Γιώργος Γιαννόπουλος, Πύδνα

pydna

Κλαίω για τον σπασμένο χρόνο
Αύρα του καλοκαιριού
Συκή στο σώμα σου
Κλαίω για τα υγρά
Που νότισαν τη θάλασσα
Κι ένα τρύπιο πράσινο καπέλο
Που ρούφηξε ο ουρανός
Κλαίω για τη ζέστη
Της άμμου
Θαλπωρή στο αίμα.

*Από τη συλλογή «Λόγια Θανάτου και Αγάπης», Εκδόσεις Ένεκεν, 2015.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κοντές ανάσες VII

anases

Ήλθες κι έφυγες.
Ήσουν ζωή. Σκιά πια.
Κι εγώ σκιά μου.
____

Ντουλάπια κλειστά
φυλάνε ενθύμια,
που μας πληγώνουν.
____
Φωτογραφίες,
φτωχά λείψανα στιγμών,
που δε ζούμε πια.

____
Οι μέρες περνούν
μ’ ενθύμια σε μέλλον,
χωρίς δικά του.

____
Θά ‘ρθει κάποτε
η στιγμή να ζεις μόνο
με αναμνήσεις.

Emília Cerqueira, A minha Cidade / My City / Η Πόλη μου

11952017_10204685875049761_4344876732881760271_n

A minha Cidade é feita de muros que não se vêem…
A minha Cidade é só para alguns…
A minha Cidade é cada vez menos verde…
A minha Cidade é cada vez mais silêncio e ruído…
A minha Cidade é cada vez menos Tejo e mais arame farpado…
A minha Cidade é sobretudo indiferença…
A minha Cidade é cada vez menos amor em cada dobrar de esquina…
A minha Cidade ainda é a minha paixão.
Branca, luminosa, enluarada…

My City is made of walls
that are not seen …
My City is just for some …
My City is less and less green …
My City is increasingly silence and noise …
My City is less and less Tejo and more wire fence
My City is mostly indifference …
My City is less and less love in every
round street corner …
My City is still my passion.
White, bright, moonlit …

Η Πόλη μου είναι καμωμένη από τοίχους που είναι αόρατοι…
Η Πόλη μου είναι μόνο για μερικούς…
Η Πόλη μου είναι όλο και πιο λίγο πράσινη…
Η Πόλη μου είναι όλο και πιο σιωπηλή και θορυβώδης…
Η Πόλη μου έχει όλο και πιο λίγο Tejo* και πιο πολλά αγκαθωτά σύρματα
Η Πόλη μου είναι περισσότερο αδιάφορη…
Στην Πόλη μου συναντάς όλο και πιο λίγη αγάπη σε κάθε γωνία…
Η πόλη μου είναι ακόμα το πάθος μου
Λευκή, Λαμπερή, Φεγγαρολουσμένη…

*Πρόκειται για τον ποταμό Τάγο.

Ουρανία Βασιλάτου, Ανάνηψη

10380269_10206433125660358_351582741657379702_n


Γρήγορα

Να συνδέσω με φιάλη οξυγόνου

το στόμα, να γεμίσουν

τα πνευμόνια.

Χτύπο να δώσω της καρδιάς,

μ’ απινιδωτή.

Να επαναταξινομήσω 

τις κάρτες μνήμης,

στο νου.

Το αίμα 

να ρεύσει στις φλέβες,

με μετάγγιση.

Με ρεύμα να διαπεράσω

το καλωδιωμένο σώμα,

να ζωντανέψει κινήσεις.

Τώρα μπορώ να σε αφήσω να φύγεις…

6/9/2015

Tim Wright reviews Caitlin Maling

vpUA8O7JDgkRJzEqT3gl6qEhGVfWpsxgYha9EUgTPLu2I1WnMWRaQUb7gQY5wt1FbVGONhmlrE8l0WwkGqvN0KeF7CIJvl6QAbpLA3nKclmRRpiKtY71=s0-d-e1-ft

Conversations I’ve Never Had
by Caitlin Maling
Fremantle Press, 2015

Few writers seem to get the viciousness of Perth. John Mateer’s early poems do, and some of Deborah Robertson’s short stories. There’s also Laurie Duggan’s one-liner, ‘you can see why all the really savage punk bands came from here’ (‘Things to Do in Perth’), and for the encyclopaedic and lyrical, John Kinsella’s wonderful, aptly sprawling ‘Perth Poem’.

Caitlin Maling’s debut collection, Conversations I’ve Never Had appears at first to be almost overwhelmingly concerned with place and places, most often in and around Perth. Yet these are poems of place in a secondary sense: as backdrops to the poet’s central themes of family and suburban rite. Many of the poems appear to have been written while living overseas (North America and the U. K.), and fall into a less-critical tradition – that of the homesick, coastal-dwelling Western Australian’s lament, best rendered in The Triffid’s 1986 album, Born Sandy Devotional. Like the cover image of that album (an aerial photograph of Mandurah in 1961) there is a preference for the topographical perspective in a number of Maling’s poems, which could be partly a result of the distance from which they’re written (that is, from which the places are remembered and evoked), and because the views most residents have of that city, when leaving it or returning after a long time, are from the air. There is, however, more than one rear-view mirror here too – including in the final poem’s somewhat febrile litany of place names, a poem which also contains my favourite line of the book: ‘defenestrating apple cores at 140 kmph’ (‘Directions’).
Continue reading

Στέφανος Ροζάνης, Δύο ποιήματα

1196071023

Άνάγραμμα

Τό άνάγραμμά μου μπορεί νά είναι τό ψευδώνυμο τής αγάπης σου.
Αύτό δεν θά είχε σημασία παρά μόνο αν οί λέξεις έπαιρναν
τό σχήμα σου κάθε φορά πού μ’ άκουγες νά σέ φωνάζω άπό
μακριά κι έσύ άνταποκρινόσουν μ’ ένα «δέν ξέρω» πού μέσα
του έκρυβε τόν θάνατο αύτών πού γνωρίσαμε.

’Αγέλαστοι καί μέ κομμένη τήν άνάσα νοσταλγούμε τό
γέλιο, άπλώνουμε τά χέρια μας σ’ ό,τι δέν υπάρχει, στις
σκοτεινές αναταράζεις πού μάς άφησαν άφωνους καί άπορούμε
αν όσα άκούσαμε ήταν φωνή ή των ήχων μιά άπρόσμενη σύγχυση.

Ξεραμένα δέντρα πού κάποτε τά άπειλοΰσε ό άνεμος,
άηχες κραυγές αύτοδάπανες, άνερμάτιστα βλέμματα έρμαια
των ονείρων.

Ό άνεμος δέν θά περάσει, δέν θά μάς βρει, κι άν μείναμε
μόνοι είναι γιατί ζητήσαμε τό άλλο μας όνομα.

Αν μέ καλέσεις δέν θά ξέρω πιά ποιός είμαι.

***

Ώρες

Ώρες πού περίμενα ν’ αδειάσει τό σπίτι
Μ’ ένα ραβδί παραπλανημένου μάγου
Νά γίνει ένδιαίτημα ονείρων
Καί χώρος άκατοίκητος
’Απ’ τίς σκιές πού ρίχνουν τά πράγματα στους τοίχους
’Απ’ τίς φωνές πού άνασύρουν τά πεπραγμένα τής ημέρας
’Από τίς προσδοκίες έγκλεισμαύ όσων έδιάβηκαν τό κατώφλι

Ώρες πού διέσυραν τή μνήμη
Πού άπειλητικά τήν έσυραν έκεί πού έξαντλεΐται όπως κάτι χιλιοειπωμένο
Όπως ή οικειότητα άνάμεσα σέ παλιούς εραστές

Ώρες πού έβλεπα τό πρόσωπό σου σ’ έναν καθρέφτη

*Από τη συλλογή “Ανεπίδοτο”, Εκδόσεις Έρασμος, 2004, σελ 18 και 26.

Γιάννης Χαιρέτης, Απειλή

anailihand6-thumb-large

Αφομοιώθηκα,
αναλώθηκα
σ’ ανεξιχνίαστα ερωτηματικά
και ψυχοφθόρα διλήμματα…

Καιρός της περισυλλογής
ή καιρός της μεταμέλειας;

Στους λίθινους τροχούς
των αναμνήσεων μου,
στους αρχαίους άξονες
της Φαντασίας μου
ξαναγυρίζω.
Αιωρούμενες απειλές,
θανάσιμες παγίδες
καταδυναστέβουν
τις Ημέρες μου.

Εγκαταλείπω τον αγώνα
ή με εγκαταλείπουν
οι δυνάμεις μου;
Έτσι λοιπόν
στους άκαμπτους νόμους
της Λογικής
θα υποκύπτουν
οι Πράξεις μου;…

Νοσταλγία
των χαμένων Χρωμάτων
μη με εγκαταλείπεις.

*Από τη συλλογή “Ο κήπος των απολάψεων”, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, 1992, σελ. 75.

Czeslaw Milosz, Time of Year / Εποχή του χρόνου

In the deep stillness of my favorite month,
October (maples reddening, oaks in bronze,
Here and there a pale yellow birch left)
I celebrated a hiatus in time.

The borders of the realm of death lay all around me,
Round a bend in the avenue, beyond the parkland lawns,
But I did not have to enter, not having been called.

Motorboats pulled onto the bank, pine-needles on the paths,
The river flowing in darkness, no lights on the far side.

I was going to a ball of spirits and sorcerers
Where a delegation would appear bewigged and masked
To dance unrecognized in the pageant of the living.

Εποχή του χρόνου

Στη βαθιά ηρεμία του αγαπημένου μου μήνα,
Οκτώβριος (σφεντάμια γίνονται ερυθρά, βελανιδιές μπρούτζινες
Εδώ κι εκεί μια ανοιχτοκίτρινη σημύδα αφημένη)
Γιόρτασα ένα κενό στον χρόνο.

Τα σύνορα του βασιλείου του θανάτου ερημώνουν όλα γύρω μου,
Γύρω από μια στροφή στη λεωφόρο, πέρα από το γρασίδι στο πάρκο,
Όμως, δεν έπρεπε να εισέλθω, αφού δεν είχα κληθεί.

Μηχανόβαρκες σταθμεύουν στις όχθες, πευκοβελόνες στα μονοπάτια,
Το ποτάμι ρέει μέσα στο σκοτάδι, δεν υπάρχουν φώτα στη μακρινή πλευρά.

Πήγαινα σε έναν χορό αλκοολούχων και μάγων
Όπου μια αντιπροσωπεία με περούκες και μάσκες θα εμφανιστεί
Να χορεύει παραγνωρισμένη στα καλλιστεία της ζωής.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

img_4474

Lucifugo, Το Ναυάγιο

Refugees-off-Rhodes-2015-Source-action-press

Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…

σιγοψιθυρίζουν
μέσα κι όξω απ’ τα μηνίγγια μας
οι σειρήνες που προσκαλούν
το βλέμμα και την προσοχή
να στρέφουμε
στ’ άστρα τ’ ουρανού
μακριά απ’ την κοκκινισμένη θάλασσα!

Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…

το λυσσομάνι
και η φουσκοθαλασσιά της ζωής,
της ζωής που-φτιάχνουμε-μαζί,
εδώ και καιρό
έχει πάψει να ξεβράζει
στις ακτές της ναυαγούς
και μισολιγόθυμους ζωντανούς

ξερνάει πνιγμένους
κι ολότελα νεκρούς
-γυναίκες-άνδρες-παιδιά-
σώματα ανθρώπινα
στα σύνορα απαγορευμένα
που πυρπολούνται
σαν μάγισσες στην πυρά
για να καούν
και να ταφούν ζωντανά
κάτω απ’ το βυθό της θάλασσας

Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…

το πρωί ξυπνούμε
βήχοντας απ’ τα πνεμόνια μας
το νερό
του χτεσινού πνιγμού τους

το βράδυ στον ύπνο
μάς επισκέπτονται
τα φαντάσματά τους
ζητώντας λίγο χώμα στεγνό
για να θάψουν τους μελλοντικούς νεκρούς τους

Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…

στις πόλεις και τα χωρία όπου κατοικούμε
μάθαμε τα χέρια να νίπτουμε
μέσα στο αίμα των άλλων,
αμίλητοι να στεκόμαστε
μπροστά στο ξεψύχισμά τους
και τους ώμους αδιάφορα
να κουνούμε
μπροστά στο θάνατό τους

Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…

εμείς, μόνο εμείς είμαστε η ρημαγμένη θάλασσα
που κλείνει στα σωθικά της
τα μουλιασμένα σώματα όλων των πνιγμένων
ετούτου-εδώ-του-κόσμου

όσο κι αν σφυρίζουμε αδιάφορα
στρέφοντας το βλέμμα μας
στ’ ουρανού τ’ άστρα

τ’ αστέρια άλλο δεν τ’ αντέχουνε
τη νύχτα να φωτίζουνε
τον ολοήμερο πνιγμό
που αίμα στάζει
σε στεριά και θάλασσα
και για άλλες θάλασσες, για άλλες στεριές
για άλλους ουρανούς πέφτουν και πεθαίνουν

Lucifugo, a diavolo in corpo

4 Σεπτεμβρίου ’15