Τέλλος Φίλης, Την μέρα που “έφυγες”

11751459_10206368122015239_1947296560410997683_n

όταν έφυγε
κι
επέστρεψα στο άδειο σπίτι

ένα πουλάκι ανώνυμο μου χτύπησε το τζάμι της βεράντας

κι όταν άνοιξα το φύλλο

πέταξε μέχρι την φωτογραφία του

-αυτή με την σκαλιστή κορνίζα-

κι έκατσε πάνω της κοιτάζοντας με, ακίνητο

είμαι σίγουρος πως ένα μήνυμα μου έλεγε

που δεν μπορούσα να κατανοήσω

είχα από καιρό χάσει την αθωότητά μου

την δυνατότητα να επικοινωνώ

με τρόπους πέρα απ’ τ’ ανθρώπινα

ώσπου βαρέθηκε και πέταξε μακριά

από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα

στον ουρανό

χωρίς ποτέ να μάθω τις τελευταίες λέξεις

που μου αναλογούσαν

πριν πεινασμένος και μόνος πέσω με τα μούτρα

στα κόλυβα

Άννα Νιαράκη, Πτώση

Tom Chambers, A view from the bridge

Tom Chambers, A view from the bridge

Να πέφτεις
–αυτό είναι το μυστικό–
με το σκοινί για το αλεξίπτωτο
στο ένα χέρι
και την καρδιά σου στο άλλο
Κι αν τίποτα από τα δύο δεν ανοίξει,
τα γόνατα στο στήθος
και το κεφάλι ανάμεσα
–λένε το τέλος
Θυμίζει τον έρωτα.

*Από τη συλογή “Ιχθυόφωνο”, εκδ. Γαβριηλίδη 2015. Εμείς, μαζί με την εικόνα της ανάρτησης, το πήραμε από εδώ: https://doumoustella.wordpress.com/2015/07/14/%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B7-%CF%80%CF%84%CF%8E%CF%83%CE%B7/

Première “EIDÔLON” TK.KIM, Berlin, 20 Novembre 2014

TK.Kim's avatarTK.KIM

EIDOLON – unperception

Are you the image of something, of someone? Of an original, a creator, of a metaphysical and yet picturable entity? Or are YOU an original, and ist picture is bad, wrong, menacing? Do image and original have tob e ennemies? Is one of these two an idol, a false god or just a projection screen? To see yourself as an image, must seem wrong. It must not be. Your image is your ennemy as it allows no projection, for all projection would be a projection on yourself. Icon, idol, image… only the real false, the real unpersonalized can be projectable. Only the projected part must be visible, the real part is you. You hide.

Our image shall be ourself, no other, so our image and ourselves are one.

View original post

Δημήτρης Τρωαδίτης, Νύχτες ξέχειλες από αγυρτείες

11745881_490545711100970_2241020862558265468_n

οι πατρίδες
ξεπουλημένα γραμμάτια
στην αγορά της υποκρισίας
σκυλιά που εξακοντίζουν άγος
στις παραλληλούσες μάζες

οι πατρίδες
λίστες φοροφυγάδων
αμείλικτων πολιτικών
που αγορεύουν
σε ρημαγμένους δρόμους

οι πατρίδες
μοιάζουν με νύχτες
ξέχειλες από αγυρτείες
ανέξοδα μεθύσια
ανύπαρκτες ηδονές

Libby Hart
 reviews Robert Adamson’s Net Needle

net-needle

Net Needle
by Robert Adamson

Black Inc., 2015

Net Needle begins with the thoughtful interlacing of seven poems. The first poem, ‘Listening to Cuckoos’, highlights the bird’s ‘two unchanging notes’ during the start of spring. Then, ‘Summer’, with its ‘pallid cuckoo call’ through the poet’s garden threads into ‘Garden Poem’ and how sunlight spans the course of a day until ‘patches of moonlight’ travel into the next poem, ‘Dorothy Wordsworth’. Here, we find the Romantic poet’s sister ruminating near a window where the moon moves ‘across the star-decked dark’. Adamson then cites Emily Dickinson in his Blake Prize-winning suite, ‘Via Negativa, The Divine Dark’, as its praise of ‘life with broken words’ treks meditatively along the banks of the Hawkesbury River. The remaining two poems in this first section linger on waterfronts, but this time ‘a spear made of bone’ (‘Colonial Whaler’) comes to rest beside a tale of the Blues Point fishermen – ‘holding bone / net needles’ – who once, Adamson explains, ‘stitched their lives into my days’ (‘Net Needles’).

Within this small sample of poems lies Adamson’s central oeuvre: the Hawkesbury, birds and animals, fish and fishing, youthful memories of Sydney and of refuge, brutal weather, devotion, and linkages to other writers who have helped shape Adamson and his work. Sunlight and nightlife, the threat of bushfire, faith and questioning, as well as nature in abundant twittering and skittering come to life within these pages.
Continue reading

με το κεφάλι στο πλακάκι

nullapoenasinelege's avatarsine_lege

από τα ποιήματα τσέπης*

θα σέρνομαι αενάως σε συνόδους κορυφής
έχεις ταλέντο μου λένε
έχω ανάγκη απαντώ
άλλοτε αγαπώ τις συναιρέσεις
κι άλλοτε τις αποδιώχνω από τα γραπτά μου
όπως τις μύγες τους ιούλιους από το παιδικό καρπούζι μου
εδώ στον κόσμο μου τα πάντα έχουνε τη δική τους τη μιλιά
ονόματα και κατσαρολικά και ρήματα και κάλτσες
άλλοτε ξημερώνει μέρα συναιρέσεων
όταν εν απαρτία αποφασίζουμε
τη μέρα με λιγότερα φωνήεντα να ζήσουμε
κι άλλοτε πάλι έρχονται κάτι νύχτες ασυναίρετες
τότε
κοιμάμαι εμβρυακά με αναίδεια
καπνίζω μόνο λίγο γιατί αγαπώ τη μοναξιά μου
μιλάω μεγαλόφωνα και καταργώ τις συναιρέσεις
και εντέλει στέκομαι ανάποδα στο μπαλκόνι με το κεφάλι στο πλακάκι μέχρι να ξημερώσει
κερδίζοντας επάξια το χρυσό μετάλλιο κοινωνικής παράνοιας

θα επιστρέφω πάντα εν τιμή
ταπεινωμένη από τις ψεύτικες αλήθειες σας
έχεις ταλέντο μου λένε
είμαι φτωχή και ψάχνω τρόπο να ξεγελάσω την οργή μου απαντώ
χαρίζω πάντα μια ανάσα…

View original post 91 more words

Βέρα Ι.Φραντζή, Άτιτλο #2

10410683_722045164558977_5110830860046691832_n

α.

Χωμάτινος και δε φτιάχνεσαι από τη γη,
στραβοπόδης και ερμαφρόδιτος
σε μάζεψα με το βλογιοκομμένο σου πρόσωπο
μέσα σε ένα σχολείο με ναρκωτικά στις τσέπες
και έλεγες απρέπειες.
Σου είπα ¨σταμάτα¨ και σου έμαθα να μιλάς από την αρχή.
Μια μέρα άφησα ανοιχτή την πόρτα του σπιτιού
και βγήκες αιμοδιψής και επικίνδυνος.
Σε συμβούλεψα να μην κυκλοφορείς τη νύχτα
ενοχικός και απρόσκλητος.
Μου είπες πίστη αντιορθολογιστική.
Έκανα άγιες σκέψεις
νοθευμένες
και εσύ έφτιαξες ένα ολοστρόγγυλο πανδαιμόνιο
και χόρευες φορτωμένος με κορμιά στις πλάτες.
Τρόμαξα και σε παράτησα.

β.

Σε περνούν για Θεό, ον, ζωή, νόηση
Λένε πως έχεις ψυχή δαιμονική, ακόλαστη, ανθρώπινη
Σε ζωγραφίζουν  λυγερό και σπαθάτο νεαρό
αφράτο βρέφο με φτερά
γυναίκα με φορέματα λευκά.
Σου βάζουν ψυχή
δαιμονική
ακόλαστη
ανθρώπινη
Σε λένε αήττητο, απατεώνα, ληστή
Σου βαζουν πνεύμα πολεμικό
κέρινα χέρια
μακιγιαρισμένα χείλη.
Είσαι, ομως, Θεός
…ούτε των άστρων, ούτε των στοιχειών
και άλλοτε Βάκχος
ανεξάρτητος Θεός
απόλυτος και φυσικός.
Είσαι λεπτό φως και το σώμα του κόσμου
και εγώ όχλος φανατισμένος, αδιάσπαστος
σε ακολουθώ με μαχαίρια…

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο στης ποιήτριας στο http://sifiniera.wordpress.com/2015/02/03/%CE%AC%CF%84%CE%B9%CF%84%CE%BB%CE%BF-2/

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κοντές ανάσες VI

Ήσουν όνειρο.
Σε περίμενα πάντα.
Όνειρο μένεις.

Νιώθει τον πόνο.
Μαχαιριά ο χωρισμός.
Δεν κάνει πίσω.

Γράφει και σβήνει.
Οι στίχοι ωριμάζουν
καρπούς πνευμάτων.

Καθάριο βλέμμα
και πανέμορφη θωριά.
Βιάστηκες Χάρε.

Γερνώ και ξεχνώ.
Μα πάντα θα θυμάμαι
Όσα ζήσαμε.

Simon Eales Reviews John Kinsella

9781925161229_SACK_RGB

sack
by John Kinsella

Fremantle Press, 2014

In the first rabbit poems by the late J S Harry, her rabbit-character, Peter Henry Lepus, is thrown into a number of desolate or alien environments. Peter is ‘dumped … on the Desert of Sense’, ‘comes to … FORTY-THREE BLENDS / OF DUSTED-OFF & SUNDRIED RATIONALISM’, and ‘gets lost in “Calcutta” / on his way to visit Farmer McGruber’s vegetable patch.’1 He is displaced most comprehensively in the middle of Iraq, 2003, a warzone that amplifies his naïve and interlopic perspective. Such meaning-deprived contexts let Harry explore belonging, identity, and the stability of concepts themselves. In the poem, ‘Small & Rural’, for example:

Peter L. is twisting
this way & that
time-jumping
in & out of the texts he is – here – there –
squatting briefly, to sniff the air above

– when he comes to a paddock which pens similar ontological indeterminacies to those of his self. There exists, firstly, the paddock’s OED-style meaning: ‘a small field or enclosure, usually a plot / of pastureland, adjoining a stable’; then its poetic meaning, which incorporates geographically specific information; psychotherapeutic semiotics; other things ‘the word paddock’ could stand for; the word’s etymology; and the behaviour that this entire network facilitates or does not facilitate. It is important for Harry’s Peter, perhaps because of this semiotic vulnerability, that ‘the pads & stink’ of predators like ‘the dog fox & vixen’ remain absent from these paddocks. He is also only a rabbit, after all.2

We can consider the paddocks of John Kinsella’s sack to be constituted by a similar ontological indeterminacy. However, Kinsella’s are utterly littered with the kinds of hazards that worry Harry’s Peter. In Kinsella’s poem ‘Peter Negotiates the House Paddock, 1965’ – as far as I know, Kinsella’s Peter is not a rabbit, and is unrelated to Harry’s – there is ‘bent deadwood threatening to grow, and kinked tetanus-wire of fences’; there are ‘gwarder and dugite’ snakes, and ‘in hollows … foxes and rabbits plan for the coming crops in related but contrary ways’. Not only hazardous, Kinsella’s paddocks contrast to Harry’s as they are simultaneously fecund and bisected by man- and tectonically-made divisions: ‘Lines of bricks buried up to fetlocks show whole garden- / beds ready to be.’ (Later, in ‘Penillion of Stanbury Moor’: ‘Segmentation / Of field – flection / Of plastic bound / Bales; that moss-stoned / Vista across / The weir’). They are paddocks powered by the inexorable earth, and they transport the providential history of local lore.3

Continue reading

Έρμα Βασιλείου, Carthago delenda (non) est

Sulcis-Tophet

Δεν σε λησμονώ, αυτό είναι καλό μαντάτο.
Αυτό είναι το καλύτερο, για όποιον είναι μακριά και θέλει να γυρίσει.
Για μια πόλη, αν και κατεστραμμένη, που μένει ερείπιο κι έχει επιστρέψει ασφαλισμένη
έχω απογίνει η επαναστατημένη Καρχηδόνα, πλούσια
και διακοσμητικά εύφορη,
εσωτερικά επαναστατημένη.
Ξέρω για την αγάπη, στέφθηκα την ασυλία της.
Δεν πονάει πια το μακρινό.
Είναι το χειρότερο μαντάτο.
Με νανουρίζει η παρουσία της ζωής στη ζωή κάθε πόλης
που έσβησε ενώ αγαπιέται ακόμα τόσο

… μπόρεσες να διαβάσεις καλά την αγάπη;

Δεν μπόρεσα να διαβάσω ποτέ το αντίθετο.
Η λέξη είναι διαβιβάζω…
Διαβίβασε τη σημερινή τύχη της ερειπωμένης πόλης…
Φεγγάρι στολισμένο η ευωδιά της μέρας…
Την Καρχηδόνα μη ληστέψεις
μη γίνεις άλλος Κάτων…
“Πρέπει να καταστραφεί η Καρχηδόνα, Carthago delenda
est… Carthago delenda est…
”Η κάθε πόλη είναι έρωτας
Δεν καταστρέφεται με λόγια
Ορθώσου, δες, στους κίονες της θάλασσας με τα δικά σου λόγια

*Από τη συλλογή “CARMINA…CARTHAGINIS (Τραγούδια… ΤΗΣ ΚΑΡΧΗΔΟΝΑΣ)”, Εκδόσεις Αφροδίτη, Μελβούρνη 2014