An Amazing and Powerful Poem by Warsan Shire

emily's thoughts's avatarEmily's thoughts

regugee girl  

Today I would like to share with you this amazing poem. Considering the current situation that takes place in my country and Europe in general as regards the thousand of refugees that running away from their homes,searching for safety and hope, traveling miles on foot to the crossing borders, when I read this poem it touched me deeply. Many of them won’t survive through their journey and probably nobody will return back to their country that violently left due to the war. They have suffered so much so long, we ought to help them as we can. Humanity has to take measures and act efficiently so noone forced to leave his home.

Home by Warsan Shire

no one leaves home unless
home is the mouth of a shark
you only run for the border
when you see the whole city running as well

your neighbors running faster than you

View original post 417 more words

Erma Vassiliou, Flamingos

Unknown

…are words with large wings
parrying through the wetlands of inner peace
the heights of my compassion
breaking my muteness with their colours
writing my verses with their feet

and in the night
I found their lexical steps
on the carpet
on the wall
and here they are
in the frame, composed as a poem
amusing my imagination
with their extravagant stillness
flamingos are reversing my time
sitting in the torso of the night
kneading your name with ground
the ground you touched
the ground you so much love
the deepness of your heart
you avoid to face
they will be up again
when fast asleep I travel to your calls

*From “FLEUR DE SEL He… for sentimental reasons”

Τάσος Λειβαδίτης. Οι γυναίκες με τ’ αλογίσια μάτια

hopper

(απόσπασμα)

Η Ελένη, γυμνή, κυλιέται πάνω στο κρεβάτι, σχεδόν αδιάφορη για τον εραστή
ολότελα άγνωστη για τον εαυτό τους –σα να πάλευε να ξεφύγει το τεράστιο χέρι του Θεού,
που την έσφιγγε. Όταν τέλος, ύστερ’ από μια ολόκληρη περιπλάνηση στην αιωνιότητα,
ξαναγύρισε στο δωμάτιο 27 του ξενοδοχείου, φοβήθηκε απ΄ την ερημιά της
κι ανατρίχιασε. Και πήρε το σεντόνι και σκεπάστηκε.
Ο εραστής συλλογίζεται: «Έτσι κάνουν όλες, ντρέπονται ύστερα».
Δεν ήταν παρά ένας άντρας ατέλειωτα φτωχός, όπως όλοι εκείνοι
που πιστεύουν στον εαυτό τους. Ήθελε να ζήσει
και δεν υπάρχει άλλος τρόπος ζωής, έξω απ’ τη ματαιοδοξία.
Ενώ πίσω από κάθε τους φιλί, κρυμμένο, παραμόνευε το τέλος
οριστικό και αμετάκλητο
σα μια αριθμητική.

[…]

Κι η κρύπτη της, γυμνή, μοιάζει τώρα μ’ εν’ απόμακρο ρημοκλήσι
πνιγμένο στα χόρτα και τη μοναξιά. Ο άλλος, ο εραστής,
ήταν απλώς ο εραστής –σαν ένα κομμάτι θαμπό ζυμάρι που παίζουν τα παιδιά
φτιάχνοντας ένα σωρό απίθανα σχέδια. Ώσπου τελικά βαριούνται
και το πετάνε. Μα τα μεγάλα, σοφά, μητρικά χέρια μαζεύουν
αυτά τα παιχνίδια απ’ όλες τις γωνιές της γης
και τα σμίγουν με τα’ άλλο ζυμάρι και τα ξαναπλάθουν
σε αιώνιο ψωμί. Και τα παιδιά μεγαλώνουν
τρώγοντας την ίδια τους την παιδικότητα.

[…]

Γιώργος Φιλιππίδης, Από τη “Γαλάζια μηχανή”

dtbook150912

Επιστολή

Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα τα καταφέρω να πω τίποτα. Φοβάμαι ότι η μοναξιά είναι πιο κοφτερή ανάμεσα στους γνωστούς, μέσα στην οικειότητα των προσώπων και των δρόμων. Οι τοίχοι του δωματίου μου δεν λιώνουν ποτέ όταν είναι κάποιος άλλος στο δωμάτιο. Έτσι περιμένω τα βράδια· τότε καμιά φορά προσεύχομαι κοιτάζοντας χαμηλά ή κλείνοντας τα μάτια. Το απόλυτο πάλλεται μες στο κεφάλι μου και μ’ εξουθενώνει· τόσο που καμμιά φορά νομίζω πως όλα τα μελίσσια του κόσμου θέλουν να φτιάξουν τις κυψέλες τους μέσα στο μυαλό μου.

μέλι

Τα πρωινά κοιμάμαι. Δεν έχω όρεξη να ζω άλλο εδώ· ψάχνω για σπίτι (μάλλον όταν θα κατέβεις, θα με βρεις να μένω μόνος μου). Δεν γράφω πολύ, μεθώ όμως τακτικά, περπατώ πολύ, συνήθως μόνος, αράζω σε μπαρ μόνος, κάνω ασκήσεις τηλεπάθειας, αγαπώ (θέλω να προλάβω να το κάνω καλά, όλο και καλύτερα). Είναι στιγμές που δεν φοβάμαι τον θάνατο…

θάνατος

Υποκρίνομαι όπως πάντα, φρικάρω με τον εαυτό μου, παραλογίζομαι. Γδέρνομαι σε μια δυο αληθινές φιλίες και σ’ έναν έρωτα. Απλώνω τα χέρια μου στον ουρανό, ζω, δεν ζω, έχω δύναμη, δεν έχω, είμαι ευτυχισμένος,

πυγολαμπίδες

είμαι δυστυχισμένος, είμαι εγώ σε μιαν άκρη του σύμπαντος, είμαι εγώ σκυμμένος πάνω απ’ την άβυσσο, είμαι εγώ ταπεινός και αλαζόνας, είμαι εγώ συρματοπλέγματα γύρω στον πολτό της θάλασσας

τρέλα

«Δεν είναι αυτά για σας
που ζείτε ακόμη με το σώμα σας,
δεν είναι για ακοές που ‘χουν αυτιά από σάρκα»

Το φάντασμα του πατέρα του Άμλετ στον Άμλετ
ΟΥΙΛΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ

Στο σπίτι που μένω είναι τώρα ένα βαθύ βαθύ πηγάδι από πέτρα. Είναι λερό και πάντοτε υγρό. Όταν σκύβω πάνω του, βλέπω κάτω χαμηλά τα σαγόνια του φωτός και νερό που λαμπυρίζει ανατριχιάζοντας το σώμα μου. Αν ποτέ θελήσεις να τα πούμε, σκύψε πάνω απ’ το δικό σου πηγάδι στην Perugia. Αρχίζω να υποψιάζομαι πως όλος ο κόσμος είναι οργανωμένος σ’ ένα γιγάντιο δίκτυο από τέτοια πηγάδια που επικοινωνούν μυστικά μεταξύ τους. Πρέπει να σεβόμαστε τις λεπτές μεμβράνες των νερών, ω, είναι τόσο εύθραυστες, σαν να μην μπορεί να τις απειλήσει τίποτα. Πρέπει να τις σεβόμαστε.

REALITY IS MAGIC

Βγαίνω στην Ιπποκράτους· είναι κυλιόμενη κάτω από τα πόδια μου, είναι τόσο ανάλαφρη, που περιμένεις από στιγμή σε στιγμή ν’ αρχίσει να λικνίζεται και να τσιτώνεται σαν βασιλική κόμπρα από ένα φλάουτο που παίζει ένας δερβίσης απ’ την Άγνωστη Χώρα. Άκου, όχι τη χώρα της αδιαφορίας, αυτή είναι δική μας, των ανθρώπων. Άκου, από τη γη την Έρημη· πες πως είναι ένα λουλούδι που φυτρώνει σε μια μαύρη πέτρα, πολύ μακριά, μακριά από τα κόλπα των ανθρώπων.

*Γιώργος Φιλιππίδης, Γαλάζια μηχανή (με ένα κείμενο του Γιώργου Χειμωνά και πρόλογο του Νάσου Βαγενά), εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2000.

Γιώργος Δάγλας, Δύο ποιήματα

421362_354908191203907_100000541862318_1297153_1292240299_n

Η ΜΑΝΑ ΝΥΧΤΑ

Πλησίασε να καταθέσει τον πενιχρό της οβολό
στα πέτρινα χέρια των αγνοούμενων.
Εν μέσω αρχαγγέλων κι ανταρτών.
Με φανταχτερό διάδημα και κόκκινο βελούδο.
Οπλισμένη.
Ξυπόλυτη και ξάγρυπνη.
Πλησίασε ευλαβικά η μάνα νύχτα
κρατώντας την ανάσα στην προσμονή
της έκρηξης.
Πλησίασε κι έβαλε το λαιμό της
κάτω απ’ το λεπίδι των γνωστικών.
“Ας έρθουν τώρα”. Είπε.
“Ας έρθουν οι υπάλληλοι. Ας έρθει η πουτάνα η μέρα.
Από την Ιθάκη ας έρθουν. Κι από την Πέλλα.
Εγώ θα χωθώ, να κοιμηθώ λίγο, εδώ,
στις τσέπες των πουλημένων, των προδομένων,
των σακατεμένων απ’ αγάπη. Ας έρθουν”.
Απομακρύνθηκε. Άφησε πίσω τον τόπο του κρανίου.
Του κρανίου που σήμαινε:
Έτσι θα δοθείς στην κοινωνία. Ούτε λογοτεχνικά άλλοθι,
ούτε έρωτες θα σε σώσουν.
Όπως οι πρωθύστεροι
και οι μετέπειτα θα συρθείς στη δίνη μου.
Στο προσωπικό μου κενό θ’ αφομοιωθείς.
Απομακρύνθηκε.
Πίσω,
Σαν κομμένη ουρά φιδιού, σφάδαζε το πάθος.

*

Έτρεχε με μάτι αγριεμένο.
Τρίχα ορθή. Αλαφιασμένη στο κεντρικό
πλακόστρωτο της Ρώμης.
Λόγια ακατάληπτα και μυστηριώδη έβγαιναν σαν
αφρός απ’ το στόμα της:
“Στην Αίγυπτο, στην Αίγυπτο. Καίγονται τα
όνειρα.
Λυγίζουν τα λιμάνια, σταυροφόρε. Γουρούνια
διοικούν το θόλο.
Καίγονται τα όνειρα”.
Στις σκήτες. Στις κρύπτες των αλχημιστών. Στην
έρημο και στον πόλο.
Είναι πίσω μου και ουρλιάζει. Με δείχνει μ’ ένα
χέρι κόκκινο
σαν φωτιά. Βγάζει φλόγες. Άνοιξε, γη. Άνοιξε!
(Απαρνημένος και καταραμένος κρύβομαι σ’ αυτή
την πόλη. Εξόριστος
κι ιερόσυλος. Σχεδόν γυμνός και σίγουρα βρώμικος.
Πάντα πιωμένος.
Δεν υπάρχει ταβερνιάρης που δεν με ξέρει, που δεν
μου λέει τον πόνο του κλαίγοντας.
Δεν υπάρχει σκυλί αδέσποτο που δεν μου κούνησε
την ουρά του. Οι πέτρες
δεν θα μ’ ανεχτούν πολύ ακόμα).
Ανακάλυψα την πλήξη των ηρώων. Το μεγάλο
ελάχιστο.
Ύστερα, τον καιρό της παλίρροιας, έγραφα αυτά.
Και ξανά η πτώση των
άδικων χρόνων. Τώρα στη Ρώμη, η ακατάσχετη
επιθυμία της διήγησης.
Έλεγα λοιπόν γι’ αυτή τη γυναίκα-φάντασμα:
Έτρεχε με μάτι αγριεμένο.

*Από τη συλλογή «Το μαύρο χιόνι», Εκδοσεις Ελλέβορος.

Tonia Andollina, Έχω από καιρό παραιτηθεί

12195780_916874338391275_7497974484937454062_n

Έχω από καιρό παραιτηθεί
της προσπάθειας να ενώσω
τα κομμάτια του παζλ
με την ένδειξη ”απόκρυφα μέρη”.
Όταν την ταίριαζα σε όλους τους εαυτούς,

σε όλες τις ανησυχίες μου

μέσα σε μια μπανιέρα.

Όταν υπήρχαν μυστικά και σημεία μου

που δεν ήθελα να μοιραστώ.

Ξεκινώ δανείζοντας έναν ώμο, έναν αγκώνα,

ένα γόνατο,μια παλάμη,

κάποιο κομμάτι του λαιμού μου.

Μέχρι σαν κισσός να απλωθώ πάνω σας,

κόβοντάς σας την αναπνοή.

Να βγω όταν τα φώτα της σκηνής αναβοσβήνουν.

Σάρκα γυμνή νευρική,

μπήγοντας βελόνες στα μάτια σας,

αφού έτσι κι αλλιώς

θα με τοποθετήσετε σε χαμηλό ράφι

στα μουσεία 
των πρησμένων παντελονιών σας

Άννα Νιαράκη, Από μηχανής θεός

νιαρ1

Στο Louis

Έβαλα πλυντήριο χτες.
Χωρίς πρόπλυση,
με ένα απορρυπαντικό που καθαρίζει στους 40 βαθμούς.
Και μετά έβαλα τα κλάματα.
Είχαμε απομείνει εγώ, το πλυντήριο,
το ψυγείο, η τοστιέρα, η κουζίνα και το καλοριφέρ.
Ευτυχώς, την ώρα που κορύφωναν οι λυγμοί
και οι στροφές του πλυντηρίου,
μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο ο γάτος μου
και νιαουρίζοντας θυμωμένα,
μου είπε να σου πω
ότι είσαι μεγάλη κουφάλα.

*Από τη συλλογή “Τετράδιο Πειραμάτων”, εκδ. Χαραμάδα, 2010. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύοται από το http://greekpoetics.blogspot.gr/2014/05/blog-post_12.html

Γιώργος Λίλλης, Κατακερματισμένη απολογία μες στο σκοτάδι

Emil Nolde, Prophet

Emil Nolde, Prophet

Οι παγωμένες σκιές και η ανάσα.

Που είχε κάνει σχοινί τη φωνή και θηλιά

το άγριο σούρουπο των ματιών·

των ματιών μου το παγωμένο οροπέδιο.

Κι ας ήμουν μόνος

κι ας ήμουν στο σκοτάδι μόνος

το σκοτάδι που από μελάνι γίνεται λέξη κι από λέξη

σπιτάκι μνήμης στη λευκή πεδιάδα

το σκοτάδι που ανοίγει την πορτούλα

πίσω ακριβώς απ’ το θώρακα και μετρά

το υπόλοιπο της ζωής· αν η μπαταρία

αρχίζει να σκουριάζει

κι άλλα τέτοια παρανοϊκά

σαν να ορμούν δέντρα και νερά

πολλά νερά μες το δωμάτιο.

Φοβισμένος τυλίγομαι μέσα·

γιατρεύομαι σ’ ενύπνια που δεν αγαπούν το φως.

Και με κοιτάζουν.

Περιεργάζονται το σχήμα μου, ελέγχουν την πείνα μου για φυγή

καταδυναστεύουν την όραση μου. Μόνο ένα κομμάτι

ουρανό. Κι αυτό όχι κατάδικο μου. Κι άλλοι δίπλα μου νηστικοί και μόνοι

εκλιπαρούν και το μοιράζω λοιπόν το κομμάτι.

Μ’ έχουν πιάσει και φωνάζω βοήθεια

σώστε τα μελάνια μου

σώστε τις σκιές μες τις λέξεις

αφήστε ν’ αφουγκραστώ την ανάσα

την ανάσα μου καθώς βασανίζεται

ν’ ανέβει από τη σπηλιά του λαιμού κι όπως σπάζοντας

να σκορπά φωνή

χιλιάδες τρομαγμένες νυχτερίδες δίχως φεγγάρι σαν σε όνειρο·

μεγάλο τρομακτικό όνειρο:

Το δωμάτιο δίχως τοίχους σ’ ένα λιβάδι.

Μοιάζω με μυρμήγκι στα χέρια

άγριων εφήβων που με γυαλί αντίκρυ

στον ήλιο προσπαθούν να με κάψουν.

Παγιδεύομαι και βγάζω κραυγή, ώσπου

γίνεται από το στόμα μου σχοινί.

Δεν ξέρω που καταλήγει

μα έτσι τεντωμένο πιάνομαι

και με δύναμη σκαρφαλώνω.

Ένα καράβι περιμένει. Πλέουμε

σε μια θάλασσα που στο βάθος τελειώνει.

Ακολουθούν σμήνος ιπτάμενα ψάρια.

Μην έχοντας άλλη εκλογή πέφτω στο νερό

και βρίσκομαι ξαφνικά να κολυμπώ σ’ ένα μπουκάλι.

Φιγούρες ανθρώπων γύρω απ’ το τραπέζι.

Κάποιος δίχως να με προσέξει έτσι όπως πάσχιζα

να κρατηθώ στην επιφάνεια με ρίχνει στο ποτήρι

με πίνει. Βυθίζομαι στο σκοτάδι, ώσπου φτάνω

σε μια ολόφωτη αίθουσα γεμάτη κόσμο.

Δίχως να καταλάβω βρίσκομαι

στην αγκαλιά μιας κοπέλας. Με οδηγεί

σ’ ένα δωμάτιο. Κάτι με τραντάζει ρυθμικά.

Είμαστε ακριβώς στην καρδιά του, ψιθυρίζει.

Βγάζει τα ρούχα και ξαπλώνει

γυμνή πάνω στο κόκκινο. Τη βλέπω να κόβει

προσεκτικά την καρδιά του άτυχου που με κατάπιε

να μου προσφέρει.

Κι όπως τρομαγμένος φεύγω βλέπω.

Γονάτισαν τα σπίτια στις σκιές τους

καταπλακώθηκαν από σκοτάδι.

Παρατηρούσα άναυδος πως

μερικά μην αντέχοντας

την οδύνη του εξευτελισμού αυτοκτονούσαν

με τα καλώδια της ΔΕΗ.

Οι δρόμοι ζωντάνευαν, ασφάλτινα φίδια

ορμούσαν στ’ αυτοκίνητα·

στις ερημιές του αντικρινού λόφου

το τελευταίο δάσος παραδιδόταν στη στρατιά

των κεραιών της τηλεόρασης

δάση πυκνά από σίδερο, φυλλωσιές από ατσάλι

περιμένοντας να φωλιάσουν

τα πρώτα μεταλλαγμένα πουλιά, βγαλμένα

από τα εφιαλτικά όνειρα του Χίτσκοκ.

Κάποια γυναίκα φυλακισμένη

πίσω απ’ το παράθυρο

αποφασίζοντας να θυσιαστεί

παρά να χωθούν βαθιά μέσα της

τα χρώματα που σκορπούσε

το τοπίο πάνω της

έπαιρνε ψαλίδι

και κόβοντας τα μακριά της μαλλιά

τα σκορπούσε

ώσπου λες κι αυτό ήταν

το μοναδικό βάρος που την κρατούσε

ανυψωνόταν και χανόταν.

Η τρέλα καραδοκούσε κάτω από το κρεβάτι μου

τέρατα που είχαν φράξει την είσοδο του δωματίου

ενθρονισμένα…

Βγαίνω απ’ την κρυψώνα σε τοπίο αχανές.

Φοβισμένος πως κάποτε θα έρθουν.

Κι επικαλούμαι το σκοτάδι να τους κάνει να μη βλέπουν.

Το σκοτάδι μου. Και βλέπω. Να μπαίνει

όλη η θάλασσα.

Και να μην πνίγομαι.

Ενυδρεία ασφαλή

ενάντια σε πληγές από πένες αιχμηρές και αιμοβόρες.

Που το ξέρω. Με θέλουν.

Πανεύκολα θα με διαπεράσουν και θα μ’ αφήσουν έτσι

τρυπημένο από παντού όλοι

να βλέπουν.

Και φτάνω. Κι όπως ανοίγω στην τύχη

Διαβάζω σαν σε ημερολόγιο. Και τρομάζω. Είμαι εγώ

τα πρόσωπα κι είμαι

εγώ αυτός που γράφει. Και διαβάζω ό,τι γράφω

δυνατά διαβάζω

και μ’ ακούν

– Ξημέρωσε. Όπως χθες, όπως τόσα χρόνια, τόσους αιώνες. Η νύχτα που πέρασε άφησε πάλι τα σημάδια της πάνω μου. Δεν θα ξανακοιμηθώ. Θα μείνω έτσι από πείσμα ξάγρυπνος μέχρι τέλος. Ξάγρυπνος μέχρι τον ύπνο της νύχτας, του ονείρου και του ίδιου του ύπνου. Κάποτε θα νυστάξουν, κάποτε θα βαρεθούν, θ’ απελπιστούν, και θα κοιμηθούν. Θα το κάνουν. Και θα είμαι ο μόνος που θα το δει. Ξύπνιος και μόνος. Κάνει ζέστη. Κοιτάζω το ρολόι περιμένοντας να χάσει το ρυθμό του για να έρθει το τέλος του χρόνου, των μηνών, των ωρών, των λεπτών, των δευτερολέπτων. Να σβήσει ο χρόνος και να πετρώσω εδώ δίπλα στο παράθυρο με το φλιτζάνι του καφέ στο χέρι. Μπροστά στον καθρέφτη. Μεταίχμιο οι δυο όψεις μου και στη μέση το γυαλί. Που βρίσκομαι; Γιατί είμαι εδώ; Ποιος είναι αυτός που κοιτά μέσα στον καθρέφτη; Πολλοί άνθρωποι σκοτώνονται. Πολλοί τρελαίνονται. Πρέπει να υπάρχει κάποια αιτία για όλα αυτά. Μοιάζω με το τίποτα. Και πως μοιάζει το τίποτα; Ποιος κατοικεί μέσα μου; Μισός θεός, μισός διάβολος ή τι; Είναι δοσμένα όλα λένε οι μυημένοι. Που; Πως; Πότε; Αυτός ο τόπος είναι γεμάτος μυστικά, κρυμμένα, τέλεια καμουφλαρισμένα, καλά προστατευμένα. Μόνο οι άγγελοι μπορούν να τ’ αγγίξουν. Μονάχα αυτοί να μου λένε: «Πιάσε στα χέρια σου την άμμο. Αυτή που τόσα χρόνια κοιμάται σε τούτο το ακρογυάλι. Μπορείς να τη νιώσεις;» με ρωτούν, «μπορείς να την απαριθμήσεις; Πόσο μικρός είσαι για αριθμούς.» Είμαι ανοιχτός σαν τον ουρανό, ανοιχτός σαν τη θάλασσα. Πόσες ζωές μου έχουν μείνει; Χθες, σήμερα, αύριο. Εικόνες δίχως αφορμή. Σάββατο σήμερα. Πως πέρασε τόσο γρήγορα ο αιώνας; Πεταμένες γόπες στο πάτωμα. Ρούχα, παπούτσια, το σεντόνι, το κρεβάτι, η καρέκλα. Ειρωνεία. Ποιος μπορεί να περιγράψει τον εαυτό του χωρίς να πει ψέματα; Μοιάζω με χιλιάδες υπάρξεις, με χιλιάδες αισθήσεις. Κλειδώνω την πόρτα. Αισθάνομαι σαν πέτρα. Ανίκανος για κάθε αντίδραση. Οι βροχές, τα λιοπύρια και οι χειμώνες, με αγγίζουν μα δεν μιλώ. Μπορείς να αισθανθείς την αγωνία μου να κοιτώ, να αισθάνομαι και να μην μπορώ να αντιδράσω; Το νιώθεις; Ευτυχώς που υπάρχουν και τα όνειρα να μας ζωγραφίζουν τα μάτια. Παρόλο που κουράζονται κι αυτά νιώθοντας την ανασφάλεια του κενού…

Στο σκοτάδι μετέωρος. Σαν να ‘χει το φιλμ σταματήσει στο Pause.

Το άγριο μάτι του βορρά πάνω στα τζάμια

κι ακούω μέσα μου ακούω τις κρυφές φωνές να εκλιπαρούν να μην ενδώσω

όσο κι αν τα βέλη ανοίξουν τη σάρκα.

Κι οι τέσσερις τοίχοι. Το αντηχείο του φόβου·

Είναι αδύνατον να προσαρμοστώ στην πραγματικότητα που εισβάλλει

νιώθω το βάρος να με βουλιάζει μέσα στο πάτωμα και να χάνομαι

στις ρίζες του σπιτιού, έτσι που ο Αχέροντας κι όλοι οι νεκρόφιλοι

με περιμένουν μ’ αναμμένα κεριά στην απέναντι όχθη

κι εγώ φωνάζω όχι, όχι, όχι, και βυθίζω τα χέρια στο χώμα κι αυτό ουρλιάζει

σηκώνεται όρθιο και με πετά μ’ όλη τη δύναμη προς το μέρος τους με πετά.

Ώσπου τον βλέπω.

Κοιτάζω γύρω. Όλοι φευγάτοι. Μονάχα αυτός παίζοντας μ’ ένα

χαρώνειο νόμισμα. Ο Τειρεσίας. Και πλησιάζω. Ήρεμος πια.

Σχεδόν γαλήνιος.

« Αν τραυματίσεις το όνειρο βγάζει αίμα;

Ποιες μυρωδιές έχουν κλείσει μέσα τους οι μνήμες;

Όταν οι ήχοι δεν ταξιδεύουν που κοιμούνται;

Τι χρώματα κρύβει ένα πεθαμένο ποτάμι στα χέρια του καλοκαιριού;

Και πως η μυρωδιά και μόνο της βροχής στον αέρα το ανασταίνει ξανά μες το

φθινόπωρο;

Και γιατί όταν πεθαίνει ο άνθρωπος δεν ξαναζωντανεύει όπως το ποτάμι;

Τι τρώει η σελήνη όταν πεινά τα μεσάνυχτα;

Ακούγονται απόηχοι μυστικών φωνών μέσα στον ύπνο σου;

Μπορούν οι λέξεις να κρατήσουν τη γεύση σου μετά το θάνατο σου;»

με ρωτά με απόλυτη σοβαρότητα.

Δεν ξέρω τι ν’ απαντήσω.

Και μια πικρή γεύση πεθαμένου τριαντάφυλλου

με παίρνει για τη στέγη των χαμένων χαδιών.

Στο σκοτάδι μετέωρος. Μ’ όλα τα εργαλεία της γραφής

Βαθιά μου μπηγμένα. Να βλέπουν τα βροχερά μου

μονοπάτια ως τα κάτω.

Νομιμοποιώντας του απόλυτου μηδενός την επινόηση

στα ήσυχα νερά του ύπνου

μες στο θάνατο·

το κέλυφος μιας νεκρής χελώνας στην ερημιά

και το αντίθετο σκηνικό με το γεράκι να ταΐζει τα πεινασμένα του νεογνά·

το ένδοξο σχεδιάγραμμα της πλοκής της ζωής

και της κατάληξης της.

Κι όπως χορεύει στο στήθος μου ο άνεμος

Βασιλεύουσα σελήνη καλπάζουσα στα νερά αναδύεται χλομή·

το πιο βαθύ μαύρο στα υπόγεια της υπάρξεως

με πλήρη υγρασία τα πνευμόνια μου αιμορραγούν μέλλον

ποτάμι λατρευτικό της ροής

κι άγριο

ανοίγοντας διόδους στο σφαλιστό μου οικόπεδο·

πυκνές τσουκνίδες όνειρα και αγχώδη δευτερόλεπτα

στο κουρδιστό ξυπνητήρι του μυαλού μου.

Έχουν και τα όνειρα ολισθηρότητα. Πέφτουν στην ουτοπία

και δολοφονούνται από την απόλυτη πεποίθηση της βαβυλωνιακής τους διάστασης·

νευρώσεις – Alptraum –

κι όπως σκοτεινιάζει στη θεαματική βιτρίνα μπήγονται

τα πρώτα εικονίδια του μέλλοντος

στου θώρακα μου την περισυλλογή. Το σύνορο

της εκκωφαντικής πραγματικότητας.

Στα όνειρα μου πάντα κατοικεί το υγρό στοιχείο.

Το σώμα

είναι ένα χωμάτινο οχυρό που το διαπερνούν οι άνεμοι

σηκώνεται σκόνη η φωνή

και πέφτει ξανά στις αχανείς εκτάσεις της σιωπής.

Και ξέρω. Οι λέξεις

δεν με σώζουν.

Bielefeld, Φθινόπωρο 2002

***

O Γιώργος Λίλλης γεννήθηκε το 1974 στη Γερμανία και μεγάλωσε στην Αθήνα. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στο Bielefeld της Γερμανίας. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Το δέμα της νύχτας (1999), Η χώρα των κοιμωμένων υδάτων (2001), Στο σκοτάδι μετέωρος (2003), και Τα όρια του λαβύρινθου (2008). Το «Κατακερματισμένη απολογία μες στο σκοτάδι» είναι το τέταρτο και τελευταίο μέρος της συλλογής Στο σκοτάδι μετέωρος.

*Από το http://mogolospolemistisvalkaniosagrotis.blogspot.com/2009/06/blog-post_17.html

Rhie Azzam, For Lebanon

IMG_20150917_164909

I’ve been saying I’m going to write about this for weeks,

but the truth is,

I don’t know if I can

I don’t know how to make beautiful devastation.

See I hear “Lebanon”

I see red stripes and a cedar tree.

They tell me that 60 people were killed in a village outside of Beirut,

I see Aunt Ragida

The first female pharmacist in the history of Lebanon

I see a woman who overcame so much,

broke free from tradition,

and followed her dreams,

I see myself in the mirror at three years old,

she’s in front of me,

wiping her make up off of my face,

laughing, joyous, loving.

They broadcast the score

Israel-29 Lebanon-300

I see Uncle Osmat,

the one I’ve spoken with my whole life,

the one I’ve never met because

he was fighting this battle the year I was born.

I hear his voice, “anuphebic, habiti”

He tells me his home is gone

I see her,

it’s 10:30, it’s been a long day, and all she can think about

is brushing her teeth

14 yrs old,

with a head full of dreams she can never chase,

hearts she will never break,

knowledge she will never share,

in a bomb ridden slumber,

she’s no longer here.

I don’t want more people to die,

I don’t want devastation for my family,

I read about 100,000 people having no place to call home,

and I picture

5 adults, 6 children,

1bed/1bath

over a pharmacy.

The thing is,

there is no solution.

there is no hope

this war on terrorism has cost me my hope

my country is killing my people

and i am more helpless than i have ever been.

and what is war but

terrorism with a bigger budget?

I want to scream, shout, tear the roof off

but what’s the use?

My anger gets me nowhere but angry,

my hate won’t save my heritage

these are all emotions not worth feeling anyway,

because there is nothing i can do to save them

and bitching about it gets me nowhere.

i pray

i pray to Kali, Buddah, Christ, God, Nefertiti, Diana, Lakshmi, Thor, Zeus, Mohammed, Allah, Yaweh, I pray to the god in all of you,

I pray my family lives to see tomorrow,

I pray my cousins will be granted the luxury of life,

I pray my aunt becomes a grandmother,

I pray to God they get through this.

I want the world to see,

I want every executive, vp, banker, homeless, broken hearted, cynic, idealist, poet, artist, musician to see

that this isn’t some nameless, faceless fight,

this is life,

and it deserves better.

*Taken from http://poetryblogroll.blogspot.com.au/2015/10/i-wish-id-written-this_23.html