NOSTOS AND ALGOS (NOSTALGIA)

vequinox's avatarManolis

nostos and algos cover_300

NO WAY OUT

Bottle tips to its side
emptying its contents
drunken night

spent trying to put to sleep
first of the month instincts and aches

before you piss away
this month’s paycheck

in three or maybe four
uninterrupted nights of stupor

as though expecting Hades
to finally come and erase you

and your agony from
this gold-decorated world

ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Μπουκάλι πεσμένο στο πλάι
μισοάδειο περιεχόμενο
μεθυστική νύχτα

να προσπαθείς ν’ αποκοιμήσεις
ένστικτα και πρωτομηνιάς πόνο

προτού πιεις του μήνα τούτου
το μισθό σε τρεις ή τέσσερις

νύχτες αδιάκοπης μέθης
μην κι έρθει τελικά ο Χάρος

κι αφαιρέσει εσένα
και το μαρτύριο σου
απ’ τον καλόπλουτο τούτο κόσμο
~ NOSTOS and ALGOS, Ekstasis Editions, Victoria, BC, Canada, 2012
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.authormanolis.wordpress.com

View original post

Εδουάρδο Χ. Βερχέρ, Αισθηματικό ποίημα

10350450_10154178903110644_1918143771367595445_n

Κανείς δεν ξέρει,
Πως μαζί μου μεγαλώνει το φθινόπωρο,
πως, όταν λέω “εμείς”
Κάτι πεθαίνει στη σιωπή,πίσω από κάθε λέξη,
Πως η φωνή, που σε ονομάζει, με παγώνει./

Η συντροφιά μου, μερικές φορές,
Τίποτε περισσότερο, από αέρινα, αόρατα χέρια.
Μαλλιά λυτά, μ΄ ένα ψίθυρο βροχής,
Ή η απέραντη απογοήτευση των μελαγχολικών κήπων.

Δεν υπάρχει κάτι που να μην κρυώνει.
Τί θα γίνει μ’ εμάς;
Μαδημένη ενθύμηση,
Αργή, δίχως τύψεις μιας πονεμένης ψυχής,
Θά ‘σαι σε άλλα χείλη, ένα άλλο χαμένο ρόδο.

Κάθε φορά λιγότερο δική μου,
Και πάντα μια εξουθενωμένη γυναίκα, ποτέ πια.
Εκείνη, που μου άνοιξε την πληγή του τραγουδιού.
Εκείνο που μένει, τόσο μόνο δίχως εσένα: το ασήμαντό μου εγώ.

*Μετάφραση απ΄τα Ισπανικά: Μόσχος Ε.Λαγκουβάρδος. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Γραφή”, τεύχος 64, Άνοιξη 2008.

The Forgotten Man Behind William Carlos Williams’s ‘Red Wheelbarrow’

Thaddeus Marshall, the owner of the most famous red wheelbarrow in literary history. Credit Teresa Marshall Hale. Courtesy Mark Giordano.

Thaddeus Marshall, the owner of the most famous red wheelbarrow in literary history. Credit Teresa Marshall Hale. Courtesy Mark Giordano.

By JENNIFER SCHUESSLER*

JULY 6, 2015

For decades, much has depended on his red wheelbarrow, streaked with rain, next to some white chickens, even if no one has known — or perhaps even wondered — exactly who he was.

But now, the owner of the humble garden tool that inspired William Carlos Williams’s classic poem “The Red Wheelbarrow” will finally get his due.

On July 18, in a moment of belated poetic justice, a stone will be laid on the otherwise unmarked grave of Thaddeus Marshall, an African-American street vendor from Rutherford, N.J., noting his unsung contribution to American literature.

“When we read this poem in an anthology, we tend not to think of the chickens as real chickens, but as platonic chickens, some ideal thing,” William Logan, the scholar who recently discovered Mr. Marshall’s identity, said in an interview.

The discovery doesn’t change the meaning, he said, but “knowing there was a man with a particular wheelbarrow and some chickens does help us understand the world the poem was embedded in.”
Williams’s 16-word poem, first published in 1923, was hailed as a manifesto of plain-spoken American modernism. Williams himself declared it “quite perfect.” A staple of classrooms and anthologies, it has inspired endless debates about its deeper meaning — how much of what, exactly, depends on the red wheelbarrow? — not to mention provided the name of an English-language bookstore in Paris, a craft beer from Maine and an episode of “Homeland.”
Continue reading

Νεκταρία Μαραγιάννη, Ανελλιπώς

Wassily Kandinsky, Black and violet

Wassily Kandinsky, Black and violet

Συνεπής για τους υπολοίπους,
καθώς πρέπει προς τους υπολοίπους∙

επιβαλλόμενα πρότυπα
από μία άκρως
– άτυπα –
τυποποιημένη
κινούμενα εκφραστική κοινωνία
της αναισθησίας,
μαραίνοντας τα θέλω
και τα νιώθω
απέναντι στα υποκείμενα,
που εξ’ αμβλώσεως
μετατράπηκαν
σε προσκυνητές
του μαραθώνιου δείκτη

Νέττα

Γιώργης Παυλόπουλος, Στης Κίρκης

%CE%97+%CF%83%CF%80%CE%B7%CE%BB%CE%B9%CE%AC+%CF%84%CE%B7%CF%82+%CE%9A%CE%B1%CE%BB%CF%85%CF%88%CF%8E%CF%82

Πλάγιαζα στο σκοτάδι και την περίμενα

ακούγοντας ν’ ανεβαίνει τη σκάλα

μέσ’ στη δροσιά του σπιτιού

σαν ψίθυρος από φιλιά κι ανάσες.

Γύρευα τότε να ξεφύγω

μα η ομορφιά της στάλαζε στα κόκαλά μου

νύχτες που μελετούσα το κενό

πηγαίνοντας από την ηδονή στον Άδη.

Και τα λαγόνια της να φέγγουνε στον ύπνο μου

ματόκλαδα και χείλια που τάσκιζε ο πόθος μου

κι ο γυρισμός στον ύπνο μου μονάχα

λίγος καπνός από μακριά

λουλούδια κι ένα δροσερό σταμνί.

Και το καράβι μου στον κήπο της

δεμένο κι άγρυπνο

σαν ένα μεγάλο μαύρο σκυλί

μου θύμιζε κάποτε τους σύντροφους που χάθηκαν

ή τις παράξενες αφορμές της αγάπης.


*Από το “Το κατώγι”. Εδώ από το http://www.poein.gr

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Η άστεγη μέρα, ποίηση, εκδόσεις Μελάνι 2014

631l

Τον τελευταίο καιρό εκδίδονται πολλές ποιητικές συλλογές και από αυτές, ψάχνουμε να βρούμε ορισμένες, που έχουν κάτι να μας πουν. Μια τέτοια περίπτωση είναι και η ποιητική συλλογή της Ιωάννας Διαμαντοπούλου «Η Άστεγη μέρα», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Μελάνι».

Πρόκειται για μια ποίηση κατανοητή, άλλοτε κοινωνική, άλλοτε ερωτική και άλλοτε υπαρξιακή, μα πάντα με μια θλίψη και μια απογοήτευση για την επανάσταση, που «δεν θα γίνει ούτε σήμερα», που «ανατέθηκε αλλού», που μας υποσχέθηκαν ότι θα την κάνουν άλλοι για λογαριασμό μας και τους εμπιστευθήκαμε για να ανακαλύψουμε ότι μας εξαπάτησαν.

Όμως, παρά τη θλίψη και την μελαγχολία η ελπίδα παραμένει και η Ιωάννα Διαμαντοπούλου μας προτρέπει λέγοντας: «Να μη φοβάσαι. / Ακόμη κι αν είσαι το τελευταίο μοναχικό δέντρο στο λιβάδι», υπενθυμίζοντάς μας τον ηρωικό μηδενισμό του Καζαντζάκη και του Καβάφη.

Την ποιήτρια φαίνεται να την τρομάζει η αποξένωση και η βαρβαρότητα της σύγχρονης κοινωνίας και πολύ εύστοχα γράφει: «Είναι κακόφημη η αλήθεια / κι έχει ένα σκληρό πρόσωπο. / Όταν θέλει να κάνει το τοπίο βάρβαρο, / βάζει ανθρώπους να το κατοικήσουν».

Ο έρωτας για την Ιωάννα Διαμαντοπούλου θέλει προσοχή, έτσι ώστε να μη καταντήσει εγωιστικός και να μη φτάσει να διαπιστώσει πικρά ότι: «Δεν αγαπώ πια. / Ο τελευταίος που αγάπησα πνίγηκε σε κατακλυσμούς αγάπης».

Όλα όσα περιγράψαμε πιο πάνω καλύπτουν περίπου τις μισές σελίδες της συλλογής, γιατί προχωρώντας, δυστυχώς, διαπιστώνουμε ότι τα ποιήματα γίνονται πιο μεγάλα και δυσνόητα. Χάνεται η λιτότητα του στίχου και η άμεση επαφή με τον αναγνώστη.

Κλείνοντας, θα λέγαμε ότι η Ιωάννα Διαμαντοπούλου είναι μια ποιήτρια με ταλέντο, που σίγουρα μπορεί να μας δώσει πολύ περισσότερα.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

*Από το http://www.vakxikon.gr

**H Ιωάννα Διαμαντοπούλου γεννήθηκε το 1960 στην Αθήνα. Σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Πατρών  και εργάζεται ως μαθηματικός στην Γερμανία. Είναι παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών. 
Στα φοιτητικά της χρόνια είχε εκδοθεί η  ποιητική συλλογή της  “Παραμύθι στερνό  και παράλογο για απογευματινές ώρες”, εκδόσεις “Ελεύθερος Τύπος¨. 
Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά.

***Ένα ποίημά της από την παρούσα συλλογή έχει δημοσιευτεί εδώ: https://tokoskino.wordpress.com/2014/09/24/%CE%B9%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%85-%CE%B7-%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B3%CE%B7-%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B1-%CE%B5/

Poetic inspirations @ Emerald – August 8, 11.45am-1.45pm

Poetic inspirations @ Emerald

10561777_10204636907510396_1960856398210031853_n

Calling all poets and lovers of poetry Especially all those who write in another language than English and/or have their work in a bilingual or a translated form Every second Saturday of the month

Next reading is

August 8, 11.45am-1.45pm

Featuring

Salome Argyropoulos

Ben Jon Smith

and open mic

at Emerald Hill Library & Heritage Centre

195 Bank St.,
South Melbourne
(opposite South Melbourne Town Hall)

The following Reading dates through out 2015 are as follows: September 12, 11.45AM-1.45PM October 10, 11.45AM-1.45PM November 14, 11.45AM-1.45PM December 12, 11.45AM-1.45PM

For more information:

– Dimitri Troaditis troaditisdimitris@gmail.com and/or 0432 094 342
– Emerald Library and Heritage Centre
Art & Heritage Programs | Arts & Culture 9209 6416

***The room can seat up to 30 persons. There is a kitchen available to use, with the usual facilities, including crockery and a hot water urn. The room also has audio visual equipment and screen if it will be required.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Ριγούμε…

people

κάποιες μέρες ριγούμε
φορώντας τον άλλο μας εαυτό
βγαίνοντας στο σεργιάνι των καθρεπτών
θαυμάζοντας σφιχτά σώματα
σαν λάτρεμα ευαγγελίων

σαγήνες μόνο για μας
αυτάρεσκες
μα αληθινές
και αδόλευτες

κάποιες ώρες
μένουμε μόνοι μέσα στα χάδια
και τα σμιλέματα της φαντασίας

ριγούμε
ριγούμε κι εξαγνιζόμαστε
στις άκρες της αύρας

ριγούμε
ριγούμε και εξαπτόμαστε
μπρος στους ηλίανθους
κι οι σφαίρες της ηδονής
μας περιλούζουν

Το τομάρι

11745609_1076012199093838_3486462375992040726_n

Την πρώτη φορά παντρεύτηκα τη μάνα μου
—πήγαν το σκυλί μου στα χασίλια,
μούχε πει,
και πάει

Έπειτα λιαζόταν στην αγορά
της Δήλου το κορμί της πονοΰσε τα μάτια των αντρών
καί πάνω στην τρελή τους τη χαρά
τις σάλπιγγές της έλαμψε
στα τείχη της πόλης

μαύρη δίψα πλάνταξε τ’ αστέρια
κι ένα κομμάτι τους
άνθισε στή σάρκα της

Τή δεύτερη φορά
πήρα τήν αδελφή μου
τα πέλματά της σήκωναν το βάρος του ανθρώπου
κι ήταν όλα κατακόκκινα
στο φέγγος της σαβάνας
στον ύπνο της λιονταρίνας

Την τρίτη την φορά
πήρα την κόρη μου
Ερχόμαστε από μακριά, μου είπε,
παίζαμε πριν γεννηθώ

Τότε ήταν πού με κάλεσε ο μάντης
και μοΰδειξε το δέρας,
είναι για τις γιορτές,
είπε,
φόρα το

χάρηκα για την αναβάθμιση
της ύπαρξής μου
στ’ ασπράδι των ματιών μου
μοχθούσε ήδη
του σκουληκιού
η άθωότητα

*Από τη συλλογή “Λόγια θανάτου και αγάπης”, Εκδόσεις Ένεκεν, 2015.

Γιάννης Σκαρίμπας, Ἡ ἄγνωστη

11825547_10206138769161083_8776856134578951372_n

Κι ἦταν ὡραῖα ὡς πέρασε ἄκρη τοῦ δρόμου ἐκεῖ,

μ’ ἄγνωστο πάτημα ποδιοῦ καὶ τρυφερὸ μυστήριο,

στὸ πεζοδρόμι κρούοντας ὡραία ἐρημική,

τῶν τακουνιῶν της τὸ γοργὸ κι ἐρωτικὸ ἐμβατήριο.

Στάθκα στητός, τὴ μουσικὴ γροικώντας τοῦ ἀλαφροῦ

κυματισμοῦ τῶν ρούχων της – κι ἐντός μου ὅ,τι εἶχε σπάσει

κι ἦταν τραχύ, στῆς φούστας της τὸ εὐγενικὸ φρού-φρού,

χρυσὸς νὰ γίνετ’ ἔνιωθα καρπὸς πόχει ὠριμάσει!

Ἔφυγε αὐτή… Ποιὸς ξέρει ποὺ – σὲ ποιὰ σιγή ἐρημιᾶς –

νοσταλγικὴ τὸ βῆμα της τ’ ἄγνωστο πάει νὰ δώσει,

κι ἦταν αὐτὴ – τὸ νιώθω ναὶ – ποῦ ἂν ἤθελε, μὲ μιᾶς,

τὸν βάρβαρό μου ἑαυτὸ γλυκὰ θἄχε ἡμερώσει.

Τώρα; Τώρα στοὺς πρώτους μου ἔμεινα ἐδῶ ὀδυρμούς,

Πάνας τοῦ δρόμου ἐρωτικὸς – ἡ φύση ὡς μ’ ἔχει κάμει –

κι εἶμαι λές, σὰν – ποιὸς ξέρει ποιοὺς – νὰ ξέχασα δρυμοὺς

κειὸ τὸ λιανὸ – μὲ τρεῖς ὀπὲς – ποὺ σφύραγα καλάμι…