Κυριάκος Ραμολής, Τρία ποιήματα

3

Η αναβολή μιας συνομιλίας

Συνάντησα στο κατώφλι της οικίας μου τον παραστάτη
θάνατο. Διαβεβαιώνω τους ποιητές πως οι λαϊκές δοξα-
σίες που τον νομίζουν γέροντα δεν ισχύουν. Ο θάνατος μου
παρουσιάστηκε ως έφηβος. Είχε λυμένα τα πυρόξανθα
μαλλιά του (είχαν θρέπει ωστόσο με το χρόνο). Τρόμαξα
από την ομορφιά του και κλείδωσα την πόρτα μου.

***

Εγκόσμιο μπιχλιμπίδι

Δρω και δράττομαι
των περιοχών στο ρολογάκι μας
ορώ ό,τι ορίζεται
μα θυμάμαι μόνο την Τάξη
Γεννήθηκα από θρησκοληψία
στου ζωντανού τον πόνο
Έφηβος τώτα πια στερεώνω
όσες πνοές αντιλαμβάνω
δίχως δομές ή πέρατα

***

Της Αποκάλυψης

Πορδές γενναίες του φτωχού
στα χάσματα απλωθείτε
το μεσημέρι επίορκος
θα αρπάξω κεραυνούς
Πριγκιποπούλες φίμωτρα
στα ανθίδια θα φιλάνε
χοντροί βρικόλακες
θα πίπτουν οι θεοί

*Από τη συλλογή “Πυράγρα”, εκδόσεις Πανοπτικόν, 200
5.

Βαγγέλης Ρουσσάκης, Που αγαπήθηκαν

11903945_10206720823392986_1121171788784304900_n

Ήχος παλιός, αγαπημένος
Στο γεμάτο αράχνες γραμμόφωνο.

Γνώριμος σαν από πάντοτε
Άναρχος, ατελεύτητος.

Στο μυαλό να γυρίζει
Σαν αδιόρατη παλινδρόμηση

Του νόστου που εκπλήρωσες
Για μια στιγμή.

Χωρίζουν οι ζωές
Των ανθρώπων που αγαπήθηκαν.

Το τραγούδι των ερώτων μας συνεχίζει να παίζει
Τ’ ακούς;

Voltarine De Cleyre, Γραμμένη με κόκκινο

de_cleyre

Στους ζωντανούς νεκρούς
του μεξικάνικου αγώνα

Γραμμένη με κόκκινο η μαρτυρία τους μένει
για να τη δουν οι θεοί όλου του κόσμου·
στον τοίχο του ολέθριου, χέρια δίχως σώμα
έγραψαν “Upharsin” (1) και φλογισμένα σημάδια
φωτίζουν το σύνθημα: «Αδράξτε τη γη!
Ανοίξτε τις φυλακές, κι απελευθερώστε τους ανθρώπους!»
Αναζωπυρώνονται οι λέξεις των νεκρών
γραμμένες με κόκκινο.

Οι θεοί του κόσμου! Τα στόματά τους τώρα βουβά!
Τα όπλα σας μίλησαν, κι αυτοί γίνηκαν στάχτη.
Όμως οι ξεσκισμένοι Ζωντανοί, με τις καρδιές μουδιασμένες,
ένιωσαν μέσα τους το χτύπο ενός αναστάσιμου τυμπάνου
-στη διάλεκτο των Νεκρών- να τους καλεί:
«Ξύστε την αρχαία σκουριά!»
Είδαν «Ανέστη», τη λέξη των Νεκρών
γραμμένη με κόκκινο.

Σήκω ψηλά, πανώρια φλόγα!
Ψηλά στους ουριανούς, όλοι να σε δουν.
Σκλάβοι του Κόσμου! Κοινός ο σκοπός·
μια η προαιώνια καταισχύνη – ένας ο αγώνας!
Στο όνομα Ενός -του Ανθρώπου-
αγωνιζόμαστε να ελευθερώσουμε τους ανθριώπους!
«Εξαγνίστε για μας τη Τη!» ακόμα καίνε οι λέξεις των Νεκρών
Γραμμένες με κόκκινο.

Σικάγο 1912

*Αυτό ήταν το τελευταίο ποίημα της Voltairine De Cleyre (Βολταιρίν ντε Κλερ).
(1) Η λέξη «Upharsin» είναι βιβλική με μυοτηριιώδες περιεχόμενο, και σημαίνει «the writing on the wall».
**Το ποίημα προέρχεται από το βιβλίο «Voltairine De Cleyre Γιατί είμαι αναρχική», Εκδόσεις Σοφίτα, 2014, σε έρευνα και μετάφραση Γιάννη Γ. Μπαζού και εισαγωγή Αργύρη Αργυριάδη.

Γιάννης Ζελιαναίος, σ’ ένα χαρτόκουτο στην Πατησίων

p115-960x640-680x453

Είναι εδώ και κάμποσο καιρό

που δεν αισθάνομαι τίποτα,

το σώμα μου είναι προέκταση χαρτόκουτου

κι αυτή η φυλλάδα

κρατάει το κρύο μακριά απ’ τα εντόσθιά μου.

Τα βράδια για να κοιμηθώ

χρειάζομαι το μπουκάλι με το ούζο

που όταν είμαι τυχερός έχει ρακί

κονιάκ κηδείας

και στις καλύτερες τσίπουρο

χαρισμένο από καφενείο.

Ονειρεύομαι ήλιο

μα στο τέλος της ημέρας υποφέρω

και φοβάμαι μη χάσω κάνα δάχτυλο.

Οι άνθρωποι είναι τρελοί

αλλά κοιτάζουν εμένα σαν τρελό

οι άνθρωποι κάνουν ένα σωρό παρανοϊκά πράγματα
και μυξοκλαίνε για το κάθε τι

τα ψιλά στις γιορτές γίνονται χοντρά

οι σταυροί βοηθάνε την πείνα να χορτάσει

η βροχή αμαρτάνει τα κορμιά τους

κι όταν λένε πως βρήκαν ένα δρόμο

απλά δεν έχουν προλάβει τίποτα.

Νοιάζομαι για το κρύο

τις κόρνες και τις εκρήξεις στα σκουπίδια

που η λάβρα ζυγώνει το φαΐ μου,

ένα λουκάνικο από σάντουιτς βγαλμένο

κρεμμύδι με σκυλόσκατο

τυλιγμένο με απόκομμα στοιχήματος χαμένου

και θέρμη απ’ τον Πινόκιο κρεμασμένο

με τα ξύλινα τρεμάμενα ποδάρια του

προσάναμα για μένα.

Καμιά φορά νιώθω κάτι

για τη μαύρη πουτάνα της Τρίτης Σεπτεμβρίου

μ’ αμολημένο το βυζί στα δύο

τα λευκά της δόντια

φως σε καύλες

το χορό του γέλιου της

αφού έχει σνιφάρει

και βλέπει κοιλιές, αρχίδια

και σηκωμένες υποσχόμενες ψωλές.

Την βλέπω λες κι είμαστε στην ίδια κοιλάδα

στην ίδια πόλη
στην ίδια μοίρα

να μας κοιτάζει το μάτι που δε θέλουμε να μας κοιτάζει

όταν η λύπηση κι η ικανοποίηση δεν έχουν καμία διαφορά.

Βλέπεις είμαι ένας hobo που λένε οι αμερικάνοι

ολόκληρης γενιάς κουλτούρα

που έγραψε, ήπιε και πέθανε.

Εδώ δεν είμαι τίποτα

παρά μονάχα ένας αλήτης

το επιχείρημα της πείνας

από σαπιοκοιλιάδες και μαυροφορεμένους με κουκούλες

που καίνε το φαΐ μου.

Δεν με νοιάζει

ποτέ δεν με ένοιαξε.

Δώσ’ μου ένα χαρτόκουτο

λίγο αλκοόλ να ζεσταθώ

μια χαλασμένη τυρόπιτα

μια είσοδο μαγαζιού

μια αλυσίδα ξεκλείδωτη

τρεις γόπες ατελείωτες

και μακριά από μένα το

Για όλους έχει ο θεός.

*Από το «Μισό λίτρο κονιάκ στην Πατησίων», Μακάριοι οι Σκύλοι του Οινοπνεύματος (2015).
Feature photo: http://popaganda.gr/ti-simveni-sta-prosfigika/
Ποιημα και εικόνα της ανάρτησης από το http://athensinapoem.com/2015/08/22/%CF%83-%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%AF%CF%89%CE%BD/

Μάρκος Μέσκος, Λεμονάδικα

Screen+Shot+2015-08-25+at+8.52.42+PM

%CE%9C%CE%95%CE%A3%CE%9A%CE%9F%CE%A3+%CE%9B%CE%95%CE%9C%CE%9F%CE%9D%CE%91%CE%94%CE%99%CE%9A%CE%91+1961

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης, Δεκέμβριος 1961.
**Εδώ αναδημοσίευση από το “¨Εντευκτήριο”. Η εικόνα της ανάρτησης είναι δουλειά του Διαμαντή Διαμαντόπουλου.
http://entefktirio.blogspot.com.au/2015/08/1961.html

Γιώργος Γκανέλης, Διάσπαση

Artwork: Tadeusz Kantor

Artwork: Tadeusz Kantor

Μπόχα και αυταρέσκεια
Σωρηδόν οι παραιτήσεις
Πέφτουν τα οδοφράγματα
Κι οι ουρανοί στο κεφάλι
Αν ήμουν θεός θα φρόντιζα
Να ασκούμαι στο καράτε
Με μαύρη ζώνη γυναίκας
Ξεκινάν οι επαναστάσεις
Ορατός στα γεράματα
Ο κίνδυνος παλιμπαιδισμού
Σε εγρήγορση οι συνιστώσες
Αποδομούν τον εφησυχασμό
Πρόβατα υψηλής ευφυίας
Ξεκλειδώνουν το μαντρί
Βελάζουν με νόημα στην κάλπη
Τα κέρματα ζητούν εντοπιότητα
Τα χαρτονομίσματα ευθανασία.

(26-8-2015)

Ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια


944771_165370226989583_1170502585_n

Υπάρχει ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια

νούμερο 27…. σχεδόν καινούρια…

γιατί στο εσωτερικό τους φαίνεται ακόμα

το εμπορικό σήμα του εργοστασίου…

Υπάρχει ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια…

ήταν από ένα παιδί.. τρία και μισό ετών…

Ποιος ξέρει τι χρώμα ήταν τα μάτια του

όταν έκλαιγε..

αλλά τα δάκρυά του μπορούμε να φανταστούμε

ξέρεις πώς είναι να κλαίνε τα παιδιά
ακόμη και τα πόδια του μπορούμε να φανταστούμε

με τον αριθμό 27 παπούτσι

επειδή… δεν μεγαλώνουν τα πόδια των νεκρών παιδιών!

Υπάρχει ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια

σχεδόν καινούρια…

γιατί τα πόδια των νεκρών παιδιών

δεν φθείρουν τις σόλες…

Pray for Syria…

*Δεν γνωρίζω ποιος/ποια είναι ο συγγραφέας του ποιήματος. Το ανέσυρα από την σελίδα της Victoria Letta στο facebook, η οποία φαίνεται ότι το “δανείστηκε” από τη σελίδα “Μάτια μου” στο ίδιο μέσο. Όπως και να έχει, το μεταφέρω εδώ μαζί με την εικόνα της ανάρτησης.

Georgia Trouli, With unbearable blue

DSCN0945

WITH UNBEARABLE BLUE

You’ll take all tiny veins
And
The arteries of an earth
Now that an old dear will be refolding
Abundance into colour
And
With a radiograph
Thus faintly shall you diffuse
At the base of sensual pleasure
The International Blue Klein

ΜΕ ΑΝΥΠΟΦΟΡΟ ΜΠΛΕ

Θα πάρεις όλες τις μικρές φλέβες
Και
Τις αρτηρίες μιας γης
Τώρα που γεώ γριά θα αναδιπλώνει
Την πλησμονή σε χρώμα
Και
Με σκιαγραφικό
Τόσο αχνά θα διαχύσεις
Στη βάση της ηδονής
The International Blue Klein

*Το ποίημα προέρχεται από τη συλλογή “ακρογωνιαία πορεία στο και”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη 2012. Μετάφραση στην Αγγλική: Γιάννης Γκούμας.

Αντώνης Στασινόπουλος, Δύο ποιήματα

vitelloni

Ρομπότ εξαπολύουν ακτίνες λέηζερ
Η τελευταία καλύβα ενός ρακοσυλλέκτη
φλέγεται
Συνεχή χτυπήματα.
Χυμένοι εγκέφαλοι έξω από τις καταστάσεις
Άγραφη ιστορία
πνιγμένη στη μήτρα της γέννησής της
Έγχρωμες διαστάσεις
Εμμετός στη μέση του δρόμου
Προεδρική λιμουζίνα έρπεται,
φίδι επικίνδυνο,
χιλιάδες χρόνια πριν σε ώμους
Μορφή πρωτεϊκή
Ένας τρελλός λιθοβολείται
Αλλαγή σκηνικού
Η Δημοκρατία νίκησε.

Τα παιδιά φεύγουν μακρυά
Σκιές αγριμιών αποτυπώνονται
σε ξεφτισμένους τοίχους
Καραβάνι σιωπηλό στην θύελλα των
έρημων πόλεων, σκελετούς οδηγών προσπερνά
χωρίς χάρτες, χωρίς εμπορεύματα
να πραματευτεί
Φορτίο βαρύ κουβαλάει
Τα παιδιά φεύγουν μακρυά
Καραβάνι σιωπηλό στη θύελλα των
έρημων πόλεων.

*Από την πρώτη συλλογή του ποιητή “Εκπέμπουμε στους αναρίθμητους σκλάβους ανά δευτερόλεπτο”.