Μίλτος Σαχτούρης, Τρία ποιήματα

checkmate-evelina-kremsdorf

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ
Μοσχοβολούσε το φεγγάρι
σκύλοι μ’ άσπρα λουλούδια στο κεφάλι
περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί
κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο
και μέσα φαίνονταν τα σφυριά και τα μαχαίρια
Μέσα στα χέρια μου έσπασα το κρύσταλλο
Και τότε είδα κόκκινο το σύννεφο
να μεγαλώνει ν’ ανάβει την καρδιά μου
και τ’ άλλο γκρίζο σαν καπνός
ν’ αδειάζει από μέσα μου
να φεύγει

Η ΜΑΡΙΑ
Η Μαρία σκεφτική
έβγαζε τις κάλτσες της
Από το σώμα της έβγαιναν
φωνές άλλων ανθρώπων
ενός στρατιώτη που μιλούσε σαν
ένα πουλί
ενός αρρώστου που είχε πεθάνει από πόνους
προβάτων
και το κλάμα της μικρής ανεψιάς της Μαρίας
που αυτές τις μέρες είχε γεννηθεί
Η Μαρία έκλαιγε έκλαιγε
τώρα η Μαρία γελούσε
άπλωνε τα χέρια της το βράδυ
έμενε με τα πόδια ανοιχτά
Ύστερα σκοτείνιαζαν τα μάτια της
μαύρα μαύρα θολά σκοτείνιαζαν
Το ραδιόφωνο έπαιζε
Η Μαρία έκλαιγε
Η Μαρία έκλαιγε
το ραδιόφωνο έπαιζε
Τότε η Μαρία
σιγά–σιγά άνοιγε τα χέρια της
άρχιζε να πετάει
γύρω-γύρω στο δωμάτιο

ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ
Είναι πουλιά
που δεν πετάνε
είναι πουλιά
θαμμένα
μεσ’ σε κουτιά
Είναι δωμάτια
και είναι λέξεις
που σκίζουνε το κεφάλι
σαν καρφιά
Είναι καρφιά
που δεν πονάνε
είναι καρφιά
π’ ανακουφίζουν
Όταν χτυπήσουν
πάλι οι καμπάνες
θα πεταχτούμε
σαν τα πουλιά

*Από “Τα φλάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο” (1958).

Στέφανος Μπεκατώρος, Το δάκρυ

tumblr_moeyp8au8z1sunjgjo1_500

Όπως τα δάκρυ έτσι έρχεται το ποίημα μέσα από τις βαθιές χαραγματιές
του σώματός μου. Βγαίνει απ’ το σώμα μου
στο χώμα πέφτει κάποτε – κόκκινο ρόδο
και γίνεται χίλια κομμάτια κόκκινα
στον ουρανό πετάει κάποτε – το κόκκινο μαντήλι
που έφυγε από τα χέρια του παιδιού
στα χέρια πέφτει κάποτε – κόκκινος θρόμβος
γεμίζοντας ένα λευκό χαρτί.

Ό,τι κι αν γίνει
θα επιστρέψει κάποτε το ποίημα
ό,τι κι αν γίνει
θα σε γυρέψει κάποτε το ποίημα
ήσυχο κλάμα του νερού στην πηγή
φύλλωμα δέντρου όπως ξεψυχάει το απόγευμα
βιβλίο που φαγώθηκε απ’ τη σκόνη
και την υγρασία κι έμεινε
στη μοναξιά καιρό.

Όπως το δάκρυ κι όπως το αναφυλλητό –
φτάνει μια μέρα που όλα γύρω γέρνουν κλείνει
ο κορμός χάνεται σβήνει ο ουρανός και μόνο
μένουν τα λόγια πάνω στο χαρτί κι η μουσική
πριν απ’ τα λόγια πριν απ’ το χώμα πριν
απ’ τον ουρανό
κι όμως
μετά απ’ το ποίημα. έτσι –
όπως το δάκρυ κι όπως το αναφυλλητό.

*Από τη συλλογή “Περιορισμένος χώρος* (1975). 

Σοφία Περδίκη, Η φλόγα

12063445_10207288916556888_1859695623418336171_n

Όταν το όνειρο σπαρταράει
πάνω στα τζάμια
με καταιγιστική ορμή

και γίνεται η εκκένωση

της σκέψης σπίθα

και ανανεώνεται η παροχή

στο πιο λεπτό συναίσθημα

μια φλόγα στο σκοτάδι

άδειου αρχοντικού

δείχνει τα ίχνη της ζωής

τα χνώτα υγραίνουν τους τοίχους

γύρω της.
Κι εκείνη τρέμει, παίζει, σβήνει
και μετά αναθαρρεί
τότε είναι που αλλάζουνε
του Χρόνου οι τεχνίτες
σκαρφαλωμένοι σε στύλους, την τάση
αποκτά η όραση
την πραγματική της έννοια
αντικρίζει για πρώτη φορά
τα αποκεφαλισμένα της είδωλα
αναγνωρίζει και τα σάραντα κύματα
τα προσπερνά
μ’ ένα νεύμα τ’ αποχαιρετά.

Μια αντι-ιστορία, μια βάση δεδομένων για την αγάπη και τον πόνο – Π.Ο., Fitzroy: The Biography, Collective Effort Press, 2015

po2

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ*

Το 1974, στην παρουσίαση ενός φωτογραφικού βιβλίου Robert Ashton για το Fitzroy, ένας νεαρός ντόπιος ποιητής, γνωστός ως Π.Ο. άρπαξε μερικά βιβλία και άρχισε να τρέχει στο δρόμο φωνάζοντας ότι τα απελευθέρωσε για χάρη του πραγματικού κόσμου του Fitzroy. Σαρανταένα χρόνια αργότερα, το περασμένο Σάββατο, στο , ο Π.Ο. παρουσίασε το δικό του προφίλ του πιο παλιού προαστίου της Μελβούρνης.

Ο Π.Ο. γράφει πάντα για το Fitzroy για πάνω από 40 χρόνια τώρα, αλλά μόλις τώρα κατάφερε να κυκλοφορήσει έναν ολόκληρο τόμο 740 σελίδων, ένα έργο ολκής και μεγάλης τόλμης, το οποίο συγκεντρώνει αρκετές πρωτιές και πρωτοτυπίες, με την πλέον χαρακτηριστική, ότι είναι ένα βιογραφικό βιβλίο, το οποίο, όμως, είναι γραμμένο εξ ολοκλήρου με στίχους. Ωστόσο, «η ειρωνεία», λέει ο ίδιος, «είναι ότι το εν λόγω βιβλίο είναι πολύ μικρό σε σχέση με το αντικείμενο που πραγματεύεται…»

Το Fitzroy: The Biography είναι μια σειρά πορτραίτων ανθρώπων, γεγονότων και τοποθεσιών που έχουν άμεση σχέση με το εν λόγω θρυλικό εσωτερικό προάστιο της Μελβούρνης. Πασίγνωστες φυσιογνωμίες του Fitzroy παρελαύνουν μέσα από τις σελίδες του βιβλίου όπως ο Squizzy Taylor, ο Robert Hoddle -αυτός που χάραξε και σχεδίασε τους δρόμους και το ρυμοτομικό σχέδιο της πρώιμης Μελβούρνης-, ή ο ντόπιος ποδοσφαιριστής Kevin Murray, και ακόμα προσωπικότητες όπως οι Allen Ginsberg, Mary MacKillop και πάμπολλοι άλλοι. Ωστόσο, την τιμητική τους έχουν και λιγότερο γνωστές προσωπικότητες της περιοχής όπως η Ellen Fincham -η οποία μάλλον δολοφονήθηκε απόν εραστή της το 1899 ενώ ήσαν και οι δύο μεθυσμένοι-, ή ο William Keyang, που τυφλώθηκε σε ένα εργατικό ατύχημα το 1916 και, στη συνέχεια, αυτοκτόνησε. Θέση έχουν ακόμα και ονομαστοί επισκέπτες στο Fitzroy, όπως ο Bob Dylan ή ο Muhammad Ali.

Ο Π.Ο. εργάστηκε ως σχεδιαστής (draughtsman) επί 40 χρόνια και έχει εδώ και πολλές δεκαετίες τη φήμη ενός από τους πλέον αναγνωρισμένους και καθιερωμένους avant garde ποιητές, όχι μόνο στην Αυστραλία αλλά και έξω από τα σύνορά της. Άλλαξε το ονοματεπώνυμό του αφού ερωτεύθηκε τα Μαθηματικά. «Συνειδητοποίησα ότι καθώς το Π, το οποίο ήταν το αρχικό γράμμα του ονόματός μου, ήταν το επόμενο γράμμα από το O, στο ελληνικό αλφάβητο, τότε το Π ήταν αντανάκλαση του κύκλου. Για μένα αυτό από μόνο του ήταν έναν ποίημα» λέει. Έτσι, κατά τη διάρκεια μιας παρουσίασης στο Πανεπιστήμιο La Trobe Uni υιοθέτησε το Π.Ο. το οποίο και καθιερώθηκε έκτοτε.
Η οικογένειά του μετανάστευσε από την Ελλάδα στην Αυστραλία το 1954 όταν ο ίδιος ήταν τριών χρόνων, με ενδιάμεσο σταθμό στο μεταναστευτικό κέντρο της Bonegilla. «Ζήσαμε σε περίπου 20 σπίτια στο Fitzroy και η οικογένειά μου λειτούργησε γύρω στα 10 διαφορετικά καταστήματα στην περιοχή. Μεγαλώσαμε σε μια αρκετά δύσκολη περιοχή η οποία ήταν γνωστή τα στενά (the Narrows), τα δρομάκια δηλαδή γύρω από το Gertrude Street, και λειτουργούσαμε ένα καφενείο όπου έπαιζαν χαρτιά και άλλα τυχερά παιχνίδια, εκεί που τώρα είναι το συγκρότημα των πολυκατοικιών (commission flats). Είμαστε οι προτελευταίοι που φύγαμε από εκεί πριν τα κατεδαφίσουν» λέει.

Με μια τέτοια … ισόβια -θα λέγαμε- θητεία στην περιοχή του Fitzroy, ο Π.Ο., όχι μόνο ανέπτυξε μια αγάπη και ένα ασίγαστο ενδιαφέρον για το εμβληματικό αυτό προάστιο, αλλά το χρησιμοποίησε και ως βάση της έρευνάς του, άρα και ως πηγή της πειραματικής ποίησής του.

«Όταν μού καρφώθηκε η ιδέα να κάνω ένα πορτραίτο του Fitzroy δεν είχα κατά νου να γράψω για μένα ή την οικογένειά μου. Νόμιζα ότι θα ήταν μια παρουσίαση αυτών των ανθρώπων του Fitzroy, αλλά όταν άρχισα να ταξινομώ τις διαφορετικές αυτές ιστορίες κατά χρονολογική σειρά ήταν σαν να έβλεπα μπροστά μου ολόκληρη την τοπική ιστορία» λέει ο ίδιος.

Έτσι, λοιπόν, στο βιβλίο παρελαύνουν γεννήσεις και θάνατοι, διαμάχες και βεντέτες, οίκοι ανοχής και μπυραρίες, η ανάδυση του τοπικού κομμουνιστικού κινήματος, ο ερχομός των μεταναστών και η εμπειρία τους.
«Ως παιδιά ζούσαμε όλοι σαν σε συμμορίες. Η δική μου παρέα ήταν γνωστή ως “η συμμορία με τα πλακάκια” γιατί είχαμε ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε πλακάκια δίπλα μας και όταν έρχονταν οι άλλες συμμορίες παιδιών στο δρόμο και στο μικρό μας πάρκο για να μας πετάξουν πέτρες εμείς αμυνόμασταν πετώντας πλακάκια, που τα κομμάτια τους έκοβαν σαν μαχαίρια» θυμάται.

Όπως και οι περασμένες δουλειές του Π.O. – για παράδειγμα, τα Number Poems, τα οποία αποτελούνται ολοκληρωτικά από μαθηματικά και αριθμούς– το ογκώδες αυτό έργο του πηγαίνει ακόμα πιο πέρα από την καθιερωμένη αντίληψη του τι ακριβώς είναι η ποιητική γλώσσα και τι μπορεί να πετύχει. Ο ποιητής πειραματίζεται με τα όρια μεταξύ πρόζας και ποίησης, δίνοντας έμφαση σε παλιές εφημερίδες και το τοπικό φολκλόρ. Είναι μια αντι-ιστορία που δεν χωράει σε καμιά Wikipedia, είναι όμως και μια βάση δεδομένων για την αγάπη και τον πόνο.
Όπως και η ίδια η αρχιτεκτονική του Fitzroy, στο βιβλίο δεν υπάρχει χρονολογική σειρά, ο αναγνώστης πηδά δεκαετίες ακόμα και αιώνες πίσω και μπροστά. Έτσι δεν μπορείς να διαβάσεις το βιβλίο αυτό σελίδα τη σελίδα, αλλά αναζητείς ονόματα και τοποθεσίες από τον πίνακα περιεχομένων.

Ο ίδιος λέει ότι δεν επιχειρεί να χαράξει κάποιες διαχωριστικές γραμμές αλλά να παραδεχτεί ότι η δημιουργία μιας βιογραφίας οικοδομείται μέσα του, στον δικό του εσωτερικό κόσμο, ως προσαύξηση. Ως βιογραφία δεν στέκει, γιατί το βιβλίο αυτό δεν αρχίζει με την ημερομηνία γέννησής του ή με τον ερχομό του στην Αυστραλία μέχρι και την 500ή σελίδα.

Αναδύεται από αυτή την ολάκερη εμπειρία, των καυγάδων, της έντασης, της βίας αρκετές φορές, ένα ασύλληπτο χιούμορ, μια ασυναγώνιστη ζωτικότητα στην ποίησή του. Η εικόνα της οικογένειας του Π.O. , τα μέλη της οποίας εργάζονται όλοι μαζί για να εξυπηρετήσουν τζογαδόρους, πόρνες, μεθυσμένους, πάνκηδες και μηχανόβιους, ξεχειλίζει από ενέργεια.

*Για τη συγγραφή του παρόντος χρησιμοποιήθηκαν (και) αποσπάσματα του ρεπορτάζ του Jason Steger στην εφημερίδα The Age (Δευτέρα, 28 Σεπτέμβρη) καθώς και από σχετικό δημοσίευμα στη The Saturday Paper. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Νέος Κόσμος”, Πέμπτη, 22 Οκτώβρ 2015, σελ. 6.

po1

Ρώμος Φιλύρας, Ποιήματα

FILYRASDSC06193autobiogr-BLOG--.JPG

ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΟΥΝ ΖΑΡΕΣ…
Να μην έχουν ζάρες οι μορφές, αδρές,
ζάρες μίσους, πάθους, πόνου, μα χαρές,
στην ψυχή να πλένε και να μην ξεσπούν,
φυλαχτές για ωραίες, που θα τις χαρούν.
Είναι σαν εικόνες οι άνθρωποι βουβοί,
σαν ιππότες, άγιοι, όμορφοι, καλοί’
κατεβαίνουν όλοι δίχως πονηριά
μες στο μεσημέρι, μες στη δημοσιά.

~
ΥΠΕΡΑΝΩ
Κι αν δοθήκαμε ολάκεροι στη Νιότη,
κι αν άφραστα αγαπήσαμε ό,τι ζει,
κι αν οι στερνοί δεν είμαστε, ούτ’ οι πρώτοι,
ένθεη ορμή μάς ξεπετάει εκεί

Επάνω απ’ της Αβύσσου τ’άγρια σκότη
και πέρα από του πλήθους τη βοή:
δρόμο να μη χαράξουμε προδότη,
στο χώμα αχνάρι μας να μη σταθεί…

Κι αν η πίστη στη χίμαιρα άλλης πλάσης,
δε γλυκάνει την πίκρα στην ψυχή,
Ανυπαρξία, κι αν δεν μας ξεγέλασες,

Οι κοσμικοί κι οι απόκοσμοι μαζί
να πούμε πως εζήσαμε σε αμάχη,
μέσα, μα και σαν έξω απ’ τη Ζωή!..

~
ΜΟΙΡΑ ΑΓΕΙ
Ά, στο λαό πώς μ’ έριξεν η μοίρα,
πώς μ’έκρουσε στην θείαν ανατροφή
και μ’άφησεν ο δύσμοιρος και πήρα
τη χλεύη, τη βρισιά και τη ντροπή!

Όχλε λαέ, βαρβάρων σπέρμα νόθο,
πού τη βρίσκεις την κρίση και χτυπάς
στη ρίζα τον ακόρεστό μου πόθο.
Ά, μαστρωπέ, στην άβυσσο με πας!

~
ΠΟΙΗΤΗΣ
Είχα πέσει σε βύθος, είχα, πάντα, τη μαύρη
κι ολαπέλπιδη νύστα του βραχνά καταλύτη’
μες στο κάμα του θέρους, τη θλιμμένη και λαύρη
ποθοθάνατη ‘νείρια του οράματος νήτη.

Έχω λήθαργου μοίρα κι είχα παραμιλήσει
χρόνια’ κι όμως ο Στίχος, ο Ρυθμός δεν ελείπαν.
Είχα ανέβει εκεί πού’ ναι μονάχα η Βρύση
κι η Επιστήμη, αν δεν είχα, δε θ’ ανέβαινα, είπαν.

Επειδή και είχα χάσει το ρέγουλο, είμαι
ο εμπνευσμένος ονείρων και κόσμων προφήτης,
ο πηγαίος ποιητής που στο σύννεφο κείμαι
ο μεγάλος, ο θείος των ρυθμών υποφήτης.

*Από το http://surrealism9.blogspot.com

Τάσος Ζερβός, Ποιήματα

scan-004-1430x1920

ΚΥΝΗΓΟΣ

Η δίψα του μεσημεριού μού δίδαξε τα χείλη

το μονοπάτι μ’ άφησε στην τελευταία πηγή

πέρασε πια τα σύνορα της πίκρας μου η φυγή

ιχνηλατώντας την κραυγή του περασμένου Απρίλη.

ΙΔΟΥ ΙΠΠΟΣ ΧΛΩΡΟΣ

Όποιος έχει ρίζα σε κορυφή λόφου ή σε κοχύλι πελάγους

ας ακούσει.

Ομιλώ για τους ανέμους που δεν δέχτηκαν προσανατολισμό.

Ομιλώ για τα πριν απ’ τη φωνή μου

και τα πριν απ’ τη φωνή της φωνής μου

Στην πρωτότοκη πέτρα πριν χάσει τα φτερά της.

………………………………

Ότι περιφρόνησες τη σιωπή μου σε έρημα μονοπάτια

ταχύνοντας το βήμα σου.

………………………………

Και αποπλάνησες τ’ αγριοπερίστερα των βράχων μου

με αποστάσεις θανάτου.

………………………………

Έχω κατά σου ότι είδες τα πουλιά μου να περνούν

και δεν άφησες κραυγή προσανατολισμού.

Είδες τα ίχνη μου στο χώμα

και τα εκάλυψες με άσφαλτο.

Είδες τ’ αποτυπώματά μου στο νερό

και οδήγησες κοπάδια αλόγων.

Είδες τα ίχνη μου στις παλάμες σου

και εξόρισες τα χέρια σου σε γη ανοήτων.

Αλλ’ ιδού έρχομαι από ώρα σε ώρα

από χιλιάδες μικρές κορφές θα ξεπροβάλω.

Και δεν θα ‘χεις χέρια για ν’ ανοίξεις δρόμο

στον άνεμο που θα με περιβάλλει

ούτε λόγια να συγκρατήσεις τους ιστούς του σώματός σου

που θα έρχονται προς με.

………………………………

Ιδού ίππος μέλας δεν υπάρχει

σύννεφο να σε κρύψω.

Ιδού ίππος χλωρός δεν υπάρχει

χλόη ν’ αναπαυτείς.

………………………………

Έλα με στολή κυνηγού

να ξεγελάσεις τους φύλακες.

………………………………

Έλα, τώρα που η λύπη μου τη λύπη σου

ευαγγελίζεται…

ΕΦΕΔΡΕΙΕΣ

Έρχονται τα μηνύματα απ’ ολούθε·

μ’ εγκαταλείπουνε φρουρές και φίλοι…

Μα έχω εφεδρείες, θ’ αντισταθώ. Μου παραστέκονται

οι αδέσποτοι των Βριλησσίων οι σκύλοι…

Άρης Αλεξάνδρου, Από τα “Ανεπίδοτα γράμματα”

Γιώργος Μπουζιάνης, Αυτο-πορτραίτο

Γιώργος Μπουζιάνης, Αυτο-πορτραίτο

Μαζί σου διστάζω να μιλήσω
πιο σιγά κι από ένα δέντρο στο σκοτάδι.
Μαζί σου η φωνή μου θα διακόψει τη σιωπή
σαν την αγάπη που διακόπτει για μια νύχτα
τη ζωή μας.
Τα σύννεφα
Τα σύννεφα διαβαίνουν χαμηλά
τόσο που κ’ ένα κάγκελο να ‘τανε σπασμένο
θα μπορούσες να άπλωνες το χέρι και ν’ αγγίξεις
τη διαβατική
θηλύτητά τους.
Φρόντισε
Φρόντισε οι στίχοι σου να σπονδυλωθούν
με τις αρθρώσεις των σκληρών των συγκεκριμένων λέξεων.
Πάσχισε να ‘ναι προεκτάσεις της πραγματικότητας
όπως κάθε δάκτυλο είναι μια προέκταση στο δεξί σου χέρι.
Έτσι μονάχα θα μπορέσουν σαν την παλάμη του γιατρού
να συνεφέρουν με χαστούκια
όσους λιποθύμησαν
μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους.
Μέσα στις πέτρες
Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στό
πριονιστήριο;
Η θέση μας είναι μέσα εδώ σ’ αυτό το δάσος
με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς
με τις ρίζες σφηνωμένες μες τις πέτρες.
Γύμνασμα
Δοκίμαζε, συνέχιζε τα γυμνάσματά σου.
Κοίτα που κ’ η θάλασσα ανακατεύει συνεχώς
ουρανό και φύκια
πασχίζοντας να βρει το σωστό της χρώμα.
Το μαχαίρι
Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ΄ την λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.
Υποσημείωση
Φίλε ή αντίπαλε μην τ’ αναγγείλεις πουθενά.
Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος.

Μάρκος Μέσκος, Σκόρπιοι στίχοι από το “Ψιλόβροχο”

hqdefault

Μνημόσυνο

Πέτρες σημάδια νεκρών πατούσαμε στον λόφο. ξάφνου

περίεργος κρωγμός (από την γκορτσιά την πικραμένη;)
Γύρω γύρω η Μπούκα. στα ψηλά βουνά οι σκοτωμένοι αθώοι.

Καίνε χαμηλά κεριά της χλόης η νύχτα καλπάζει αλλά πριν

ο κρωγμός του πουλιού βρισιά στην ηλιόλουστη μέρα.
Στο τέλος είπεν ο Γιάννης: χωρικός προσευχήθηκα εδώ.

μας διώχνει όμως το αίμα. λίγοι αντέχουν.

Πες μου χελιδονάκι πώς σχηματίζεις το λάμδα ανεβαίνοντας τον ουρανό;

Πέσε βροχούλα σιγαλά

με το νερό μαλάκωσε το χώμα
τα ράμφη των χελιδονιών να πάρουν

λάσπη για τη φωλιά τους.

Ένα δάχτυλο ένα φύλλο ένας σπουργίτης

δείχνουν τον άνεμο τον άνεμο τον άνεμο!

Τρυφερά μοσκάρια αντάμωναν στο λειβάδι

πρόβατα ενός μηνού κοιτάζονταν στα μάτια.
(μην άνθρωποι τάχα;).

*”Ψιλόβροχο”, 2000.

Αντώνης Αντωνάκος, Σφυροδρέπανα

sfyro1

1


Είναι αυτό το δάσος από γαμήλια δώρα

Από χαμό και ύπαρξη

Είναι αυτό το σεπτό μπράτσο της

Ανελέητο κάτω απ’ τη μπλούζα

Ένα θηρίο χρόνιας απουσίας

Μιαν ασυνέχεια των απολαύσεων

Γράφω τη νύχτα επιστολές

Τη νύχτα που σωπαίνουν οι συντεχνίες

Και γίνομαι μονήρης

Ένας θεός που τα γαμάει όλα

2

Ξεδιψάστε με ποιήματα

Ρουφήξτε μεδούλι από λάθος σώμα

Κρατήστε ενός σπασμού κραυγή

Μετρήστε την θερμοκρασία αισθημάτων και μη

Διηνεκώς νυμφευθείτε

Μέχρι να καρποφορήσει έξτρα δύναμη η φύση σας

Να μπείτε στον παράδεισο με χίλια

Σχεδόν στοργικά να κατεβάσετε το φερμουάρ

Δίχως σκέψεις

3


Εκεί στην άκρη των χειλιών η επιθυμία

Για να βγάλεις τ’ αγκάθια απ’ το κορμάκι της
Ν’ αφήσεις φιλί σάλιο και έρεβος

Τα ωραία έπεα πτερόεντα ελληνικά

Τα ωραία αλαζονικά νυμφίδια της νύχτας

4


Έχω ένα μαγαζί από σκέψεις

Μια φωλιά από σφήκες

Ένα κομματάκι πιπέρι κάτω απ’ τη γλώσσα

Έχω ένα Βόσπορο συλλογισμών

Κι άλλα ακατονόμαστα είδη

Κι έχω την επικαρπία τόσης τρέλας

Τόσο ποιητικώς ατελεσφόρου υλικού

5


Έμπνευση δε σου χρωστώ τίποτε

Ούτε λίγη αγριότητα μέσα στον καύσωνα

Ούτε λίγη καύλα τον Αύγουστο

Όμορφοι τόποι σαν τα μαλλιά σου

Τα πέταλα του μουνιού που ξεδιπλώνονται και μου δείχνουν το δρόμο

Ω έμπνευση δε σου χρωστώ τίποτε

Ούτε καν το περήφανο κόκκινο της μανίας του έρωτά μου

Ω έμπνευση σε παρωδώ, σε σκώπτω

Να μη χαθεί ο υποτροπιάζων λογισμός του ερωτομανή σε τεχνικές

Μη βγει ο μάστορας μπροστά για ποιητής

Η βέβηλη εισβολή της εμπειρίας

Σκέψεις μεγάλες για τον έρωτα μην κάνω

6


Νύχτα που φωτίζει το χνούδι σου το σεληνόφως

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από το ιστολόγιο του ποιητή στο σύνδεσμο http://dromos.wordpress.com/2014/03/10/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%B4%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1/