Γιώργος Πρεβεδουράκης, απόσπασμα από το “Κλέφτικο”

11895975_406661106190101_6893622461447331423_n

τι σόι κόκκαλα φοράει το σκοτάδι;
πώς είναι εκεί; έχει θρόισμα; εδώ —όπως τ’ άφησες—
φοράμε τ’ αλεξίσφαιρα —και καλά— μα η ζωή μάς σημαδεύει στο κεφάλι
πίσω από τους αριθμούς
στα σπιτίσια τσιγάρα μας —στα πνιγμένα ποτά μας
στα εξτραδάκια και στις ανάσες από συντάξεις προγονικές
στο βραδινό καυγά μας με μια σημαία λευκή καθώς πετάμε πετσέτα
σ’ ετούτη την κατάληξη κάθε παραμυθίας
κανένας δεν λυτρώθηκε από τη γραμμικότητα της αγάπης
κανένας δεν λυτρώθηκε από την κυκλικότητα της σιωπής
ανυπεράσπιστοι —οι μελλοζώντανοι και οι νεκροί—
ανυπεράσπιστοι —από το μίσος του «μεσαίου πολίτη» —
παντού και πάντα ανέτοιμοι για τον καιρό της ξηρασίας
σ’ ετούτο το ξεκίνημα της νέας παραμυθίας:
ψωμί-ανία-παιδοκτονία
δεν βρίσκει άσυλο το χαμένο τους σύνθημα
δεν είναι εδώ————————————-Πολυτεχνείο

ο Παττακός ζει κι ο Δεσποινιάδης θα τυπώσει το Κλέφτικο σε 500 αντίτυπα
—κρατάς το πιο πληγωμένο—
ο Γιώργος και η Φαίη ακροβατούν απλήρωτοι στα Άνω Ιλίσια
η Γιαγιά κοιτάζει τις κραιπάλες μας στωικά
έπαψε πια να τακτοποιεί τους νεκρούς της,

τελευταία φορά που σε συνάντησα ήταν στην ιδιωτική κλινική
μέσα στην έπαρση των ιατρικών επισκεπτριών
μέσα στη χυδαιότητα των χορηγών με τις μπροσούρες,
ωχρό κορίτσι —αναίσθητο— στο θάλαμο οξυγόνου, τα περιστέρια γουργούριζαν — αφόρτες κοινοτοπίες — στο φωταγωγό
κι απ’ το σταχτί σου κρανίο έφεγγαν οι φέβες των ηττημένων,

πάει καιρός, μα ο πόλεμος αναάμεσα στους ανθρώπους δεν λέει να τελειώσει
Θεία Χάρις.

*Απόσπασμα από τη συλλογή “Κλέφτικο”, εκδ. Πανοπτικόν, 2013 (σελ. 31-32).

Τάσος Λειβαδίτης, Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

11892213_820442388077232_2030696007676006350_n

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.
Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ΄τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν
ανύποπτα στις πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος. Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος. Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
γράμμα στη μάνα σου
Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη :
Ειρήνη
σα ναγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, εμιγκρέδες Ι/ η τύφλωση

img_2488

Κι αφού βαδίζαν εικοσιδυό μερόνυχτα/
λυτός ο ήλιος, αδέσποτο σκυλί/
κι η νύχτα δαγκανιάρα/
δεμένα τα βρέφη στο βυζί τους,
ανδράποδα/
και το στόμα ξερό σαν τη γενέθλια στάχτη/
αντάμωσαν μ’ ένα βοσκό σκαμένο/
όπως τον γύριζε ο λίβας/
με σημάδια των ωρών των πρώτων/
μια φωτιά στροβίλιζε τον κάμπο/
καμωμένη από άνθρωπο/
ουτιδαμή μα φρέσκια/
και τα πρέκια ασπρίζαν απ’ τον πασχαλινό ασβέστη/
μα νερό πουθενά/
στο στήθος του έλαμπε η λαχτάρα του πόντου/
(σα να λέμε του πνιγμού)
ένα μόνο παιδί από το κοπάδι του/
που είχε τα κέρατα γυρισμένα στο γάστρι/
αντιμίλησε/
μα ο χρόνος δεν ήταν προς συζήτηση/
όταν κοντεύει/
κοντεύει/
έτσι ξεπέζεψαν τα ζώα/
με το στέρνο γυρισμένο στη φωτιά/
τα μάτια δεμένα, έτοιμα/
κι έψελνε ο άνεμος μια ραψωδία υγρή/
σα ρέμα σε αρκουδοσπηλιά/
μα πάλι νερό πουθενά/
μόνο το μέλι απ’ τα φιλιά της μάνας τους μες στη βροχή/
μόνο τα δαγκωμένα χείλια/
Ξάφνου άστραψε δια μιας κι όλοι τυφλώθηκαν/
και μια θάλασσα γεννήθηκε απέραντη/
έτοιμη να χωρίσει/
κι ας έδειχναν οι ασπάραγγοι αιώνια αγκαλιασμένοι/
ενώ μια γριά τροφός έβραζε το γάλα/
τα δάκρυά τους/
κατακόκκινα θα επέπλεαν πηχτά/
στην ταπεινή μαρμίτα/
από δω κι εμπρός/
Έναν έναν τους οδήγησε στις βάρκες/
ενώ μασούλαγε μια φράση απ’ το Νεκρονομικόν:
όταν στραφεί ο καιρός σαν το σκορπιό/
και τσιμπήσει τα ίδια του τ’ αρχίδια/
λιώνει ο άνθρωπος στο χώμα δυσκολότερα/
και η ψυχή έλκεται από το ξένο φως/
σα μια μιγάδα ακρίδα:
αναποφάσιστη στα στάχυα/
μα είναι σκύλα η ξενητιά/
σαν έχεις μάτια να θυμούνται το άγιο χώμα/
photo: Umbo (Otto Umbehr) (German, 1902-1980)
Mystery of the Street (Mysterium der Strasse)
1928
Gelatin silver print
11 7/16 x 9 1/4″ (29 x 23.5 cm)
The Museum of Modern Art, New York
Thomas Walther Collection. Gift of Shirley C. Burden, by exchange

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του Κων. Λουκόπουλου στο http://loukopk.wordpress.com/2015/08/23/%CE%B5%CE%BC%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%AD%CE%B4%CE%B5%CF%82-%CE%B9-%CE%B7-%CF%84%CF%8D%CF%86%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7/

Γιάννης Ποταμιάνος, Μεσόγειος τάφρος ΙΙΙ

1-99c6dd20fd

Όχι δεν είναι κόκκινο δάκρυ φεγγαριού
αυτό το κύμα
Ούτε καν αίμα λαβωμένου δελφινιού
Μόνο είναι βλύσμα της αρτηρίας
ενός ονείρου

Αυτό το κόκκινο της θάλασσας
δεν είναι καθρέφτισμα της Ανατολής
δεν είναι ανάκλαση της δύσης
είναι φθηνό αίμα ανθρώπινο,
ανταλλάσσεται
σε συμφέρουσα τιμή με το πετρέλαιο

Έ σεις Άνθρωποι
η Μεσόγειος θάλασσα κοκκίνισε
Ξυπνήστε
Αυτό το κόκκινο δεν είναι του Ήλιου
μηδέ του φεγγαριού
είναι αίμα ανθρώπινο
βλύσμα της αρτηρίας ενός ονείρου
για ένα κόσμο δίκαιο κι ελεύθερο

Ξυπνήστε Άνθρωποι
οι ξεριζωμένοι
πνίγονται στη Μεσόγειο τάφρο
στην Αγορά η ζωή τους ανταλλάσσεται
σε συμφέρουσα τιμή με το πετρέλαιο

Ξυπνήστε
όταν η Αφρική αιμορραγεί,
όταν η Ασία αιμορραγεί
η μεσόγειος κοκκινίζει
Κι η Ευρώπη θα «νίπτει τας χείρας της»
στο αίμα

25 Απριλίου 2015

Yvan Goll, Δύο ποιήματα

414MgOZ091L._SX351_BO1,204,203,200_

Στα χωράφια της καφουράς

Στης καφουράς τα χωράφια κατοικείς
Στους βάλτους του ιωδίου ξανανιώνεις
Τα καστανά ρακιά της ρίζας
Σε τρέφουν πιο καλά κι από τις στάμνες του ήλιου.

Μιας λαμπάδας η φλόγα στο λάδι των ματιών σου τρέμει
Μια φωτιά παίζει φλάουτο και ταμ-ταμ:
Των προγόνων τα κόκκαλα χορεύουν στο πανηγύρι της σήψης.

Το ντελικάτο κίτρινο λολούδι
Που κάθε χίλια χρόνια ανοίγει
Ξετυλίγεται αργά απ’ το θώρακά σου

***

An Claire-Liliane

Αγαπημένη, εσύ είσαι το άστρο μου
Στη δεξιά σου όχθη στέκεται το παρελθόν
Στην αριστερή σου όχθη ορθώνεται το μέλλον
Καθώς ρέουμε μαζί τραγουδάμε το παρόν.

Μας παρακολουθούν με το βλέμμα τα δέντρα της σήψης
Πετούν μακριά μας τα πουλιά της απολύτρωσης

Στο δεξί σου μάτι είμαι διαμάντι
Στο αριστερό μου μάτι είσαι βελούδινη

Ο ήλιος γλιστράει στο δεξιό σου ώμο
Το φεγγάρι σαπίζει στο αριστερό μου χέρι

Αγαπημένη, εγώ είμαι το ποτάμι σου
Κυλώντας μαζί σωπαίνουμε το παρόν

*Από τη συλλογή “Ονειροχλόη”, εκδόσεις Στιγμή, 2002. Μετάφραση: Δ.Π. Παπαδίτσας.

Δήμητρα Καραφύλλη, Τρία ποιήματα

10580031_743713952368644_2152126028087897403_n

Άτιτλο

Το όνειρο:
Ονειρεύτηκε
ότι βρήκε ένα μαργαριτάρι.
Το θαύμα:
Ξύπνησε
κρατώντας το ακόμη
στην παλάμη του.

***

Τα καλώδια

Γράφω γι’ αυτά που αγαπώ
Αγαπώ τη θάλασσα, τη γη, τον αέρα.
Αγαπώ το λευκό, το κόκκινο, το κίτρινο, το μαύρο.
Αγαπώ την Αλήθεια, την Ειρήνη
τη Σοφία, την Ελευθερία
τη Ζωή, τη Νίκη, την Αθανασία.
Αγαπώ τα καλώδια, τα μικρόφωνα, τα τερματικά
τους αλλοιωτικούς καθρέφτες
που με δείχνουν ψηλότερη.
Τους φακούς με βελτιωτικά φίλτρα
που αναδεικνύουν το… αψεγάδιαστο προφίλ μου.
Τα πλάνα που προβάλλουν τη φουντωτή μου ουρά
και κρύβουν τα ισχνά μου πόδια.

***

Ομερτά

Σκιούλα μου πολύχρωμη, ανατρεπτική
καθόλου δεν μοιάζεις σαν γκρίζος διώκτης.
Στον ήλιο ορκίστηκες να μου είσαι πιστή
να μη με προδώσεις.

Ντουέτο παλιάτσων στην ίδια σκηνή
ποτέ δεν μ’ αφήνεις στα φώτα μονάχη
μαζί μου θα χάσεις μια μέρα κι εσύ
την άνιση μάχη.

*Από τη συλλογή “Στο βάθος κήπος”, εκδ. Αρκαδικός Κήρυκας, 2011.

karafili

Ας αφήσουμε τους συμπολίτες στην ησυχία τους

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ's avatarΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

aw

Ας αφήσουμε τους συμπολίτες στην ησυχία τους.
Ας αφήσουμε τους χριστιανούς στα ευχέλαια
και τους νυμφομανείς στις παρελάσεις.
Ας αφήσουμε τα κηρύγματα και τα ποιήματα
και τα δόλια γραπτά.
Ας αφήσουμε τον κοσμάκη στην κοσμάρα του
και τον κόσμο στα βιβλία.
Ας αφήσουμε τις νοικοκυρές στη μαγειρική τους
και τα μαθηματικά στους πονηρούς.
Ας αφήσουμε το χάος στη θέση του
και τα μουνάκια στα βρακιά τους.
Ας αφήσουμε τα χαράτσια στο κράτος
και τους πεινασμένους στην εκκλησία.
Ας αφήσουμε το λήθαργο των συμπολιτών μας στην ιστορία
και το φεγγαράκι πίσω απ’ τα σύννεφα.
Ας αφήσουμε το φίδι στον κόρφο της ομορφιάς
και την ομορφιά στα χέρια του διαφημιστή.
Ας αφήσουμε να μιλήσουν οι πέτρες.
Ας αφήσουμε να γίνουν θαύματα.
Ας αφήσουμε το Χριστό και το Βούδα
να γίνουν πρόεδροι των κρατών.
Ας αφήσουμε τη ζωή μας στα χέρια των σοφών.
Ας αφήσουμε τα στομάχια μας στη χημεία
και το θάνατο…

View original post 281 more words

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, οι μέρες της κρίσης

Robert Rauschenberg, Άτιτλο

Robert Rauschenberg, Άτιτλο

Τα σκυλιά γαβγίζουν,
πνίγουν γάτες,
τις τρώνε με λουλούδια,
φτύνουν τα δόντια και φυτρώνουν
λευκές λευκές ταφόπλακες.

Οι άνθρωποι στον δρόμο κουρνιάζουν
ο ένας στο στομάχι του άλλου
για να ζεσταθούν,
πλακώνονται και θάβονται
απ’ τα αστέρια που πέφτουν.

Η μάνα μου στη γωνιά
κλαίει,
καθαρίζει δύο μεγάλα
κόκκινα
μάτια.

*Από τη συλλογή “Ανεκπλήρωτοι φόβοι”, Εκδόσεις Πολύτροπον, 2012, σελ. 43. Η εικονα της ανάρτησης προέρχεται από το ιστολόγιο της Έλενας Πολυγένη http://elenapoly.blogspot.com

Λίνα Φι, η πτώση (μια πρωτομαγιά)

Λινα Φι

γελάς.
έχεις συνηθίσει να ελέγχεις τη βαρύτητα
κι έτσι όταν χάνεις το βήμα σου
η γρήγορη έλξη της σου φαίνεται αστεία.
σκέψου.
τις μικρές αυτοκτονίες
που ανεπιτυχώς διαπράττουμε σε κάθε τρέξιμό μας
χωρίς μειδίαμα
προς αποφυγήν φονεύσεώς μας
-συνειδητή επιλογή της πτώσης-
κάγκελα που ανεπιτυχώς πηδάμε
μακροβούτια σε παγκάκια
γευσιγνωσία της ασφάλτου
μα σηκωνόμαστε ξανά.
και τρέχουμε πιο γρήγορα…
κανένας πόνος
και το αίμα…
συνηθισμένο
το ίδιο χρώμα έχει ξανά,
πάλι καλά θα είμαστε στο τέλος
αφού σηκωθούμε
κι αφού έτσι κι αλλιώς
ο ένας τον άλλον θα έχουμε ό,τι γίνει…

*Από τη συλλογή “δημιουργικό μηδέν’, εκδ. προςποίηση. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της orgbalmaria και περιλαμβάνεται στην έκδοση.

Ντ.Ντ. Μ. Φαντούλ, Mantel piece

ΝΤ. Ντ. Φαντούλ

Περπατούσα μ’ ένα παλιό μου φίλο
Κατεβαίνοντας μερικούς δρόμους
Μιας παλιάς γνώριμης πόλης
Και μου είπε αυτή την ιστορία
Για μια γριά Σκωτσέζα παλιογυναίκα μάγισσα
Σκοτώνοντας την ώρα συνήθιζε να κάθεται και να τραγουδά
Ω, εγγονέ μου
Ω, εγγονέ μου
Γύρνα πίσω στην κοιλάδα εγγονέ
Δεν έχω αποσκευές
Δεν διασκεδάζω
Δεν μου κάνει κακό
Μόνο ένα παλιό απομεινάρι ρολογιού
Δεν μου κάνει κακό
Και με βοηθάει όχι και τόσο πολύ
Αλλά συνεχίζει και συνεχίζει και συνεχίζει
Γύρνα σε μένα εγγονέ.

*Από τη συλλογή “Η κραυγής της γέννησης”, αυτοέκδοση, Αθήνα 1988. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι του ποιητή και περιλαμβάνεται στην έκδοση.