπάιρον
Ο Κητς, ο Σέλλεϋ κι ο Μπάιρον,
Το λυρικό τρίο όλων των καιρών.
Το μέτωπο του Σέλλεϋ γεμάτο μπούκλες,
Ο Κητς δεν κληρονόμησε κόμη καρέκλες
Κι ο Μπάιρον είχε όλο στο πλευρό του κούκλες—
Μ’ αυτό δεν έκανε την ποίησή τους κιτς·
Την ποίηση του Μπάιρον και του Σέλλεϋ,
Του Μπάιρον και του Σέλλεϋ,
Του Μπάιρον και του Σέλλεϋ και του Κητς.
Όσκαρ Ουάιλντ
Όταν, μες στων λογίων τον εσμό,
Πρέπει να πω κάναν αφορισμό,
Ποτέ εύσημα δεν προσπαθώ να πάρω·
Όλοι θεωρούμε πως Όσκαρ κουοτάρω.
[…]
Τσαρλς Ντίκενς
Όσοι τον λένε κίβδηλο προχειρογράφο,
Δεν θα τον ξαναπούν, αν δε με βάλουν στον τάφο.
Εγκάρδια προσκαλώ αυτά όλα τα «πουλάκια»
Να ξαναπούν αυτές τις λέξεις—οπαλάκια!
[…]
Τζωρτζ Σαντ
Η χαρισματική κυρία, όσον είχε
Χρόνο, όταν απ’ τις μελέτες της απείχε,
Τον ξόδευε για την ερωτική της λεία
(Είναι τόσο καλοί σ’ αυτά στη Γαλλία).

*

ΕΝΑ ΤΕΛΕΙΟ ΡΟΔΟ

Ένα άνθος μου ’στειλε, της γνωριμίας.
Εφάρμοσε τη στοργική μέθοδο·
Πάναγνο, πλήρες δρόσου κι ευοσμίας—
Ένα τέλειο ρόδο.
Ήξερα το άνθος τι ήθελε να πει·
«Στα εύθραυστα φύλλα μου η καρδιά του, εδώ».
Για φυλαχτό της έχει πάρει η αγάπη
Ένα τέλειο ρόδο.
Γιατί κανείς δε μου ’χει ως τώρα πάρει
Μια τέλεια λίμο, ειρήσθω εν παρόδω;
Α όχι, το ’χει η μοίρα μου σταμπάρει
Ένα τέλειο ρόδο.

*

DE PROFUNDIS

Α, λοιπόν, είν’ ουτοπικό
Να ελπίζω σ’ ένα αρσενικό
Που δε θ’ αναπολεί διαρκώς
Κορίτσια που ’χε πιο μικρός;

*

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ

Γιατί, όταν βρίσκομαι στη Ρώμη,
Εύχομαι να ’μουν σπίτι ακόμη,
Μα όταν βρεθώ στην περιοχή μου
Ποθεί Ιταλία η ψυχή μου;
Και, Κύριέ μου, αγάπη μου, γιατί
Κοντά σου ανία αισθάνομαι φρικτή,
Μα, με το που με παρατήσεις,
Θα ουρλιάζω να ξαναγυρίσεις;

*

ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Στρατιώτη, σ’ άγνωστα και ξένα μέρη
Και πέρα σε πελάγη ταραγμένα
Δέξου το γέλιο της, πιάσ’ της το χέρι—
Μην έχεις τύψεις για μένα.
Στρατιώτη, ειλικρινείς στρατιώτες ξέρεις;
Αν είν’ γλυκιά, ευγενική, κεφάτη,
Με την ευχή μου να τα καταφέρεις—
Μην πας μόνος στο κρεβάτι.
Μα, στ’ όνομα της νύχτας μας της πρώτης,
Στρατιώτη, και των πρωινών κοντά μου,
Όταν, στον ύπνο, γείρεις στο πλευρό της
Φώναξ’ την με τ’ όνομά μου.

1944

*

ΜΕΓΑ ΠΑΘΟΣ

Αν έσπαγες την όμορφή σου μύτη,
Θ’ άρχιζε η αγάπη μου, μάλλον, να πλήττει·
Αν τα μαλλιά σου πέφταν κι αραιώναν,
Τα στέφανα του γάμου μας θα λιώναν.
Κι αν να κουτσαίνεις άρχιζες, ξες κάτι;
Θα σου γυρνούσα, φοβάμαι, την πλάτη·
Κι αν την ψυχή και το μυαλό σου έχανες, αν—
Τη διαφορά δε θα παρατηρούσα καν.

*

ΣΧΟΛΙΟ

Ω, η ζωή είν’ ένας λαμπρός κύκλος τραγουδιών,
Ποτ-πουρί αυτοσχεδιαστικής μανίας·
Κι η αγάπη δεν στραβώνει ποτέ των ποτών·
Κι εγώ είμαι η Μαρία της Ρουμανίας.

*

CODA

Λίγα στο δούναι, λίγα στο λαβείν,
Λίγα στο νερό, λίγα στο κρασί·
Αυτό το ζην, το ζην, το ζην
Ποτέ δεν ήταν δική μου υπόθεση.
Ω, για όποιον είναι στην κορυφή
Μικρό το κέρδος κι ο αγώνας σκληρός.
Αφού η τέχνη είναι μια μορφή
Κάθαρσης, κι η αγάπη κατήφορος,
Κι η δουλειά για των ζώων τη ράχη
Κι όλα τ’ άλλα για τα οστρακοειδή.
Το σκέφτομαι να βγω απ’ τη μάχη—
Θα με πάτε στην κόλαση με δαδί;

*Απόδοση: Πάνος Στασινός

**Τα ποιήματα προέρχονται από την έκδοση: Dorothy Parker, Complete Poems. London: Penguin Books, 2010.]. Τα πήραμε από εδώ: https://mag.frear.gr/deka-poiimata/?fbclid=IwY2xjawFug11leHRuA2FlbQIxMQABHdSelTkXYOSIZf4VwgCpbEqfB37SNHNNZRcSlI6CjiG2fesyvD2kJxHN8A_aem_wm4rtQ39y5ufy–y6y4x_A


Νίκος Κωσταγιόλας, Γιώργου Μπλάνα, τροπαιοφόρου

«Πηγαίνετε, κι ονειρευτείτε ότι είστε μάγοι»
μας ξεπροβόδισες, φυσώντας τον καπνό
απ’ το τσιγάρο σου. Ένα σιρίτι μαύρο
κηλίδωνε τον δείκτη – καπνιστή σημάδι,
ή του σαλού του Θεού ποινή σάρκα καμένη,
δροσιάς κουφάρι, των θαυμάτων του πνοή.

Τώρα που είσαι ένα με την κοσμική πνοή
εκείνο το «κι ονειρευτείτε ότι είστε μάγοι»
πώς ξεκλειδώνεται; Υπόθεση καμένη
από χέρι. Ποιος να διαβάσει τον καπνό
απ’ τα δαφνόφυλλα, ν’ αδράξει ένα σημάδι
απ’ τις τεφρές ακτές; Όλα δύουν στο μαύρο,
κάθε γραμμή, ματιού λαβή. Ναι, το ίδιο μαύρο
με τη φωνή σου που ως την ύστατη πνοή
πάλεψες μάταια να ξηλώσεις, σα σημάδι
κρυμμένο, ριζικό με χάχανα που οι μάγοι
στα σπλάχνα φύτεψαν του κόσμου, όλο καπνό
να μην αλυσοδένεται. Σε γη καμένη

βαδίζει ο άνθρωπος – ναι, ολότελα καμένη –
κι ο ποετάστρος ένα ψωραλέο μαύρο
σκυλί που ψάχνει μες στην τέφρα, στον καπνό
σκαλίζοντας, μυρίζοντας για μια πνοή
ζωής, ένα άνθος – άστρο που ατενίσαν μάγοι
διαθήκη απαντοχής, αλάθητο σημάδι.

Μα, αλίμονο, της προκοπής τι σόι σημάδι
κανείς ν’ αντλήσει από μήτρα χαροκαμένη,
από έναν κόσμο κίβδηλο; Ποιοι πόθοι μάγοι,
χίμαιρες, άτες ποιες αινίττονται στο μαύρο
μια ανάπαυλα, σε μέλλον νήνεμο πνοή,
μια βάτο άκαυστη παρ’ όλο τον καπνό.

Κι όμως, μες σ’ όλη τη σβουνιά και τον καπνό,
εσύ ανοξείδωτος, κι ας σ’ έβαλαν σημάδι,
υψώθηκες στερνή φορά, την πικρή πνοή
του κόσμου βδέλλα να ρουφήξεις, Νέα Καμένη
για ν’ ανατείλει ωραιωμένος απ’ τον μαύρο
κρατήρα του κορμιού σου. Τώρα ξέρω, οι μάγοι
από το τίποτα – καπνό κι ύλη καμένη –
σημάδι αφήνουν ανεπούλωτο στο μαύρο
πνοή να μπάζει, ανέλεο φως: Τέτοιοι οι μάγοι!

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://neoplanodion.gr/2024/03/04/blana-tropaiophorou/?fbclid=IwY2xjawHMxWhleHRuA2FlbQIxMQABHXCisRmu4NBtC-Cz4WgptXXn8Vk4c1S2xE5dEZ5Saw8RuhRJlwzW1B8X7g_aem_hSv1wMPtFlEIZle0JKmGXw

Μίλτος Σαχτούρης, Φραντς Κάφκα 

Ο Φραντς Κάφκα ζούσε σ’ ένα μεγάλο υγρό δωμάτιο
στρωμένο μ’ ένα βρώμικο παλιό χαλί.
Πού και πού διάτρεχε το χαλί ένας μεγάλος
γκρίζος ποντικός.
Ο πόντικας αυτός, έλεγε συχνά ο Φραντς,
ο πόντικας αυτός, είναι η αγαπημένη μου κι εγώ.

*Από τη συλλογή “Εκτοπλάσματα”, Εκδόσεις Κέδρος, 1987.

Antonio Porchia, Στίχοι

Οι αλυσίδες που δε θέλω να σπάσω δεν είναι αλυσίδες·
θα γίνονταν όμως, αν τις έσπαζα.
Αν ο άνθρωπος είχε φτερά, θα κατέβαινε κι άλλο.
Χίλιοι ήλιοι μακρινοί δε διώχνουνε τη νύχτα.
Τα μάτια μου είναι βάραθρα, γιατί ήταν πρίν γεφύρια.
Η λάσπη, μόλις χωριστεί από τη λάσπη, δεν είναι πια λάσπη.
Καμιά φορά, τη νύχτα, ανάβω ένα φως για να μη βλέπω.
Τα χέρια σου τώρα πια, σχεδόν χωρίς χώμα. Σε λίγο δε θα φαίνονται τα χέρια σου.

*Από το βιβλίο “Αντόνιο Πόρτσια, Επιλογή από τις “Voces” (Φωνές)”. Εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 1992. Μετάφραση: Ε. Χ. Γονατάς.

Jorge Luis Borges, Δύο ποιήματα

Τα πράγματα

Το μπαστούνι, μια αρμαθιά κλειδιά, κάτι κέρματα,
η απαλή κλειδαριά, κάτι τελευταίες
σημειώσεις που δε θα ξαναδιαβαστούν
τις λίγες μέρες που μου απομένουν, η τράπουλα,
η σκακιέρα, ένα βιβλίο και κάπου στα φύλλα του
η ξεραμένη βιολέτα, ενθύμιο κάποιες βραδιάς
αξέχαστης ασφαλώς αλλά κιόλας ξεχασμένης,
στη δύση ο κόκκινος καθρέφτης πυρπολώντας
ένα δειλινό της φαντασίας. Τόσα και τόσα πράγματα,
ομπρέλες, πίπες, άτλαντες, φλιτζάνια, μπιχλιμπίδια
που δουλεύουν για χάρη μας σαν αμίλητοι σκλάβοι,
τυφλά, και απολύτως βουβά!
Θα επιζήσουν περ’ από τη λήθη μας·
δίχως να ξέρουν καν πως έχουμε υπάρξει.

*

Εγκώμιο της σκιάς

Τα γερατειά (όπως τ’ αποκαλούν οι άλλοι)
μπορεί και να ’ναι ο καιρός της ευτυχίας μας.
Το ζώο έχει πια πεθάνει ή πεθαίνει όπου να ’ναι.
Απομένει μονάχα ο άνθρωπος κι η ψυχή του.
Ζω ανάμεσα σε θαμπές και διάφανες μορφές
που ακόμα δεν έχουν γίνει απόλυτο σκοτάδι.
Το Μπουένος Άιρες
που παλιά μοιραζόταν σε φτωχογειτονιές
προς τη μεριά του απέραντου κάμπου,
έγινε πάλι το νεκροταφείο Ρεκολέτα, η πλατεία Ρετίρο,
τα δρομάκια της παλιάς πόλης
και τα ετοιμόρροπα παλιά σπίτια
μια περιοχή που ακόμα λέμε Νότο.
Πάντοτε στη ζωή μου όλα ήρθαν άφθονα·
ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης έβγαλε τα μάτια του για να σκέφτεται·
ο χρόνος ήταν ο δικός μου ο Δημόκριτος.
Αυτό το μισοσκόταδο σέρνεται αργά αργά και δεν πληγώνει·
κυλάει πάνω σε μια ήρεμη πλαγιά
και μοιάζει σα να είναι η αιωνιότητα.
Οι φίλοι μου δεν έχουν μορφή
οι γυναίκες είναι όπως ήταν εδώ και πολλά χρόνια,
μπερδεύεται η μια γωνιά του δρόμου με την άλλη,
δεν έχουν γράμματα οι σελίδες των βιβλίων.
Όλα αυτά θα ’πρεπε να με τρομάζουν
όμως αφήνουν μια γεύση γλυκιά, μια επιστροφή.
Από τα τόσα κείμενα που έχουν γραφτεί πάνω στη γη
λίγα μονάχα έχω διαβάσει
κι αυτά τα ίδια συνεχίζω να διαβάζω με τη μνήμη,
να τα διαβάζω και να τα μεταπλάθω.
Απ’ το Νοτιά, τη Δύση, την Ανατολή και το Βοριά,
συγκλίνουν οι δρόμοι που μ’ οδήγησαν
στο μυστικό μου κέντρο.
Οι δρόμοι αυτοί ήταν αντίλαλοι και βήματα,
γυναίκες, άντρες, αγωνίες, αναβιώσεις,
μέρες και νύχτες,
λήθαργοι κι όνειρα,
η καθεμιά στιγμή του χτες,
του κάθε χτες του κόσμου,
το κραταιό σπαθί του δανού και η σελήνη του πέρση,
τα έργα των νεκρών,
ο έρωτας που βρήκε ανταπόκριση, τα λόγια,
ο Έμερσον και το χιόνι, τόσα και τόσα…
Τώρα μπορώ να τα ξεχάσω. Φτάνω στο στόχο μου,
στην άλγεβρά μου, στην κλείδα
και στον καθρέφτη μου.
Σύντομα θα ξέρω ποιος είμαι.

*Από τη συλλογή “Το εγκώμιο της σκιάς”, Εκδόσεις Ύψιλον, 1985. Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης.

Λι Μπάι, ποιήματα

Φεγγαρόφωτο, τα πίνω μόνος

Μια κούπα κρασί, κάτω από τ΄ ανθισμένα δέντρα
κανένας φίλος εδώ γύρω. Τα πίνω μόνος.
Υψώνω την κούπα μου, ζητώντας από το φεγγάρι
να γίνουμε τρεις μαζί με τη σκιά μου.
Αλίμονο, το φεγγάρι δεν έχει ιδέα από ποτό
κι η σκιά το μόνο που ξέρει είναι να σέρνεται στο πλάι μου.
Κι όμως με φίλο το φεγγάρι και σκλαβάκι τη σκιά μου
θα τα καταφέρω μια χαρά ως το τέλος της Άνοιξης.
Τραγουδώ και το φεγγάρι σιγοντάρει με τις αχτίνες του
χορεύω κι η σκιά μου τρεκλίζει από κοντά.
Κι όταν μας περνάει το μεθύσι, μοιραζόμαστε χαρές.
Τώρα πάλι μεθυσμένοι, ο καθένας παίρνει το δρόμο του
μακάρι να κρατούσε κι άλλο αυτή η συντροφιά
μακάρι να βρεθούμε στο τέλος όλοι μαζί
εκεί ψηλά, στο Θολό Ποτάμι, το Γαλαξία.

*

Αποχαιρετώντας τον Μενγκ Χάο Γιαν, φεύγοντας για το Γιανγκ Τσου

Παλιέ μου φίλε,
μ΄ αφήνεις στο μπαλκόνι με τα κίτρινα γεράνια,
παίρνοντας το δρόμο για το Γιανγκ Τσου,
το μήνα που ανθίζουν τα λουλούδια και μας τυλίγει η ομίχλη.
Ένας ίσκιος, ένα βήμα που χάθηκε στον αιθέρα τον γαλανό.
Τώρα πια βλέπω μόνο το ποτάμι- ανεβαίνει στον ουρανό.

*

Κοιτώντας τα όρη «Η Πύλη του Ουρανού»

Ο ποταμός Τσου διασχίζει την Πύλη του Ουρανού.
Το πράσινο νερό φτάνει ως εδώ από την Ανατολή —
μετά όλα δίνη και στρόβιλος.
Σε κάθε όχθη, λόφοι στα γαλάζια θωρούν ο ένας τον άλλο.
Ένα τόσο δα πραγματάκι,
ένα μοναχικό πανί έρχεται από τη μεριά του ήλιου.

*

Στο λόφο Τζιντίνγκ Σαν, μόνος

Ένα κοπάδι πουλιά, ψηλά στον ουρανό.
Ένα μοναχικό σύννεφο πλανιέται τεμπέλικα.
Κοιταζόμαστε, εγώ κι εσύ, και δεν βαριόμαστε
και μπροστά μου, είσαι εσύ και μόνον εσύ, Τζιντίνγκ Σαν.

*

Περνώντας τη νύχτα σ΄ ένα ναό στο βουνό

Εκατό πόδια ψηλό είναι το τείχος.
Από δω μπορεί κανείς να φτάσεις τ΄ άστρα
και να τα ξεριζώσει – μα δεν τολμώ παρά να μιλώ ψιθυριστά
απ΄ το φόβο μήπως και ταράξω τους ανθρώπους τ΄ ουρανού.

*

Ανοιξιάτικο βράδυ στο Λουογιάνγκ, τραγούδι του φλάουτου

Από πιο σπίτι άραγε να φτάνει μυστικά ως εδώ
τραγούδι από σμαραγδένιο φλάουτο;
Το παρασέρνει τ΄ ανοιξιάτικο αγέρι που τυλίγει την πόλη.
Το νυχτερινό τραγούδι μου φέρνει στο νου τη ρημαγμένη ιτιά.
Ποιος άλλωστε δεν θα θυμόταν τώρα το σπίτι του;

*

Τραγούδι

Όλο το δάσος
η ομίχλη το τύλιξε απ’ άκρη σ’ άκρη.
Το βουνό κρύσταλλο στο βάθος του τοπίου
μόλις που φαίνεται
στο χρώμα της μελαγχολίας στέκει, ένα μοβ.

*”Λι Μπάι Ποιήματα”, εκδόσεις Σμίλη, Απόδοση: Γιώργος Βέης.