Αναρτήθηκε το 24o  τεύχος του Poeticanet

unnamed-1

Αγαπητοί φίλοι,

Αναρτήθηκε το 24o  τεύχος του Poeticanet. 

Στο εξώφυλλό του, ο  ζωγραφικός πίνακας υπογράφεται από την εικαστικό Κατερίνα Μαμάη



ΤΟ SCRIPRORIUM υπογράφει η Άννα Γρίβα.

Από τα περιεχόμενά του επισημαίνουμε:

Το Αφιέρωμα:

 ΠΕΡΙ ΖΩΩΝ ΓΛΩΣΣΑΣ 
Με ποια γλώσσα να μιλήσει κανείς για τα ζώα;
 Με ποια γλώσσα να μιλήσεις κανείς στα ζώα;  

Ποιήματα που αναφέρονται σε ζώα 


Εισαγωγή: Άννα Γρίβα

Επιμέλεια: Μάρω Παπαδημητρίου. 

Σελιδοποίηση και γραφιστικά: Κατερίνα Μαμάη.

ΕΔΡΕΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ


To Poeticanet αποφάσισε να ταξιδεύει από  σήμερα  σε χώρους εκτός Ελλάδας, σε μεγάλα Πανεπιστήμια του εξωτερικού με αναγνωρισμένα προγράμματα Ελληνικών σπουδών που έχουν ως αντικείμενο τη μελέτη  της Ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού της. 
Σ’ αυτό το τεύχος επισκεπτόμαστε το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν.

Γράφουν: Δέσποινα Μαργωμένου, Ελισάβετ Αρσενίου και Σταυρούλα Παπαδημητρίου. 

Ποιήματα
Ελισάβετ Αρσενίου, Δέσποινα Αυγουστινάκη, Ελένη Μαρινάκη, Βασιλική Ράπτη, Αγγελική Σιδηρά, Γιώργος Χουλιάρας, Don Schofield (μετ. Εύη Μανοπούλου, Σάρα Θηλυκού), James Stone (μετ. Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ)

Δοκίμια
Άννα Γρίβα: Η ποιητική έμπνευση στον πλατωνικό διάλογο «Ίων» 
Ανθούλα Δανιήλ: 1. Ορέστη, Κοίτα! Η χρυσαφένια Μυκήνα όλη μπροστά μας!
 

2. Αδελφέ μου… αγαπημένε μου… 



ΕΠΙΛΟΓΕΣ-ΚΡΙΤΙΚΗ

Εγκαινιάζουμε μία νέα στήλη με τίτλο «ΣΤΗΛΗ ΑΛΑΤΟΣ»
Εδώ η Παυλίνα Παμπούδη θα επιλέγει  ποιητικές συλλογές από την πρόσφατη ελληνική παραγωγή, θα προσθέτει λίγο αλάτι, και θα τις αφήνει να αυτοπαρουσιαστούν. 

Στο «τεύχος 24» συνομιλεί με τα πρόσφατα βιβλία και τους ποιητές: Μαρία Φίλη, Βασίλη Μανουσάκη, Στάθη Κουτσούνη, Ηλία Κεφάλα. Ελένη Αλεξίου, Βασιλική Νικοπούλου, Τζούλια Φορτούνη και Κώστα Στεργιόπουλο.



Ο Ζαφείρης Νικήτας γράφει για τη Βασιλική Ράπτη και το νέο της βιβλίο “TRANSITORIUM”

O Κώστα Στεργιόπουλος γράφει για την Κατερίνα Κούσουλα και το βιβλίο της 
 «Ο ΤΩΝ ΩΡΑΙΩΝ ΜΑΚΑΡΩΝ  -περιοδεύων κήπος επταήμερος-»

Βιντεοθήκη,  

Συναντάτε και ακούτε  γνωστούς Έλληνες ποιητές να μιλούν για το έργο τους και να διαβάζουν ποιήματα τους.

Και όπως πάντα οι στήλες: Βιβλία που λάβαμε, ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ, ΕΙΔΗΣΕΙΣ



http://www.poeticanet.gr
 

Last Night a Poet Saved my Life / Νύχτα αρ. 3 / 28 Δεκεμβρίου 8 μ.μ. / Poems & Crimes

Ευτυχία Παναγιώτου's avatarΕυτυχία Παναγιώτου | exwtico

12345539_10207076112793733_3074990438370187637_nΠοιητές στην κονσόλα, ιερουργοί μιας ιδιαίτερα μυστικιστικής λειτουργίας. Ανάμεσα στα βιβλία, τα χειρόγραφα, τις τυπογραφικές μηχανές και το μπαρ, μια κονσόλα και η κυριαρχία της, μία νύχτα κάθε μήνα.
Στήνουμε βινύλια, cd, mp3, μικρόφωνο, ηθοποιούς και ποιητές και προσπαθούμε να μεταδομήσουμε την ποίηση, τους ποιητές και τους αναγνώστες

Θέμα βραδιάς αρ. 3: Σκοτεινά Χριστούγεννα

Ιερουργός ο ποιητής Νίκος Ερηνάκης

Συνδαιτυμόνας ο ποιητής Γιάννης Αντιόχου.

Είσοδος ελεύθερη
Ειδικές τιμές στα ποτά / Happy Night

View original post

Oodgeroo Noonucca, We are going / Χανόμαστε

60122-004-8D6E0E3C

They came in to the little town
A semi-naked band subdued and silent
All that remained of their tribe
They came here to the place of their old bora ground
Where now the many white men hurry about like ants.
Notice of the estate agents reads: “Rubbish May Be Tipped Here”.
Now it half covers the traces of the old bora ring.
”We are as strangers here now, but the white tribe are the strangers”.
We belong here, we are of the old ways.
We are the corroboree * and the bora ground,
We are the old ceremonies, the laws of the elders.
We are the wonder tales of Dream Time, ** the tribal legends told.
We are the past, the hunts and the laughing games, the wandering camp fires.
We are the lightening bolt over Gamhenbah Hill
Quick and terrible,
And the Thunderer after him, that loud fellow.
We are the quiet daybreak paling the dark lagoon.
We are the shadow-ghosts creeping back as the camp fires burn low.
We are nature and the past, old the old ways.
Gone now and scattered.
The scrubs are gone, the hunting and the laughter.
The eagle is gone, the emu and the kangaroo are gone from this place.
The bora ring is gone.
The corroboree is gone.
And we are going.

ΧΑΝΟΜΑΣΤΕ

Μπήκανε στη μικρή πόλη
Μια μπάντα ημίγυμνη, υποτελής και σιωπηλή
Απομεινάρι της φυλής τους
Ήρθαν εδώ, στον αρχαίο ιερό τόπο της μλυησης
Που τώρα πολλοί λευκοί σαν τα μυρμήγκια κατακλύζουν.
“Ρίψη Σκουπιδιών Εδώ”, η πινακίδα του κτηματομεσιτικού γραφείου.
Μισοκαλύπτει πια τα ίχνη του αρχαίου ιερού κύκλου.
“Είμαστε σαν ξένοι πια εδώ, κι όμως η λευκή φυλή είναι η ξένη”.
Εμείς ανήκουμε εδώ, εμείς της παράδοσης.
Είμαστε το corroboree κι ο ιερός τόπος της μύησης,
Είμαστε οι αρχαίες τελετές, οι νόμοι των γηραιών.
Είμαστε τα παραμύθια του Dream Time, οι προφορικοί μύθοι της φυλής.
Είμαστε το παρελθόν, τα κυνήγια και τα χαρούμενα παιχνίδια, οι νομαδικές
φωτιές στους καταυλισμούς.
Είμαστε η αστραπή πάνω από τον λόφο του Gamhenbah
Γρήγορη και φοβερή.
Και ο Κεραυνός που την ακολουθεί, αυτός ο εκκωφαντικός σύντροφος.
Είμαστε το ήσυχο χάραμα που χλομιάζει τη σκοτεινή λιμνοθάλασσα.
Είμαστε οι σκιές των φαντασμάτων που επιστρέφουν στα κλεφτά καθώς οι
φωτιές στον καταυλισμό σβήνουν.
Είμαστε η φύση και το παρελθόν, η παράδοση όλη.
Χαμένα πια όλα και διασπαρμένα.
Οι λόγγοι χάθηκαν, το κυνήγι και το γέλιο.
Ο αετός χάθηκε, η στρουθοκάμηλος και το καγουρό χαθήκανε απ’ αυτή τη γη.
Ο ιερός κύκλος χάθηκε.
To corroboree χάθηκε.
Κι εμείς χανόμαστε.

*Corroboree: Τελετές των ιθαγενών με χορό και τραγούδι. Η λέξη χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τους Ευρωπαίους αποικιοκράτες και προέρχεται από την ιθαγενική λέξη caribberie.
**Dream Time: Ονειροχρόνος. Κεντρική έννοια του πολιτισμού και της κουλτούρας των Αβοριγίνων. Αναφέρεται στην αέναη Δημιουργία αλλά η ερμηνεία της διαφοροποιείται απο φυλή σε φυλή.

#Μετάφραση: Δανάη Σιώζιου. Από το ποιητικό περιοδικό “Τεφλόν”, τεύχος 2, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2009-2010.

Mowanjum-Festival-Matt-Scurfield--132

Τόλης Νικηφόρου, Είμαι ένας μεθυσμένος ακροβάτης

img_7840

είμαι ένας μεθυσμένος ακροβάτης
ένας απίστευτα γενναίος ισορροπιστής
βαδίζω απρόσεχτα χορεύω
γλυστράω κρατιέμαι την έσχατη στιγμή
παίζω με την κομμένη σας ανάσα
περιγελώ τα επιφωνήματα
εγώ ο ίδιος πριονίζω το σχοινί
στο χέρι μου κρατάω σφιχτά τον ουρανό
τον τρύπιο σκούφο μου για τα φιλοδωρήματα
το ξέρω πως θα συντριβώ
το αίμα μου πάνω στην άσφαλτο θα σχηματίσει
ένα παράξενο φεγγάρι
οι νοσοκόμοι με τα άγρια γένεια
θα διασώσουν μοναχά
κείνο το εκθαμβωτικό λουλούδι
που θε ν’ανθίσει στο σημείο που έπεσα

*Από τη συλλογή «Ο μεθυσμένος ακροβάτης» 1979. Το πήραμε από εδώ: http://christinehag.wordpress.com/2015/12/24/είμαι-ένας-μεθυσμένος-ακροβάτης/

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Παραμυθία και απάντηση

2010010913_003

Ζούμε σε έναν κόσμο όπου κάποιοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη ζωή μέσα από μια επίπλαστη, πέρα για πέρα ψεύτικη εικόνα, αυτή που τους προσφέρεται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και την καταπίνουν αμάσητη, επειδή η πραγματικότητα που ζουν δεν μπορεί να τους προσφέρει κάποια διαφορετική διέξοδο, μια κάποια χαραμάδα προς την κατανόηση του κόσμου, τον αυτοσεβασμό τους.

Οι άνθρωποι έχουν χάσει τον πραγματικό χρόνο, τον ουσιαστικό χρόνο που ωριμάζουν τα πράγματα, έχουν χάσει την αναγκαία βραδύτητα – απαραίτητη για τη σκέψη, για την αίσθηση και την απόλαυση της ζωής. Θεωρούν υπέρτατη αξία το χρήμα, μαθαίνοντας να εκτιμούν μόνον ό, τι αγοράζεται και πουλιέται. Οπότε ακόμα και η εκπλήρωση βασικών αναγκών τους, όπως το φαγητό, ο έρωτας, η ανάγνωση, έχουν καταντήσει «προϊόντα» προς εκμετάλλευση.
Ζούμε σε έναν κόσμο διαδικτυακού παιχνιδότοπου, που τρέφει την ψευδαίσθηση της «ανοιχτής, πανανθρώπινης ελευθερίας», του «δημόσιου διαλόγου», αγνοώντας ότι ο πολύχρωμος αυτός κόσμος της διαδραστικής εικόνας είναι απλώς προέκταση του φυσικού μας κόσμου. Αγνοώντας ότι στο βαθμό που ο φυσικός κόσμος έχει καταντήσει μια στυγνή και βάρβαρη αγορά, που υποτάσσει κάθε δίκαιο και ηθική στους νόμους του άγριου χρηματιστικού κέρδους, το ίδιο ακριβώς ισχύει και στον διαδικτυακό. Πέρα από την όποια αδιαμφισβήτητη χρησιμότητα του διαδικτύου, ως εργαλείου, ζούμε σε ένα απέραντο ψηφιακό εργοστάσιο, όπου οι πάντες, είτε μας αρέσει είτε όχι, διαθέτουμε ακατάπαυστα τις υπηρεσίες μας, το χρόνο μας, τη ζωή μας.

Οι άνθρωποι πορεύονται, πλέον, διδασκόμενοι να μην ελπίζουν κάτι καλύτερο από το προσωπικό, εθισμένοι στο να αντικρίζουν τον κόσμο με τα τρύπια μάτια της Μπάρμπι, μαθαίνοντας ότι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή είναι το εύκολο, γρήγορο κέρδος, χάνοντας το βιβλίο και το διάβασμα ως εργαλείο ζωής.

Ωστόσο, βιβλίο εστί παραμυθία και απάντηση. Με το βιβλίο γαληνεύουν ο νους και η ψυχή, για να μπορέσουν να ξανακοιταχτούν στο μαγικό τους καθρέφτη και να πλάσουν το όραμα της επόμενης μέρας. Βιβλίο και διάβασμα οδήγησαν το ανθρώπινο γένος στην εξέλιξη, μέσα από την ευγένεια κάθε συναισθήματος. Με το βιβλίο και το διάβασμα θα αντιμετωπιστούν, εκ νέου, οι παραλογισμοί των δύσμοιρων καιρών μας. Με όπλα διαχρονικά πνευματικά, με στρατούς εννοιών, με ήθος και αξιοπρέπεια θα αντιμετωπιστούν οι ξύλινοι έως ανόητοι λόγοι, οι γυρολόγοι πωλητές των ανθρώπινων αναγκών. Η αναδημιουργία ενός καλύτερου, δικαιότερου κόσμου, ξεκινά από εδώ, από τις σκέψεις που αναδύονται μέσα από τις γραμμές των βιβλίων και των κειμένων.

Ας γίνουν οι τόποι του βιβλίου τόποι απόδρασης, η σκέψη τόπος προορισμού, οι χάρτινες σελίδες ριπές θαλασσινής αύρας χειμώνα – καλοκαίρι και οι γειτονιές των καταφρονεμένων γειτονιές των βιβλιοφάγων: οι καταφρονεμένοι θα πάψουν να είναι οι αμελητέοι του συστήματος και θα γίνουν οι σκεπτόμενοι κριτές του.

Ας διαβάζουμε στους δρόμους. Σε πεζούλες, σε παγκάκια, σε πάρκα. Εκεί που το κείμενο αναπνέει μακριά από τα θερμοκήπια της πλήξης. Εκεί που οι λέξεις μπλέκουν με τις μορφές, η ποίηση των στίχων με τον πεζό των πεζοδρομίων, εκεί που οι εικόνες μπλέκουν με τις εικόνες. Ας διαβάζουμε στο μετρό, στα τρόλεϊ, στα λεωφορεία, αφήνοντας τον συνειρμό να τρέχει γρηγορότερα από το συρμό.

Ας κάνουμε τα πάντα στη ζωή μας έχοντας δίπλα μας ένα βιβλίο. Ας τρώμε παρέα με ένα βιβλίο, ας πίνουμε κρατώντας ένα βιβλίο, ας κοιμόμαστε συντροφιά με ένα βιβλίο. Οι σελίδες του αναζητούν χώρο στα πιο πυκνοκατοικημένα ράφια της ψυχής μας. Από το σπίτι, από τη δουλειά, από το δρόμο, ας χαρίσουμε ένα βιβλίο, ας ανταλλάξουμε ένα βιβλίο, ας στείλουμε ένα βιβλίο, ας δώσουμε ένα βιβλίο στον άλλον. Είναι η μόνη απάντηση στους διαταραγμένους καιρούς μας, όπου η ψυχή ψάχνει κάπου να πιαστεί, όπου τα μάτια αναζητούν την ελπίδα, όπου ο νους αγωνιά να γοητευτεί για να πράξει.

Ήρθε η ώρα να ξαναμυηθούμε στη σοφία των αιώνων, με το βιβλίο. Ας γίνει, λοιπόν, η ανάγκη γνώση και επίγνωση. Οι βιβλιοθήκες, οι τόποι βιβλιοσυναντήσεων είναι ανοιχτά και μας περιμένουν. Ας πράξουμε μια επανάσταση. Ας αντισταθούμε στην απομόνωση και στον κοινωνικό αποκλεισμό. Ας σηκωθούμε από τον καναπέ της τηλεόρασης κι ας πάμε σε μια συνάντηση συγγραφέων. Για μας γράφουν, ακόμη κι όταν είναι κλεισμένοι στο σύμπαν τους. Το δικαιούμαστε, καθώς τα βιβλία είναι ανοιχτά σε όλους ανεξαιρέτως, είναι πιο ελεύθερα και δημοκρατικά ακόμη κι από αυτούς που τα γράφουν.

Και ναι, είναι η φυγή από την πραγματικότητα μέσα στην πραγματικότητα, είναι το νυχτερινό ραντεβού, η ανάπαυλα την ώρα της ξεκούρασης, η απογευματινή σιέστα με παγωμένο κοκτέιλ κάτω από τον ήλιο ή με παγωτό σοκολάτα.
Οι λέξεις, οι σκέψεις, μας ανοίγονται απλόχερα. Είναι εκεί για μας. Ο αναγνώστης έχει πια τον πρώτο λόγο. Ο πολίτης έχει πια τον πρώτο λόγο. Ας γίνει, λοιπόν, ο πολίτης αναγνώστης και ο αναγνώστης πολίτης. Τότε, το συλλογικό νόημα της επίγνωσης θα’ ναι τόσο εκκωφαντικό που κανείς δεν θα μπορεί να το αγνοήσει.
Τότε η επανάσταση της ανάγκης θα έχει γίνει πράξη.

Μίλτος Σαχτούρης, Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών

untitled63

Στὴν Ἑλένη Θ. Κωνσταντινίδη

Εἶναι τὰ λυπημένα Χριστούγεννα 1987

εἶναι τὰ χαρούμενα Χριστούγεννα 1987

ναί, τὰ χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!

σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…

Ἄ! ναὶ εἶναι πάρα πολλά.

Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ὁ Διονύσιος Σολωμὸς

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ὁ Νίκος Ἐγγονόπουλος

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ὁ Μπουζιάνης

πόσα ὁ Σκλάβος

πόσα ὁ Καρυωτάκης

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα

πέρασε ὁ Σκαλκώτας

πόσα

πόσα

Δυστυχισμένα Χριστούγεννα τῶν Ποιητῶν.

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Τραγούδι του Δεκέμβρη

12391453_10208013288949196_602126942654870511_n

Δεκέμβρης

Κι επιστρέφει ο ουρανός

Με την κορνίζα μόνο

Ενός καθρέφτη

Απογυμνωμένος
Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Μ’ ένα φέρετρο να επιπλέει
Στην απεραντοσύνη του
Καταρρακωμένος
Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με μιαν εφτάχορδη λύρα
Και μ’ όλο το ασήμι του
Αλλαγμένος
Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με μια φάτνη
Και μ’ ένα δέντρο χριστουγεννιάτικο
Στολισμένος

*Από τη συλλογή “Τα δώρα των μάγων” (1999)

Kiki Dimoula//Κική Δημουλά

vequinox's avatarManolis

kiki-dimoula

REPORT

Draw two columns
one for the day’s gains
and one for its losses.

The serious concepts
your bright thoughts and readings
your from one side to the other
unsparing passages
mark on the column of the gains.

The daydreams
with their little chasms
the easy jumps of your imagination
for all these tricks against your boredom
I don’t know, do not rush
perhaps tomorrow’s column of the gains you may need.

But all this day that has passed
don’t fool yourselves and don’t forget
under the column of the great losses
to write.

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ
Δυο στήλες χαρακώστε
για τις ζημιές της μέρας τούτης
και τα κέρδη της.

Τα σοβαρά νοήματα
τις φωτεινές σας σκέψεις, τα διαβάσματα
τ’ από τη μια γραμμή στην άλλη
άτεγκτα περάσματα
στη στήλη των κερδών να σημειώσετε.

Τα ονειροπολήματα
με τα μικρά τους χάσματα
της φαντασίας σας τα εύκολα πηδήματα
για όλα αυτά της πλήξης…

View original post 42 more words

Lionel Fogarty, Mad Souls / Τρελές ψυχές

Ο Lionel Fogarty με τις ποιητικές συλλογές που έχει εκδώσει έως τώρα

Ο Lionel Fogarty με τις ποιητικές συλλογές που έχει εκδώσει έως τώρα

I am a moody Murri
my temper as black as me.
I am a moody Murri
drink and smoke.
Sail me away to Africa.
Yes, I’m a moody Murri
I live to swear
and shit anywhere.
I am the moody Murri
don’t like Aussies
don’t like Asians.
You’d love to meet me.
I’ll tell you
go live where you come from.
I am the Murri black
here forever.
Sometimes can’t stand my own people
some sell off
some sell out.
I am the blackfella you need
in governments.
If I am asked about, pay the rent
I’ll give it a go mate.
I am the moody blue Murri.
Please don’t take offence
your own negative reply.
I am not mad
but glad.
Roots grown out
mingling with shining desire
free our dreams.
Yet you people miss what I am
and
I am the moody Murri
my temper as black as me.

Τρελές ψυχές

Είμαι ένας μπουρινιασμένος Murri*
η οργή μου μαύρη όπως εγώ.
Είμαι ένας μπουρινιασμένος Murri
πίνω και καπνίζω,
στείλε με μακριά στην Αφρική.
Ναι, είμαι ένας μπουρινιασμένος Murri
ζω για να βλαστημώ
και να χέζω όπου βρω.
Είμαι ο μπουρινιασμένος Murri
δεν γουστάρω τους Αυστραλούς
δεν γουστάρω τους Ασιάτες.
Θα σ’ άρεσε να με συναντήσεις.
Θα σου ‘λεγα
γύρνα από κει που ‘ρθες.
Είμαι ο Murri μαύρος για πάντα εδώ.
Μερικές φορές δεν αντέχω ούτε τους δικούς μου
κάποιοι ξεπουλιούνται κάποιοι σε πουλάνε.
Είμαι ο μαύρος που χρειάζεσαι
στην κυβέρνηση.
Αν με ρωτήσουν σχετικά, πλήρωσε το νοίκι
και είμαι μέσα φίλε.
Είμαι ο μπουρινιασμένος μπλε Murri.
Κάνε μου τη χάρη, δεν προσβάλλεσαι
από την αρνητική σου απάντηση.
Δεν είμαι τρελός αλλά χαρούμενος.
Ρίζες ξεπετάγονται
Αναμιγνύονται με λαμπερές επιθυμίες
Ελευθερώνουν τα όνειρά μας
Κι όμως εσείς δεν καταλαβαίνετε ποιος είμαι
και
Είμαι ο μπουρινιασμένος Murri
Η οργή μου μαύρη όπως εγώ.

*Murri: αυτόχθονες που ζουν κυρίως στην περιοχή του Queensland.

**Μετάφραση: Jazra Khaleed

00P5170042-short31

Εκεί που τα φίδια δεν αλλάζουν δέρμα – Η ποίηση των αυτοχθόνων της Αυστραλίας

Αborigines-7

Επιμέλεια-Εισαγωγή: Shon Arieh-Lerer, Jazra Khaleed. Μετάφραση: Δανάη Σιώζιου, Jazra Khaleed.

Αν και οι Αβορίγινες ζουν στην Αυστραλία εδώ και 40.000 χρόνια, σήμερα αποτελούν μια μικρή μειονότητα, λιγότερο από το 2% του συνολικού πληθυσμού. Δεν ήταν πάντα έτσι. Όταν ο Captain Cook πάτησε το πόδι του στην Αυστραλία το 1788, ανακήρυξε το νησί terra nullius, χώρα έρημη και ακατοίκητη, αν και από την πρώτη στιγμή ήρθε σε επαφή με τους αυτόχθονες. Οι αποικιοκράτες κατάλαβαν από νωρίς ότι ο τρόπος ζωής των φυλών που ζούσαν στην Αυστραλία ήταν τελείως διαφορετικός από αυτόν των Ευρωπαίων. Επιπλέον, ήταν φανερό ότι δεν μπορούσαν να τους διώξουν από τη γη τους χαρίζοντάς τους καθρεφτάκια και χάντρες. Κάτι τέτοιο θα γινόταν μόνο με τη βία. Η συστηματική γενοκτονία των αυτοχθόνων από τους αποικιοκράτες διήρκησε περισσότερο από εκατό χρόνια, έως τις αρχές του εικοστού αιώνα. Χιλιάδες Αβορίγινες απομακρύνθηκαν από τις εστίες τους, βασανίστηκαν, βιάστηκαν και οδηγήθηκαν στη σκλαβιά -περισσότερο από το 75% του πληθυσμού εξολοθρεύτηκε. Οι άποικοι κατέλαβαν τη γη τους και απαγόρεψαν τις τελετές και τις διαλέκτους που μιλούσαν.

Ακόμα και μετά το 1901, όταν η αποικία της Αυστραλίας ανακηρύχτηκε κυρίαρχο και αυτόνομο κράτος, οι διωγμοί δεν σταμάτησαν. Οι αυτόχθονες ήταν αναγκασμένοι να ζουν σε συνθήκες apartheid. Χιλιάδες παιδιά απομακρύνθηκαν από τους δικούς τους και είτε δόθηκαν σε λευκές οικογένειες είτε κλείστηκαν σε ιδρύματα που έμοιαζαν περισσότερο με στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ακόμα και όταν το 1948 τους δόθηκε η ιθαγένεια, πολλοί Αβορίγινες δεν είχαν το δικαίωμα να ψηφίσουν μέχρι τη δεκαετία του ’60. Μάλιστα, μέχρι το 1967, το Σύνταγμα της Αυστραλίας διευκρίνιζε ότι «οι αυτόχθονες Αβορίγινες δεν πρέπει να υπολογίζονται» ως κομμάτι του πληθυσμού της Αυστραλίας.

Αυτή η αδυσώπητη επίθεση στη ζωή και τον πολιτισμό των αυτοχθόνων δεν έμεινε αναπάντητη. Από την πρώτη στιγμή, οι φυλές που κατοικούσαν στην Αυστραλία απέδειξαν ότι ήταν «περήφανοι πολεμιστές», όπως γράφει η Bobbi Sykes (1945-) στο ποίημα «Ρέκβιεμ», που έχουμε μεταφράσει. Οι αγώνες των Αβορίγινων ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση κορυφώθηκαν στις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Με το βλέμμα στραμμένο στην ανταρσία των μαύρων στην Αμερική και στα απελευθερωτικά κινήματα στην Αφρική, οι αυτόχθονες της Αυστραλίας εξεγέρθηκαν ενάντια στη λευκή εξουσία. Βασική απαίτησή τους ήταν, και παραμένει, το δικαίωμα στη γη των προγόνων τους.

Μέσα από αυτές τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες ξεπήδησαν οι ποιητικές φωνές που παρουσιάζουμε. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι παρόλο που η ποίηση και το τραγούδι των αυτοχθόνων της Αυστραλίας έχουν παράδοση αιώνων, αποσιωπήθηκαν και καταπιέστηκαν συστηματικά από τους αποικιοκράτες. Όλοι οι ποιητές και όλες οι ποιήτριες που φιλοξενούνται σ’ αυτό το τεύχος του Τεφλόν υπήρξαν θύματα ρατσιστικών επιθέσεων, διωγμών και καταπίεσης, ειδικά στα νεανικά τους χρόνια. Η Bobbi Sykes συνελήφθη σε διαμαρτυρία. Ο Kevin Gilbert και ο Mudrooroo φυλακίστηκαν για εγκληματικές ενέργειες -ο Gilbert για φόνο. Τραγικότερος όλων ο Robert Walker (1958-1984), ο οποίος ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από τους φρουρούς της φυλακής.

Το μικρό αυτό αφιέρωμα στην ποίηση των αυτοχθόνων της Αυστραλίας ξεκινάει με δύο ποιήματα από τη συλλογή We Are Going (1964) της Oodgeroo Noonuccal (1920-1993), την πρώτη ποιητική συλλογή που εξέδωσε ποτέ Αβορίγινας ποιητής ή ποιήτρια. Η Noonuccal -επιφανής ποιήτρια, συγγραφέας και ακτιβίστρια- χρησιμοποιεί συνειδητά τον στίχο ως μέσο προπαγάνδας με σκοπό να διατρανώσει την περηφάνια για την καταγωγή της, να περιγράφει τα δεινά της φυλής της και να απαιτήσει ισότητα και ισονομία. Όπως φαίνεται και στο ποίημα «Η δυστυχισμένη φυλή», η Noonuccal στρέφεται ενάντια στον τρόπο ζωής των λευκών, την εκμετάλλευση της εργασίας και την ιεραρχική δομή εξουσίας.

Την ακολουθούν ποιητές όπως ο Jack Davis (1917-2000) και ο Kevin Gilbert (1933-1993). Ο πρώτος, ιδιαίτερα δραστήριος πολιτικά, δίνει συχνά στα ποιήματά του μία παγκόσμια διάσταση εκφράζοντας τις σκέψεις του για γεγονότα που συμβαίνουν εκτός Αυστραλίας και πέρα από την καθημερινότητα των Αβορίγινων. Ο δεύτερος υιοθετεί έναν πιο καυστικό, ορμητικό τρόπο γραφής και δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει ιδιωματισμούς των αυτοχθόνων. Στο ποίημα «Δέντρο», που θα διαβάσετε παρακάτω, καταπιάνεται με ένα θέμα που συναντάμε συχνά στην ποίηση των Αβορίγινων: τους πανάρχαιους δεσμούς τους με τη γη και τη φύση.

Η πλειοψηφία της κριτικής στην Αυστραλία αντιμετώπισε από την αρχή την ποίηση των Αβορίγινων με καχυποψία και αρκετές φορές με εχθρότητα. Όπως οι άποικοι δεν μπόρεσαν να καταλάβουν ή θεώρησαν εχθρικό προς αυτούς τον τρόπο ζωής των Αβορίγινων, έτσι και οι λευκοί διανοούμενοι, είτε συνειδητά ως απολογητές της εξουσίας είτε λόγω της αδυναμίας τους να δουν πέρα από τον ποιητικό «κανόνα», αρνούνται να αναγνωρίσουν τη δύναμη και την αμεσότητα του ποιητικού έργου των αυτοχθόνων. Η ποίησή τους ενοχλεί, καθώς αποτελεί όχι μόνο υπενθύμιση των κτηνωδιών του παρελθόντος και του ρατσισμού του παρόντος αλλά και απειλή για την εξουσία και τη νομιμοποίησή της.

Παρά τις όποιες τεχνικές αδυναμίες τους, πολλά από τα ποιήματα των Αβορίγινων αψηφούν και ταρακουνούν τους ποιητικούς κανόνες. Δεν είναι λίγοι οι ποιητές και οι ποιήτριες που πειραματίζονται με την επαναληπτικότητα, τον ελεύθερο στίχο, τον ρυθμό και τις διακυμάνσεις στον βηματισμό. Ταυτόχρονα, όμως, το έργο τους συγκλονίζεται από, πολλές φορές οδυνηρά, αδιέξοδα και αντιφάσεις, καθώς συχνά βρίσκονται εγκλωβισμένοι/ες μεταξύ της προφορικής παράδοσης της φυλής τους, η οποία έχει ιστορία χιλιάδων ετών, και μιας γλώσσας ξένης προς αυτούς/ές, η οποία όχι μόνο τους επιβλήθηκε μέσω μιας ελλιπούς εκπαίδευσης αλλά και κουβαλάει μέσα της επώδυνες αναμνήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι κάποιοι/ες από τους Αβορίγινες ποιητές και ποιήτριες υιοθετούν συχνά, ίσως και λόγω έλλειψης αυτοπεποίθησης, απλοϊκές και συμβατικές φόρμες της ευρωπαϊκής ποιητικής παράδοσης (όπως ο Jack Davis στο ποίημα «Οι Αβορίγινες των πόλεων»).

Οι δεσμοί της ποίησης των Αβορίγινων με τη Δύση διαρρηγνύονται με την εμφάνιση των Mudrooroo (1938-) και Lionel Fogarty (1958-). Αυτοί οι δύο ξεκινούν τη δεκαετία του ’80 ένα σημειωτικό αντάρτικο ενάντια στην αγγλική γλώσσα φέρνοντας στο προσκήνιο την προφορική παράδοση των αυτοχθόνων. Και οι δύο συχνά χρησιμοποιούν στοιχεία των διαλέκτων που μιλούν οι φυλές τους, λέξεις και φράσεις που κάνουν δύσκολη την κατανόηση των ποιημάτων τους από τους μη Αβορίγινες. Ο πρώτος, ο οποίος το 1988 άλλαξε το όνομά του από Colin Johnson σε Mudrooroo, χρησιμοποιεί σε ποιήματα όπως το «Δίνουν στον Jacky δικαιώματα» στοιχεία από τον παραδοσιακό «κύκλο» τραγουδιών των Αβορίγινων. Αλλού μπλέκει τα Αγγλικά με λέξεις της διαλέκτου των Nyungar (ΝΔ Αυστραλία) και επαναπροσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο μιλιέται η διάλεκτος αυτή (Neo-Nyungar). Ο Fogarty, ο οποίος συστήνεται ως ρήτορας και όχι ως συγγραφέας, χειρίζεται την αγγλική γλώσσα όπως «ένας δερβίσης χειρίζεται ένα ραβδί», σύμφωνα με τον Kevin Gilbert. Χρησιμοποιεί τη γλώσσα των αποίκων με σκοπό να ακυρώσει την επιβολή της και να δημιουργήσει μια νέα αντι-γλώσσα ελεύθερη από κανόνες και περιορισμούς, μια έκρηξη αμφισημίας και πολυσημίας.

Επιτρέψτε μας να κλείσουμε αυτή την εισαγωγή με τα λόγια του ίδιου του Lionel Fogarty: «Η ποίησή μου είναι μια παράσταση της λογοτεχνικής προφορικής παράδοσης, ένας τρόπος να χρησιμοποιήσω τα αγγλικά που μιλά η φυλή μου ενάντια στα Αγγλικά. Με τα γραπτά μου θέλω να καθοδηγήσω τις επερχόμενες γενεές των Αβορίγινων μακριά από τον ευρωπαϊκό αποικιοκρατικό τρόπο γραφής (…) Στο έργο μου δεν πιστεύω στον συμβιβασμό σε καμία περίπτωση. Δεν θέλω να είμαι ένας συγγραφέας της συμφιλίωσης ή ένας ρεφορμιστής. Θέλω να χτυπάω στο μυαλό και να ξεπερνάω τα όρια. Δεν έχει σημασία αν χρησιμοποιώ τους σωστούς γραμματικούς κανόνες ή το δικό τους στιλ γραφής, γιατί ο λευκός πάντα θα επικρίνει τα γραπτά. Ο λευκός δεν θα καταλάβει ποτέ πλήρως τι σκέφτεται ένας μαύρος όταν γράφει. Ίσως αυτό αλλάξει στις επερχόμενες γενεές».

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο ποιητικό περιοδικό “Τεφλόν”, τεύχος 2, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2009-2010, απ’ όπου και το αναδημοσιεύουμε. Από τα ποιήματα του αφιερώματος αυτού του περιοδικού ‘Τεφλόν”, θα καταβάλουμε προσπάθεια να τα (ανα)δημοσιεύσουμε όλα, αρχίζοντας από το ποίημα του Lionel Fogarty “Τρελές ψυχές” σε μετάφραση Jazra Khaleed.