Κατερίνα Καρπούζη, Δύο ποιήματα

f52

Θυσίες

Κακό δεν θα πω για κανέναν
Μου φόρεσες τα πολύχρωμα
Και με έπιασες για χορό
Και στο πολύ το βήμα
Μου έλιωσαν τα γόνατα
Και για παπούτσια πια φορώ
Παλιά τετράδια
Στα κόκκαλά μου
Τρέμει πηχτό το αίμα σου
Το δάκρυ σου το φυλάω καιρό σε ένα μικρό
Πουγκί
Κακό δεν θα κάνω σε κανέναν
Μου φόρεσες τα μαύρα από ανάγκη
Να μη χαθώ στην πολυχρωμία
Μου έβαλες για ίσκιο το καπέλο σου
Και κόπηκα με ένα παλιό μαχαίρι
Όπως πρώτα
Θυμήθηκα τα έρημα οικόπεδα
Τις σιδεριές των υπογείων
Νεκρά σαλεύουν έρμαια
Και πάλι κακό δεν έκανα
Μόνο στυγνός δολοφόνος έγινα
Της ανυποψίας του
Το σκότωσα το χέρι μου
Και γράφω πια με το δεξί
Σαν ένα γνωστό έθιμο
Αποδεκατίστηκε η βούληση
Συμμάζεμα κοριών να καούν τα χρόνια
Πιο γρήγορα από τα χέρια
Πιο αργά από τις ψυχές
Λόγια δύσκολα θα πω
Που τα φοβούνται αρτιμελή χέρια
Στη τελική
Δεν πάθαμε και τίποτα
——————————————————————-

Βούτηξα λίγο το κεφάλι
Στο μελανοδοχείο
Και βουλιάξαν οι λέξεις
Το μόνο που μπορώ να γράψω
Είναι αυτό
Ξέχασα πια
Τι είμαι και τι κάνω
Μόνο παρέπεσαν έξω δύο – τρεις
Πνιγμένες φαίνονται
Ή κάνουν τις νεκρές
Ξέρεις αυτές είναι οι πιο επικίνδυνες
————————————————————-

mindances.blogspot.com

Percy Bysshe Shelley, Περί Ζωής

shelley-image

*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

ΕΝΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Αν η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού, τότε είναι σίγουρα πολύ πιο πολιτικό να ασχοληθούμε με την ποίηση ή και τη φιλοσοφία. Δυστυχώς, τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη δεν είναι άμεσα και αυτονόητα δεδομένες ως πολιτικός λόγος. Οι αίθουσες των catering και των εγκεκριμένων προϋπολογισμών χωρούν πολλούς «κρατικοποιημένους» ποιητές και πλήθος καθεστωτικών φιλοσόφων. Προς το παρόν. Γιατί οι εξουσίες δεν έχουν πραγματικούς φίλους και δικούς∙ μόνο συνεργάτες, που όταν δεν μπορούν πια να παράγουν ιδεολογία τούς πετούν στον δρόμο, χωρίς καν τις «νόμιμες αποζημιώσεις». Ποίηση και φιλοσοφία πράττουμε μόνον ως αυτόνομα, ανεπίτευκτα, ακατονόμαστα, αδιαβάθμητα υποκείμενα που στοχεύουν την αυτονομία, το ανεπίτευκτο, το ακατονόμαστο και το αδιαβάθμητο των άλλων. Και οι ριζικά πολιτικές αυτές πράξεις έχουν μια κάθετη προϋπόθεση: τη συνεχή αγωνία για το νόημα της ζωής και της ύπαρξης. Όχι τη συνεχή αναρώτηση, αλλά τη συνεχή αγωνία. Όταν αναρωτιέσαι για το νόημα της ζωής και της ύπαρξης, πραγματοποιείς το εφικτό. Όταν αγωνιάς, επιχειρείς το ανέφικτο, το πολιτικό. Τι νόημα έχει να δίνουμε εφικτές απαντήσεις στην κοινωνική αθλιότητα που δεν γνωρίζει όρια και προϋποθέσεις; Τι νόημα έχει να κατονομάζουμε την ευημερία ως υλική ευμάρεια; Η λογική της εξουσίας χρησιμοποιεί τα ονόματα ως σήματα σε άπειρους και άπειρα διασταυρωνόμενους δρόμους προς το ψεύδος. Ωστόσο, ακόμα και αυτή τη σημειολογική συνθήκη ‐για την οποία εργάζονται αρκετοί «ριζοσπάστες» διανοούμενοι‐ κάποτε την ξεπερνά.

Το κείμενο του Percy Bysshe Shelley είναι ένα από τα δοκίμια που σχεδίαζε και εγκατέλειπε, όταν έπρεπε να συνεχίσει με τα επιχειρήματα των απόψεών του. Αυτό που ήθελε να πει το είχε πει. Τα επιχειρήματα δεν ανήκαν σ’ αυτόν, αλλά στην τάξη της εξουσίας. Ας διαβαστεί με προσοχή. Περιέχει μερικές από τις ιδέες που συγκλόνισαν την σκέψη του δυτικού κόσμου. Ένα μόνο κείμενο κι αυτό ασυμπλήρωτο!

Η ΖΩΗ, ο κόσμος ‐ή όπως αλλιώς θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αυτό που είμαστε και νιώθουμε‐ είναι πράγμα καταπληκτικό. Η καταχνιά της οικειότητας μας κρύβει το θαύμα της ύπαρξής μας. Ορισμένες εφήμερες μεταβολές της μας αφήνουν κατάπληκτους, όμως το μέγα θαύμα είναι αυτή καθαυτή. Οι αυτοκρατορίες έρχονται και παρέρχονται, οι δυναστείες βουλιάζουν, παίρνοντας μαζί τους τις απόψεις που τις στήριζαν∙ τα θρησκευτικά και πολιτικά συστήματα γεννιούνται και σβήνουν. Μα τι είναι όλα αυτά μπροστά στη ζωή;

Τι είναι οι περιστροφές της σφαίρας που κατοικούμε, και οι λειτουργίες των στοιχείων που τη συνθέτουν, σε σχέση με τη ζωή; Τι είναι το σύμπαν των αστέρων και των ήλιων, ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγεται ετούτη εδώ η γη, και τι είναι η κίνηση και το πεπρωμένο τους, σε σύγκριση με τη ζωή; Η ζωή, το μέγα ετούτο θαύμα, δεν μας καταπλήσσει επειδή είναι θαυμάσια αυτή καθαυτή. Και είναι προτιμότερο να μας οχυρώνει αυτή η οικειότητα για ό,τι είναι τόσο προφανές και τόσο ανεξιχνίαστο, παρά να εγκαταλειφθούμε σ’ έναν θαυμασμό που θα γνωρίσει και θα περιβάλει με στείρο σεβασμό τις λειτουργίες του αντικειμένου του.

Αν κάποιος καλλιτέχνης ‐δεν λέω πραγματοποιούσε‐ απλά συλλάμβανε την ιδέα ενός ανύπαρκτου ηλιακού συστήματος με αστέρες και πλανήτες, και μας το παρίστανε με λέξεις ή στον καμβά, το μαγικό θέαμα που μας παρέχει το νυχτερινό άμφιο του ουρανού, στολισμένο με τη σοφία της αστρονομίας, τι μεγάλος που θα ήταν ο θαυμασμός μας. Ή ακόμα‐ακόμα αν φανταζόταν το σκηνικό τούτης εδώ της γης: τα βουνά, τις θάλασσες και τα ποτάμια∙ το χορτάρι, τα λουλούδια, και τις αμέτρητες φυλλωσιές, τόσο διαφορετικές καθεμιά στο είδος της, και τα χρώματα που παίρνει ο ουρανός όταν δύει ο ήλιος κι ανατέλλει ο ήλιος, και τις αποχρώσεις της ατμόσφαιρας, θολές και ταραγμένες ή διαυγείς και γαλήνιες∙ όλα αυτά που μέχρι τότε δεν υπήρχαν, θα μας κατέπλησσαν πραγματικά, και δεν θα υπερβάλαμε αν αναφωνούσαμε για τον δημιουργό τους: Non merita nome di creatore, se non Iddio ed il Poeta [Κανείς δεν αξίζει το όνομα του δημιουργού εκτός από τον Θεό και τον Ποιητή]. Όπως, πόσο λίγος είναι ο θαυμασμός με τον οποίο τα περιβάλουμε τώρα! Και μήπως η συνείδηση του μεγαλείου τους δεν θεωρούμε πως χαρακτηρίζει τα εκλεπτυσμένα και άκρως εξαιρετικά άτομα; Το ανθρώπινο κοπάδι πολύ λίγο ενδιαφέρεται γι’ αυτά. Έτσι είναι το πράγμα με τη ζωή, που αγκαλιάζει τα πάντα.

Τι είναι ζωή; Σκέψεις κι αισθήματα ‐θελητά ή αθέλητα‐ εγείρονται μέσα μας και γυρεύουμε τις λέξεις για να τα εκφράσουμε. Γεννιόμαστε, και δεν θυμόμαστε τη γέννησή μας, και μόνο θραύσματα των παιδικών μας χρόνων απομένουν στην μνήμη μας. Μεγαλώνουμε, κι όσο μεγαλώνουμε τόσο πιο ακατανόητη μας γίνεται η ζωή. Είναι μάταιο να σκεφτούμε πως οι λέξεις θα μπορούσαν να διαπεράσουν το μυστήριο της ύπαρξής μας! Όσο πιο σωστά τις χρησιμοποιούμε, τόσο πιο προφανή καθιστούν την άγνοιά μας για τους εαυτούς μας. Διότι τι είμαστε; Από που ερχόμαστε; Πού πηγαίνουμε; Είναι η γέννηση η πρώτη αρχή; Είναι ο θάνατος το κλείσιμο της ύπαρξής μας; Τι είναι γέννηση και θάνατος;

Οι πιο καλοδουλεμένες αφαιρέσεις της λογικής τροφοδοτούν μιαν άποψη για τη ζωή, η οποία, μολονότι εκπλήσσει αρχικά την σκέψη, κατασβήνεται εν τέλει από τη συνεχή επανάληψη των λογικών αρχών που την γέννησαν. Οι λογικές κατασκευές, αφαιρούν, ούτως ειπείν, την πολύχρωμη αυλαία από την σκηνή των πραγμάτων. Ομολογώ πως ανήκω σ’ εκείνους που δεν μπορούν να στερήσουν τη συγκατάθεσή τους στο συμπέρασμα των φιλοσόφων, οι οποίοι μας διαβεβαιώνουν πως δεν υπάρχουν παρά μόνο τα πράγματα που βλέπουμε.

Είναι μια κρίση την οποία ενάγουν όλες οι πεποιθήσεις μας, και χρειάζεται να περάσουμε από μακρά ακροαματική διαδικασία, πριν καταστούμε ικανοί να αποφανθούμε πως ο συμπαγής, απτός, υλικός κόσμος των εξωτερικών αντικειμένων είναι «πλασμένος από το υλικό που πλάθονται τα όνειρα». Οι εντυπωσιακοί εξωφρενισμοί της εκλαϊκευμένης φιλοσοφίας στο ζήτημα του πνεύματος και της ύλης, οι μοιραίες συνέπειές τους στα ήθη, και ο βίαιος δογματισμός τους σχετικά με την προέλευση όλων των πραγμάτων, με οδήγησαν αρχικά στον υλισμό. Αυτός ο υλισμός είναι ένα σύστημα που αποπλανεί εύκολα τα νεαρά και τα ρηχά πνεύματα. Παρέχει στους οπαδούς του τη δυνατότητα να μιλούν χωρίς να σκέπτονται. Με την πρώτη ευκαιρία, απαλλάχθηκα από μια τέτοια άποψη για τα πράγματα∙ ο άνθρωπος είναι ύπαρξη που ατενίζει μόνο τα υψηλά, «στρέφει το βλέμμα του στο πριν και στο μετά», «οι σκέψεις του περιπλανούνται στην αιωνιότητα», αποστρέφεται κάθε συμμαχία με το πρόσκαιρο και την αποσύνθεση: δεν μπορεί να φανταστεί τον αφανισμό του∙ υπάρχει μόνο στο μέλλον και στο παρελθόν∙ υπάρχει, όχι ως αυτό που είναι, αλλά ως αυτό που ήταν και αυτό που θα είναι. Όποιος κι αν είναι ο πραγματικός τελικός προορισμός του, υπάρχει μέσα του ένα πνεύμα που μαίνεται κατά του μηδενός και του αφανισμού. Αυτός είναι ο χαρακτήρας της ζωής και της ύπαρξης. Καθένας είναι ταυτόχρονα το κέντρο και η περιφέρεια, το σημείο στο οποίο αναφέρονται όλα τα πράγματα, και η γραμμή όπου κινούνται τα πάντα. Σκέψεις σαν τις παραπάνω, ο υλισμός και η εκλαϊκευμένη φιλοσοφία για το πνεύμα και την ύλη τις χαρακτηρίζει απλά ιδεαλιστικές.

Είναι παράλογο να μπούμε σε μια μακρά ανακεφαλαίωση επιχειρημάτων αρκετά οικείων σ’ εκείνα τα ερευνητικά πνεύματα, στα οποία μόνον οι συγγραφείς που ξέρουν να είναι δυσνόητοι διανοούνται να απευθυνθούν. Η πιο καθαρή και ρωμαλέα ίσως κατάθεση του ιδεαλιστικού συστήματος μπορείς να βρεθεί στα Ακαδημαϊκά Ερωτήματα [Academical Questions] του Sir William Drummond. Μετά από αυτήν την έκθεση, θα ήταν άσκοπο να μεταφράσουμε σε άλλες λέξεις αυτό που θα χάσει όλη την ενέργεια και τη λεπτή ισορροπία του, αλλάζοντας. Τα πιο διεισδυτικά πνεύματα, εξετάζοντάς σημείο προς σημείο και λέξη προς λέξη την εν λόγω έκθεση, δεν κατόρθωσαν να διακρίνουν στη συλλογιστική διαδοχές ιδεών που να μην οδηγούν αναπόφευκτα στο ίδιο συμπέρασμα.

Τι συνεπάγεται αυτή η παραδοχή; Δεν εγκαθιδρύει κάποια καινούργια αλήθεια, δεν μας δίνει μιαν εναλλακτική όψη της κρυμμένης φύσης μας, ούτε των ενεργειών ούτε αυτής καθαυτής. Η φιλοσοφία, βιάζεται να οικοδομήσει, αλλά έχει ακόμα πολλή δουλειά να κάνει, ξεριζώνοντας τα αγριόχορτα των αιώνων. Ένα βήμα κάνει προς το αντικείμενό της∙ καταστρέφει την πλάνη και τις ρίζες της πλάνης. Αφήνει αυτό που συχνά είναι χρέος του πολιτικού και ηθικού αναμορφωτή να αφήνει: ελεύθερο χώρο. Ανάγει το πνεύμα σ’ εκείνη την ελευθερία που θα έπρεπε ήδη να απολαμβάνει, αν δεν ήταν η εσφαλμένη χρήση των λέξεων και των σημείων, των οργάνων της ίδιας της δημιουργίας του. Λέγοντας «σημείο», εννοώ βέβαια αυτό που εν γένει αντιλαμβανόμαστε με το συγκεκριμένο όνομα ‐συμπεριλαμβανομένης της κοινής χρήσης του όρου‐ αλλά και αυτό που εγώ παραδόξως εννοώ. Με την τελευταία έννοια, σχεδόν όλα τα οικεία αντικείμενα είναι σημεία, που αντιπροσωπεύουν όχι μόνον τους εαυτούς τους, αλλά και πολλά άλλα, με την ικανότητά τους να εισάγουν μια σκέψη η οποία οδηγεί σε μια διαδοχή σκέψεων. Όλη μας η ζωή είναι μια εκπαιδευτική διαδικασία με αλλεπάλληλες πλάνες.

Ας ανακαλέσουμε για μια στιγμή στην μνήμη μας τι νιώθαμε όταν ήμασταν παιδιά. Πόσο σαφής και έντονη ήταν η αίσθηση που είχαμε για τον κόσμο και τους εαυτούς μας! Τότε βρίσκαμε ενδιαφέρουσες ένα σωρό περιστάσεις της κοινωνικής ζωής, που σήμερα δεν τους δίνουμε καν σημασία. Δεν είναι όμως σ’ αυτή τη διαφορά που θέλω να επιμείνω. Λιγότερο συχνά διακρίνουμε όλα όσα βλέπουμε και αισθανόμαστε από τους εαυτούς μας. Μοιάζουν, ούτως ειπείν, να συνιστούν μια ομοιογενή μάζα. Από αυτήν την άποψη, υπάρχουν άτομα που μένουν πάντα παιδιά. Όσοι αποτελούν υποκείμενα της κατάστασης που ονομάζουμε ονειροπόληση, νιώθουν σαν να εισχωρεί και να σβήνει η ύπαρξή τους στον κόσμο που τους περιβάλλει, ή σαν να απορροφά η ύπαρξή τους αυτόν τον κόσμο.

Δεν έχουν συνείδηση καμιάς διάκρισης. Τέτοιες είναι οι καταστάσεις που προηγούνται, ή συνοδεύουν, ή ακολουθούν μια συνήθως έντονη και ζωντανή εκτίμηση της ζωής. Καθώς οι άνθρωποι μεγαλώνουν, αυτή η δύναμη χάνεται μέσα τους, και μεταβάλλονται σε μηχανικά, συνηθισμένα εκτελεστικά όργανα. Έτσι, τα αισθήματα και οι συλλογισμοί είναι το σύνθετο αποτέλεσμα ενός πλήθους περίπλοκων σκέψεων, και μιας σειράς αυτού που ονομάζουμε εντυπώσεις, οι οποίες καλλιεργούνται με την επανάληψη.

Η όψη της ζωής που παρουσιάζουν τα λεπτότερα επεξεργασμένα συμπεράσματα της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας, είναι η ενότητα. Τίποτα δεν υπάρχει παρά μόνο αν είναι αντιληπτό. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο τάξεις διανοημάτων, που διακρίνουμε με τα ονόματα «ιδέες» και «εξωτερικά αντικείμενα», είναι απολύτως ασήμαντη. Ακολουθώντας τον ίδιο συλλογιστικό μίτο, η ύπαρξη διακριτών, ατομικών πνευμάτων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που είναι απασχολημένα με την έρευνα για την ίδια τους τη φύση, δεν μας οδηγεί παρά σε μια παραίσθηση. Οι λέξεις, εγώ, εσύ, αυτοί, δεν είναι σημεία κάποιας πραγματικής διαφοράς που υπόκειται του συνονθυλεύματος των διανοημάτων, τα οποία διακρίνονται με τα παραπάνω ονόματα, αλλά απλά σημάδια κατασκευασμένα για να δηλώνουν τους διαφορετικούς τροπισμούς τού ενός πνεύματος.

Ας μην συμπεράνει ο αναγνώστης πως αυτή η διδασκαλία εισάγει την τερατώδη υπόθεση πως εγώ, το πρόσωπο που τώρα γράφει και σκέφτεται, είναι το ένα αυτό πνεύμα. Δεν είμαι παρά ένα μέρος του. Οι λέξεις εγώ και εσύ και αυτοί είναι γραμματικές συμβάσεις, που επινοήθηκαν για να διευκολύνουν τους κανόνες, και απολύτως απαλλαγμένες από κάθε αίσθηση βίαιου αποκλεισμού, που συνήθως τους αποδίδουμε. Είναι δύσκολο να βρούμε όρους ικανούς να εκφράσουμε την λεπτή ιδέα που μας χάρισε η ιδεαλιστική φιλοσοφία. Βρισκόμαστε στο χείλος εκείνου του γκρεμού, όπου οι λέξεις μας εγκαταλείπουν, και δεν είναι άξιο θαυμασμού το γεγονός πως ζαλιζόμαστε κοιτάζοντας κάτω, στην σκοτεινή άβυσσο, που τόσο λίγο γνωρίζουμε!

Κανένα σύστημα δεν μπορεί να μεταβάλλει τις σχέσεις των πραγμάτων. Με τη λέξη «πράγμα» θα πρέπει να αντιληφθούμε κάθε αντικείμενο σκέψης, σαν να λέμε, κάθε διανόημα πάνω στο οποίο δημιουργείται κάθε άλλο διανόημα, με μια πράξη διάκρισης. Οι σχέσεις τους, ωστόσο, παραμένουν οι ίδιες. Να, λοιπόν, ποιο είναι το υλικό των γνώσεών μας.

Ποια είναι η αιτία της ζωής; Σαν να λέμε, πώς παράχθηκε, ή ποιοι παράγοντες ξεχωριστοί από τη ζωή ενέργησαν ή ενεργούν πάνω της; Όλες οι γνωστές μας γενιές των ανθρώπων καταπιάστηκαν με την επίμοχθη απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα∙ το αποτέλεσμα ήταν πάντα: Θρησκεία. Είναι απολύτως προφανές πως βάση όλων των πραγμάτων δεν μπορεί να είναι ο νους, όπως ισχυρίζεται η εκλαϊκευμένη φιλοσοφία. Ο νους, στον βαθμό που η εμπειρία μας δείχνει κάποιος από τις ιδιότητές του –αλλά και πέρα από αυτήν την εμπειρία‐ δεν συνιστά καν αντικείμενο διαλόγου, σχετικού με την προέλευση των πραγμάτων. Έχει, επίσης, ειπωθεί πως είναι η αιτία. Αλλά η αιτία είναι μόνο μια λέξη που εκφράζει μια δεδομένη κατάσταση του ανθρωπίνου νου, σχετική με τον τρόπο με τον οποίο δύο σκέψεις εκτιμάται πως σχετίζονται μεταξύ τους. Όποιος θέλει να διαπιστώσει την ανεπάρκεια της εκλαϊκευμένης φιλοσοφίας επί του μεγάλου αυτού ζητήματος, ας συλλογιστεί αμερόληπτα πάνω στον τρόπο με τον οποίο οι σκέψεις αυτο‐ δημιουργούνται στον νου του. Είναι απολύτως απίθανο να είναι αιτία του νου, της ύπαρξης –ούτως ειπείν‐ ο ίδιος ο νους.

Jacques Prévert, Ο χαμένος χρόνος

Μπροστά στην πόρτα του εργοστασίου

ο εργάτης σταματάει ξαφνικά

o ωραίος καιρός τον τράβηξε απ’ το σακάκι

κι όπως γυρίζει

και τον ήλιο ατενίζει

όλον κόκκινο όλον στρογγυλό

να χαμογελάει μέσα στον ουρανό του από μόλυβδο

κλείνει το μάτι

με οικειότητα

Για πες λοιπόν σύντροφε Ήλιε

δεν βρίσκεις

πως είναι μάλλον μαλακία

να δίνεις μία τέτοια ημέρα

σε ένα αφεντικό;

*Από τη συλλογή “Paroles” 1946

Michael Aiken reviews Ouyang Yu

yu-fwf

Fainting with Freedom
by Ouyang Yu

Five Islands Press, 2015

Ouyang Yu is a prolific writer whose combination of occupations – poet, novelist, translator, academic – gives some context to this book’s obsessive engagement with word, language and meaning. His biographical note mentions that he came to Australia at the age of 35, and there’s a pervasive trope in Fainting with Freedom of a stranger-in-a-strange-land’s curiosity for the materiality of language and its malleability: something akin to what Kerouac once alluded to when he described his relationship to English – a language he didn’t learn until he was eight – as a tool he could very consciously manipulate as necessary for effect and meaning. For Yu, this fascination is not limited to the experiences of a foreigner acculturating to a new socio-linguistic circumstance, but goes much further and deeper (presumably due in part to or concomitant with his work as a translator and teacher), investigating and playing with the complexes that emerge from the interaction back and forth between languages and his own movements across them. What emerges is a burgeoning sense of a meta-culture, not merely a bigger, hybrid, Chinese-Australian context, but a richer, more meaningful bilingual world available to those with the knowledge and awareness to perceive it.

For the rest of us, the contents of Yu’s poems offer tantalising windows into that world, especially in combination with his formal versatility. In form and style his poems are typically full of disruptive, unexpected lines, deploying enjambment, malapropism, skilful grammar (as well as wilful disregard for grammar) in service of profundity, humour, and intellectual interrogation. Moments emerge from Yu’s work as a translator and as a language teacher, and his fascinations capture not only an other’s perception of his second language and culture, but also a revision of his first language, and glimpses into parallels (as well as enormous divergences) between the two. There’s something enormously heartening about reading such a living, adventurous book published in English in Australia that can nonchalantly presume the relevance of a treatise on individual Chinese words or characters, or their relationship with English. Poems like ‘Talking about ’ and ‘Round’, with their matter of fact use and discussion of non-Latin characters, as well as non-European cultural referents, expand the palette of the possible for contemporary Australian poetry.

Perhaps the poem most emblematic of the book as a whole, ‘Round’ in particular wrestles with the inexactitude of translation, the ‘primitiveness’ of English and its inability to capture the nuance of a two-character Chinese word. The opening and closing stanzas summarise much of the story:

One student stood up and said,
“the subtle factor that makes live endurable” is not right
as the word “endurable” is not a correct
translation of the Chinese characters yuanhua

(…)

on his way home, the teacher was defeated again
when he thought of the impossibility of match
making the two languages in this single expression
that describes a person’s unctuousness, like oil or an eel

or that denotes life’s smoothness
in a round manner
as round
as a ball

Ostensibly about translation but produced for an English (only) speaking audience, this poem is as much about the futility of trying to express anything in any language, the flawed nature of language as a system, the unbridgeable difference between the uniqueness of individual aesthetic perception and the conventionality of language.

Elsewhere, at first encounter ‘Serendipity’ (particularly located as it is in a section called ‘Mathematics and Fog’) looks wilfully difficult, like a puzzle of typography as much as one of language:

it’s not that i don’t like it i actually do i mean the film that i saw tonight
it was actually a quite funny word when i first heard it
i thought it had something to do with being senile like senile dementia

It proves, however, to be quite a straight narrative about a night out at the cinema, a condensed memoir, meditating on this one word (and film of the same name) to explore the speaker’s relationship with life, work, marriage, friendship, and transnationalism. At its heart is the single brief line, ‘did you see it just for her?’, a question posed by the speaker’s wife that betrays a glimmer of tension in their marriage, a conceit that alters the light cast on every other part of the poem, demonstrating a deftness with narrative detail, just the right amount, that belies a novelist’s feel for drama. Such careful and attentive use of story, particularly in those poems in the book that are so strongly located in modern urban settings, combines with the linguistic play evident throughout the book, to offer a tangible sense of the here and now in which these works were created and exist.
Opening with ‘Manufactured by no one but this/Is a morning that harks back to 1787’, the poem ‘A cloud’ similarly manages to invoke multitudes from small, precise detail (in this case, mention of the year prior to British invasion invokes the Australia of pre-European colonisation and pre-industrialisation, in part as a proxy for pre-pollution). This starts a riff that culminates half way through the poem with: ‘The city that is changing rolling into/a nation that soon disintegrates and fragments/in multiple communities of digital photographs.’ Such striking power to sketch an entire national history from colonial pre-nationhood, through to the contemporary era of multiculturalism and social media, and tell it without dull prosaics, is one of the key powers of this book. Moments like these emerge continuously, seemingly effortlessly. Later in this same poem Yu flexes his talent for Steinian word play and linguistic interrogation, an awareness of the language as a toolbox or machine that can be repurposed through close and careful modification: ‘cloud and rain, cloud into rain/clout encapsulated in the rain’.

At times Yu’s urban lyric pieces recall Lorca with the quiet intensity of their observation, and the modest yet clever use of metaphor and simile. Such pieces also demonstrate an appreciation for one of the fundamental purposes of artistic experimentation: application. Where elsewhere in the book sentiment and content are overtaken by grammatical and linguistic play, in a poem like ‘The evening walk’, Yu’s awareness of the power to disrupt or extenuate meaning by manipulating word order, line breaks and voice, enables the poem to more deeply evoke experience in the reader. Line combinations like ‘the air is strong with horse/shit’ capture brilliantly the slow-seeping disruption of an idyllic rural moment by the dawning awareness at first of something bestial, and then more precisely of just which aspect of the beast is present. The delicate play and balance between humour and earnest quietude in this poem suggests the author is closely familiar with needing time for reflection in order to make art, while still living in the contemporary world. Similarly, ‘I’m feeling sad tonight’ manages to create a simultaneously earnest, deeply felt confessional moment, and a parodic critique of the same:

“I’m feeling sad tonight”
I turn around but see no-one saying that

“I must admit I have not felt this way for quite some time
As night is gathering its dark colours

The earth is taut and loud
With crickets like someone has switched a symphony on

Two died in the same year
Closest to my skin

I’m going somewhere else alone
To celebrate my 50th

Birth day
As he said he would do his 21st

A family of loners
In a rootless

Country
Loud again

Before death”
My heart lowers its head to listen.

It’s a quite extraordinary poem. The apparently arbitrary form – a blank line after every couplet – seems to contribute little until the final couplet, where two lines separated grammatically by the end of the quotation are brought together. That pairing drives home an intense profundity, the sort of brief, dashed-off moment of deep clarity characteristic of a lone poet like James Wright: “Before death’/My heart lowers its head to listen.” In turn, the use of the long-running quotation as a framing device emphasises the self-mockery of the opening lines, but particularly through that final coupling – half within the quote, half without – the same device also serves to intricately explicate the dichotomy a fearless experimentalist must feel when confronted with a desire to express earnest confession in verse. Yu’s slightly odd word manipulation – the synaesthetic ‘see no-one saying that’, or ‘Birth day’ as two words – recall once more his obsession with language play, but also evoke that ‘family of loners/In a rootless//Country’ and the cross-cultural uprooting (and perhaps attendant isolation) this poet has gone through. The use of ‘rootless’ in particular is strikingly clever, at once a near-cliché in keeping with the running parody of the confessional, but also so evocative of Australia and the strangeness of its vernacular – what does it mean in this particular culture to be alone and ‘rootless’ on a night of celebration? Indeed, to follow that word with the single-word line ‘Country’ approaches the Shakespearian in both bawdiness and skilful wordplay.
This book contains microcosms of alertness to the oddity of language as language, the arbitrary way meaning is distorted or inflected by unfamiliar acts of repetition, the use of phrases grammatically correct but somehow socially bizarre/inept, or the inappropriate use of passive or active voice. The actual subject of many of the poems is books and writing, literature or art as convention, with a particular concern for the non-creative aspects of the creative arts as an industry. In ‘Paintings’ for example, Yu calls out the exclusionary nature of acquired taste in a single line: ‘the eyes have to be trained but the names are more important’.

The second section of the book, titled ‘Leaf or fallen bank’, is preoccupied with questions of authorship and authenticity, while also making fun of arguing for a final position on these:
books, according to him, are not worth writing, having written one book that went back many centuries examining a time similar to ours in every aspect of time except the sound of their voices, which, unfortunately, have not been recorded, and the details that could not have been noticed by themselves or filed away (‘Books’)

As is so often the case in this book, here Yu seems to be revealing an endless fixation with investigating the absolute truth of things that are fascinating because they have no absolute truth.
The playful self-deprecation in this book feels honest without being earnest, self-critical without being self-effacing; subtle but showy. ‘Banality’ for example, makes art of email spam with a flight of fancy into the repercussions of seriously considering an unsolicited offer of marriage: ‘If I were to marry you I would have had to divorce (…) if I were to re-marry I’d have to bear/with all this day after day after night after night’, and ‘what is this based on except I stayed up late or went to the (online) market’, end the prevarications through banal email interactions with the closer, ‘I want to disappear into creative/banality just gauge how close the bin is to my brain’. Yu’s is an honesty that couldn’t be otherwise; the whole value of his investigations seems to be in getting to the truth, not of objective ‘fact’, but of subjective perception and reception. The minutiae of the everyday (and the timeless) are fair game in this endless, unending quest to expose the fact that the referent is always ultimately deferred. Life is in the living – or in the becoming, might be another way to put it.

The subjects in this book are unrepentantly contemporary, with references (and hyperlinks) to Wikipedia, current politics, and matters of popular culture like the SBS-syndicated Chinese dating show Feicheng Wurao. Amongst such material, the natural world also makes appearances, yet in characteristically unique ways. Yu’s ecopoetics is one of problematics, and both the inevitable collisions between human culture and nature, as well as the timeless disregard the former has for the latter, inform his investigations of each domain. In ‘Self publishing’, for example, he critiques our arbitrarily gate-keeping literary culture by noting that, ‘birds never remain quiet because they don’t get paid for calling’. After admonishing at length the ridiculousness of worrying about the legitimacy of self-publishing, and citing numerous canonical authors who are guilty of that very crime, he closes summarily with, ‘Now listen, to the rain self publishing again as it did 3000 million years ago,/on the page that is my roof’. Meanwhile in ‘Installation 001’ he indicts both our artificial sanctions on what is aesthetically valuable as well as our concomitant ignorant misuse of the natural world:
you want to cut this roadside slope with wild grass and a few trees and relocate
them into the national gallery

you want to cut that sky where a cloud is so big it bursts the car window and
install it inside the brain of the country

you want to pull the lone tree by the root and stand it in the middle of all galleries,
blocking the view

At once wholly contemporary and somehow timeless, Yu’s approach doesn’t interrogate the interactions between the human and ‘natural’ so much as expose the hierarchy: that is, the artificial and therefore apparently subordinate human world, subordinate to (or just a pale shadow of) the totalising essentialness of all-that-is-not-human. We might debate amongst ourselves whether self-publishing our art removes its value, but in the meantime the fundamental beauties of reality – rain, birdsong – don’t have time (or need) for such crises of worth; they simply are, they exist and they act because they must. Yu seems to be telling us: if your art is not a function of your essential self, if you need ponder whether you should be doing it, you probably shouldn’t.

This book as a whole zooms from the macro to the micro, the personal to the national, in a way that feels frantic, encyclopaedic, and entirely subjective. Reasserting the value of the subject in the living world seems to be a driving mission of the verse. Whether or not we can describe the ineffable, or comprehend it, to exist is to know the ineffable exists. This book is a celebration, a condemnation, and a defiant incitement to go with boldness, to be amongst it.

*Michael Aiken is a writer living and working in Sydney. His first book, A Vicious Example: Sydney 1934 1392k1-1811 1682k2 and other poems, was shortlisted for the NSW Premier’s Kenneth Slessor Prize for poetry.

**From Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au

Αλέξης Αντωνόπουλος, Προλαβαίνεις

626time

Να προλαβαίνεις.
Ούτε ένα να μη σου ξεφεύγει.

Δεν υπάρχουν σωστές λέξεις
γιατί οι λέξεις δεν είναι σωστές.

26 χρόνια (και κάτι)
μου πήρε να το μάθω.

Βιβλία με τεράστιες γραμματοσειρές
παρουσιαστές με γαλάζια ρούχα
δόντια βαμμένα

μιλάνε για σωστές λέξεις
αφού από τις λέξεις ζούνε.

Άσε τις λέξεις, δεν υπάρχει χρόνος.
Τόσα πολλά σού ξέφυγαν
ενώ της έγραφες πορτρέτα.

26 χρόνια (και κάτι)
αλλά επιτέλους ξέρω.

Να φιλάς κάθε της δάκρυ.
Ούτε ένα να μη σου ξεφεύγει.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπο http://www.alexantonopoulos.com

Ρω Δέλτα, (Τα) (Αν)Επίκαιρα, Εκδόσεις Ωκεανίδα

a05812a6ea54f32db80b865f7cd66f25_XL

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε, που η Κατερίνα Γώγου εμφανίστηκε στα γράμματα. Τότε, η οργισμένη ποιήτρια των Εξαρχείων παρουσίαζε κάτι το καινούργιο και πρωτόγνωρο για τα ελληνικά ποιητικά δεδομένα της εποχής. Από τότε έχουν ακολουθήσει αρκετές επίδοξες μιμήτριες, όμως, οι περισσότερες απλά μιμούνται χωρίς ταλέντο καταλήγοντας τις περισσότερες φορές σε μια απλή διαμαρτυρία χωρίς να έχουν να μας πουν κάτι το ιδιαίτερο.

Εξαίρεση στα παραπάνω είναι το βιβλίο της Ρω Δέλτα «(Τα) (Αν)Επίκαιρα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις: «Ωκεανίδα». Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που αν δεν κινδυνεύαμε να κατηγορηθούμε για ιεροσυλία θα τη χαρακτηρίζαμε εφάμιλλη αν όχι καλύτερη των ποιητικών συλλογών της Κατερίνας Γώγου και αυτό γιατί η Ρω Δέλτα δεν στέκεται σε μια απλή μίμηση, αλλά καταφέρνει να προσαρμόσει την οργισμένη ποίηση στην σύγχρονη εποχή της κρίσης και της παρακμής.

«(Τα) (Αν)Επίκαιρα» περιλαμβάνουν ποιήματα άλλοτε πολύστιχα και άλλοτε ολιγόστιχα, άλλοτε σε ελεύθερο και άλλοτε σε παραδοσιακό στίχο με μέτρο και ομοιοκαταληξία, άλλοτε σαν πεζά και άλλοτε σχηματικά, δείχνοντάς μας πως η ποιήτρια γνωρίζει καλά όλους τους τρόπους και όλες τις τεχνικές της ποίησης, και τις προσαρμόζει ανάλογα με τις απαιτήσεις του νοήματος, που θέλει να δώσει.

Η ποίηση της Ρω Δέλτα είναι χειμαρρώδης. Ακόμα και στα πιο πολύστιχα ποιήματά της δεν πλατειάζει, αλλά σα φουσκωμένο ποτάμι παρασέρνει τον αναγνώστη. Σαν την οργή, που θα ανατρέψει και θα πνίξει τους εκμεταλλευτές: «Η όξυνση των πεινασμένων / κορμιών / σαν θεριέψει / να δεις, ποιος σας σώζει…» Για την υποκατάσταση των αγώνων και τις υποσχέσεις του στυλ: Κάντε υπομονή και όλα θα αλλάξουν, θα ειρωνευτεί τραγικά: «Μη φοβάσαι, Το καλύτερο δεν έχει φτάσει / Ακόμα Υπομονή / Εν ευθέτω χρόνω η ανταμοιβή / Υπομονή ως τη δευτέρα παρουσία / Ως τότε, απουσία».

Ένα άλλο κοινωνικό ζήτημα, που απασχολεί την ποιήτρια είναι η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, που νιώθει απομονωμένος μέσα στο πλήθος, στη ζούγκλα της σύγχρονης πόλης και του κυβερνοχώρου. «Ξέρω τι συμβαίνει τα Σάββατα στους απομονωμένους», γράφει στο ποίημα «Εϊμυ», ενώ στο ποίημα «το εφάπαξ» θα γράψει: «5.000 διαδικτυακοί φίλοι – μα πούν ‘ν ‘τοι;;………», για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι: «είν’ η αναπηρία, που σου αφήνει κατάκοιτο το εγώ της προηγούμενης ζωής σου, κι ο εαυτός, που ξερίζωσες, για να επιβιώσει εκείνη…»

Το ερωτικό στοιχείο δεν θα μπορούσε να λείπει από την ποίηση της Ρω Δέλτα. Με πιο χαρακτηριστικό το ποίημα «Γυμνοί στα Βράχια», η ποιήτρια γράφει για έρωτα, που δεν γνωρίζει απαγορεύσεις και ψευτοηθικά διλήμματα. Η γυναίκα ορίζει το κορμί της κατά πως το θέλει η ίδια και όχι όπως το επιβάλλουν όσοι θέλουν να πνίξουν την ελευθερία.

Θα κλείσουμε εδώ, αυτή τη μικρή προσέγγιση στην ποιητική συλλογή της Ρω Δέλτα «(Τα) (Αν)Επίκαιρα» διαπιστώνοντας ότι η ποιήτρια καταφέρνει να συνδυάσει το επίκαιρο με το διαχρονικό και περιμένουμε να συνεχίσει να γράφει και άλλα ποιήματα γιατί όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η ίδια στο ποίημα της: «Επίλογος»: «Η Ζωή είναι Πάλη Όχι παραίτηση».

Alexandra Bakonika’s Poems in Greek and English

Mayanaam's avatarManolis

2Alex_andra
FROM THE BEGINNING

We met after some time
and it was as if we started from the beginning.
I surveyed your face
and didn’t manage to restrain
the desire which blazed
because it awaited your body,
the harmonic junctions and its lines.
I sought its weight,
I sought its rage.

ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΡΧΗ

Ύστερα από καιρό συναντηθήκαμε
κι ήταν σαν να ξεκινούσαμε
απ’ την αρχή.
Ανέτρεξα τη μορφή σου
και δεν πρόλαβα ν’ αναχαιτίσω
τον πόθο που φούντωσε,
γιατί περίμενε το σώμα σου,
τ’ αρμονικά δεσίματα και οι γραμμές του.
Γύρεψα το βάρος του,
γύρεψα τη λύσσα του.

PERFORMANCES

He impudently said to me:
“Your poems are flooded with sensuality and passion
and something related,
something exquisite
I expected from you
the few times we made love-
but I can’t conceal from you
that you have disappointed me”
For his own performance
in bed
and my appraisal of it,
he…

View original post 936 more words

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Στον εκτός μέτρησης χρόνο

GW352H265

Η ζωή μου επιτοίχια κραυγή
με τρεμάμενα γράμματα
και κόκκινο χρώμα

σκαρφαλωμένη σε πολυκατοικίες
σε μάντρες
στο αβυσσαλέο κενό

σινιάλο
μήνυμα
σε άλλη γλώσσα
στον εκτός μέτρησης χρόνο.

Αργύρης Μαρνέρος, Πέντε ποιήματα

elpida35

ΠΡΩΤΕΣ ΒΟΗΘΕΙΕΣ

ΓλυστράμεΠάνω στο δρόμο
Πατώντας τα λίπη
Που στάζουν
Από τα κρόσια
Της βελούδινης κουρτίνας
Πέφτουμε
Ουρλιάζουμε από πόνο
Ζητάμε βοήθεια
Και τότε μας ρίχνουν
Λάδι καυτό
Μέσα στο ανοιχτό μας
Στόμα.

***

ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟΝ

Κάθησε και παράγγειλε

Τον καφέ του
Την πάστα του
Τα τσιγάρα του
Τις πυτζάμες του
Τον ύπνο του
Το θάνατο του.

***

ΚΟΡΟΪΔΙΑ

Τα λουλούδια

Που φέρνουν
Στο μνήμα σου
Είναι 

Για να σε κοροϊδεύουν
Αφού η μύτη σου
Δε μυρίζει Πιά.

***

ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ

Την ώρα
Που έβγαζε τον επικήδειο
Ο πεθαμένος σηκώθηκε
Και τούκλεισε
Το στόμα.

***

ΕΠΙΣΗΜΗ ΑΡΓΙΑ

Τη μέρα της μοιρασιάς
Βρήκαν χίλιες δυό προφάσεις
Για να κρατήσουν κλειστό
Το μαγαζί
Τη μέρα της μοιρασιάς
Μας δώσαν άδεια υποχρεωτική
“Μετ’ αποδοχών”
Οδέποτε τις εισπράξαμε
Τη μέρα της μοιρασιάς
Την κάνανε γιά μας
Επίσημη αργία.