Aristeidis G. Paradissis, Two poems

dsc_0107

A COLD DRINK AT THE NEW PLAKA

Ten years later at La Trobe University

“Nos plaisirs les plus doux ne vont point sans tristesse.”
Pierre Corneille, Horace, V. i.

the hot day grips me tight in sweat
as I creep into the most current cafeteria
ghosts from the past drift in with me
flowing old friends whose eyes spoke brightly of life
cet eclair dans nos yeux que nous nommons la vie
(Lamartine radiated laments as he gazed at lakes and graves)
I touch old whispers as I clutch my glass of cold pretexts
and sip slow memories amid the tellurian bustle
of bodies I don’t know
cappuccino and cake yells a publicity-conscious window
loudly to the diminished day outside
in the Agora the four bodybuilder plane trees
are still trying to stand guard against the gatecrasher years
ripples of history begin to lap at me
I can hear the smooth scattered.tootling of Athenian flutes
as the Long Walls are pulled down

***

THE ABANDONED BEACH

soft despondency of the sea waves
the abandoned beach seems a Sahara to me
grey flight to the horizon of bitter clouds
the dazed ship knows where it will reach land

let the night ring let the hour come
I’m going the days remain

very far from here lies the panting sun
a bandaged silence fills my ears
a single seagull lectures the survivors
and Apollinaire smiles in his sleep

let the night ring let the hour come
I’m going the days remain

Τι δεν πρόλαβε να δει ο Νίκος Καββαδίας

Το κόσκινο's avatarAmphibian Fate

Κάτι που δεν πρόλαβε, ήταν ν’ ακούσει τους στίχους του μελοποιημένους, από τον Γιάννη Σπανό, το Θάνο Μικρούτσικο, τη Μαρίζα Κωχ και τόσους άλλους αξιόλογους μουσικούς, διαφορετικών τάσεων και ικανοτήτων, που αργότερα καταπιάστηκαν με την ποίησή του, φέρνοντάς τη στα χείλη ανθρώπων, κυρίως νέων. Κι είναι άξιον απορίας, το ότι δεν επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο νωρίτερα, μιας και τα ποιήματά του, διαθέτουν από φυσικού τους μια μουσικότητα αξιοθαύμαστη!

Το 1977, δυο χρόνια μετά το θάνατο του Καββαδία, ο σκηνοθέτης Τάσος Ψαρράς γύρισε την κοινωνική σειρά “Πορεία 090” για λογαριασμό της τότε κρατικής τηλεόρασης. Το σενάριο, που υπογράφει ο ίδιος, είχε να κάνει με τις περιπέτειες και τις συνθήκες διαβίωσης των ναυτικών, στη διάρκεια ενός ταξιδιού του φορτηγού πλοίου «Αργώ» από την Πύλο, όπου επιβιβάζεται το καινούργιο πλήρωμα, μέχρι την Ιαπωνία, που είναι και ο τελικός προορισμός του ταξιδιού.

Η μουσική επένδυση της σειράς προτάθηκε στον συνθέτη Θάνο Μικρούτσικο, που εξέφρασε την…

View original post 167 more words

Κώστας Σοφιανός, Τρία ποιήματα

Photo: Gennadi Blokhin

Photo: Gennadi Blokhin


Η ΡΥΘΜΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΦΘΟΡΑΣ ΣΤΑ ΡΟΔΙΝΑ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ

Στέκομαι και την κοιτάζω που παίζει με τα βότσαλα˙

πηγαινοέρχεται στην παραλία και παίζει με τα βότσαλα:

– φέρνει χαρτιά, φέρνει ξύλα,

βρέχει την άμμο, βρέχει τον αέρα,

θέλει να βρέξει τα καλά μου πέδιλα,

θέλει να φύγω, θέλει να με διώξει

δε θέλει να τη βλέπω που παίζει με τα βότσαλα.

Στέκομαι και την κοιτάζω που παίζει με τα βότσαλα˙

κανείς δεν έχει την ηλικία της

κι όμως

παίζει με τα βότσαλα που έφτιαξε, ως φαίνεται,

για να παίζει.
Στέκομαι και την κοιτάζω που παίζει με τα βότσαλα

και σκέφτομαι,

ακέραια μόνος και ολοένα λιγότερος,

την άλλη,

την ευρύτατη θάλασσα,

που σα βότσαλο,

με άλλα βότσαλα

με συμφύρει και με φθείρει

έτσι- για να παίζει…

***

ΝΙΨΟΝΑΝΟΜΗΜΑΤΑΜΗΜΟΝΑΝΟΨΙΝ

Δόξα

και μνήμη

της σκονισμένης πέτρας,

βροχή Ιουλίου

π’ ανασύρεις τα χρώματα

και δείχνεις

πόσο πιέζονται τα ορυκτά ώσπου να γίνουν!

…Απρόβλεπτο νερό

ξέπλυνε κ’ εμένα

από τη σκόνη των ματαιώσεων˙

κάνε

να λάμψουν μέσα μου

όσα προδίδω.

***

ΚΑΡΤΕΣΙΑΝΟ

Αν κατεβώ στον εαυτό μου

θα χαθώ
αν ανεβώ στον εαυτό μου

θα πέσω

γι’ αυτό στριμώχνομαι όπως-όπως

σ’ Ι αυτό

που λεν σ υ ν ε ί δ η σ η

κ’ έτσι – σκεπτόμενος – υπάρχω.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Επιθυμία

51

(Σ.Κ.)

για τον ανθισμένο κούρο
που έκανε τοξοβολία
ένα βράδυ του μικρού καλοκαιριού

(λες και οι πνοές ξεκινούν μονάχα τα βράδια ∙
πνοές μέσα από σώματα που δεν μιλούν,
από υπάρξεις που αρέσκονται στο να κοιτούν)

                                                      Νέττα, 11/10/2015

Νίκος Βαρδάκας, Τέσσερα ποιήματα

Σύνθεση: Jackson Pollock

Σύνθεση: Jackson Pollock

Αρχή

Η ζωή μου ξεκινάει πάλι.
Η αρχή είναι σαν το μαχαίρι
που κόβω το παρελθόν.

***

Νησί

Το νησί εκείνο στέκει μόνο
στην θάλασσα. Όπως και εγώ
ανάμεσα στους συνανθρώπους μου.

***

Θέληση

Η θέλησή μου είναι σφαίρα. Η
πράξη μου θα γίνει πιστόλι να
σκοτώσω τους φόβους μου.

***

Χέρια

Ευλογημένα τα χέρια που
ποτίζουν τη γη. Καρποί
θα φυτρώσουν με κόπο.

*Από το βιβλίο “Μέχρι την λύτρωση”, Θεσσαλονίκη, Ιούλιος 2015.

Μάρθα Μυλωνά, Δέσμιοι

photo

Ταξιδεύοντας την Ελλάδα του 2010

Οι φύλακες πολλών ειδών,
με κλειδιά διαφόρων σχημάτων
ποικίλων ήχων,
κρούσματα συνηθισμένα ή ασυνήθιστα,
φωνές γνώριμες, θεσπέσιες, φιλικές,
αλαζονικές ή εκφοβιστικές,
και πάνω στο πλαδαρό μας μυαλό
κατοχυρώνονται, πλάθουν
και αναπλάθουν τις αφηγήσεις μας
διεκδικούνε το είναι μας
κάνουν συνδέσεις και επανασυνδέσεις
στα νευρόνια του νου
κι εμείς άβουλοι και βολεμένοι
αφημένοι στην ευνοιοκρατία
που καλλιεργήσαμε σε τέχνη,
στην έλλειψη πραγματικής φωνής αφημένοι
φωνή που κατοχυρώσαμε παρά μόνο στο
ρητορεύειν, στη θεατρική διαμάχη και κάθαρση
στη φιλαρέσκεια και διαμέλιση
στην εξαφάνιση του είδους πορευόμαστε ταχέως
με αβρότητα πάντως και συναυλίες
γιατί μόνο εκεί κάπου
σε κάποιο τραγούδι, όλοι, βρισκόματε
μ’ όλες τις ψευδαισθήσεις,
Σίσυφοι,
θύτες και θύματα
δέσμιοι πάντα.

Αθήνα 2010

Fuck all lines (ηχητικό ντοκιμαντέρ)

Teflon's avatarΤεφλόν | Ποιητικό Σκεύος

1b

Fuck all lines
Ένα ηχητικό ντοκιμαντέρ των Jason Bakey και Jazra Khaleed

Ακούστε το εδώ

Το βράδυ της 24ης Σεπτεμβρίου 2015 εκατοντάδες μετανάστες, κυρίως από τη Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν,
περιμένουν στο λιμάνι της Μυτιλήνης το πλοίο που θα τους μεταφέρει στον Πειραιά.

View original post

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

log_ektos_eaftou

ΠΡΩΘΥΣΤΕΡΟ

Μεγάλα λόγια σαν σπάσιμο γυαλιού ξεθύμαναν στις πλατείες
Κατάφωρη παραβίαση των κανόνων δόμησης του ήλιου
Πλεκτάνη η αγάπη σου με θραύσματα χιονιού
Ανέκοψε τη σταθερή πορεία μου προς τον ουρανό.
Η νύχτα πια έχει το σχήμα του χταποδιού
Που εκτοξεύει μελάνι και βιτριόλι στα μάτια.

Ακούμπησα σε μια σκιά, παρά πόδα κρατώντας τη θλίψη
Αγκάλιασα το θάνατο καθώς επέστρεφε απ’ τη συναγωγή
Το όπλο εκπυρσοκρότησε και μοναξιές γέμισε το δωμάτιο
Δεν ήταν όλες δικές μου – κι η άνοιξη είχε συμμετοχή.

Αράδιασα στο τραπέζι απαρχαιωμένες μνήμες
Έκανα τόπο να περάσει το άρμα της τύψης
Υποχρέωσα το παρελθόν να οριοθετήσει το άπειρο
Που κρύβεσαι τους χειμωνιάτικους μήνες.

Έξω απ’ το παράθυρο το μέλλον έπαιζε φυσαρμόνικα
Μετρώντας από τώρα τους δικούς του νεκρούς.

***

ΘΝΗΤΟΣ

Κι αν ακόμη μιλώ σε τυφλούς
Δεν ακούω πια τα χρώματα
Αγγίζω τη σκληρότητα του ανέμου
Γεύομαι μπαγιάτικες μυρωδιές
Κι αναπνέω μόνο πικρές σκέψεις.

Παρά ταύτα
Έχω δικαίωμα να πεθάνω ελεύθερος
Μη μου στερήσετε αυτή την τιμή
Θέλω ν’ αφήσω διαθήκη ένα χαμόγελο
Κι ένα σκύλο ν’ ακολουθεί την κηδεία μου
Μια κρύα μέρα με πολλά σύννεφα.

Αν θεωρήσετε ότι δε σας έβλαψα
Δώστε μου μια δεύτερη ζωή
Εγώ πάντα ο ίδιος θα είμαι
Την οροφή του κόσμου
Θα συντρίβω μεσάνυχτα
Και μετά θα πηγαίνω για ύπνο
Κάνοντας τον ανήξερο
Και ρίχνοντας το φταίξιμο
Στα τραύματα της παιδικής ηλικίας.

Άλλωστε
Πολλές γυναίκες με ακολούθησαν
Λίγες με αγάπησαν
Και μόνο μία
Πρόφερε σωστά τ’ όνομά μου.

Καλές οι κραιπάλες
Καλύτερες οι μοναξιές
Μα τίποτα δε θα με σώσει
Απ’ τα δόντια του χρόνου.
Μαζί θα κοιμόμαστε
Μαζί θα ξενυχτάμε
Αλλά στο τέλος
Αυτός θα κλείσει πρώτος το φως.

Πρέπει να φύγω τώρα
Να προλάβω να σώσω τη θάλασσα απ’ τη φωτιά
Γιατί δε θα υπάρχει πια καιρός να μετανοήσω
Αφού στις δώδεκα θα ξαναγίνω θνητός.

*Από τη νέα συλλογή του Γιώργου Γκανέλη “Εκτός Εαυτού”, Εκδόισεις “Στοχαστής”.

Γιώργος Λίλλης, Δύο ποιήματα

nik010384

ΕΡΕΙΠΙΑ

Σιγουρεύω τα βήματα

Ο δρόμος έχει γεμίσει χορτάρια
και οι πέτρες δείχνουν στο βάθος
το ξεχασμένο χωριό.
Γέρικες ελιές προσφέρουν τη σκιά τους
στο καμένο ξωκλήσι.

Ο κόσμος, σκέφτομαι, δεν μας ανήκει.
του ανήκουμε.

***

ΜΕΘΟΡΙΟΣ

Τον περισσότερο καιρό μοιάζουμε
πάνοπλοι σκοπευτές σε παραμεθόρια φυλάκια.
Έτοιμοι να χτυπήσουμε έναν ανύπαρκτο εχθρό.
Περιμένοντας ένα νεύμα, μια φωνή
κάτι που να μας δείξει τέλος πάντων ότι εξυπηρετεί
η παρουσία μας εδώ.
Χρόνια τώρα, κι ας είναι τα καράβια που μας φέραν
καταστρεμμένα και οι σημαίες μας τρύπιες.

Δεν γίνεται τίποτα εδώ. Μονάχα η κίνηση του ήλιου
κάθε πρωί
και η κοίμησή του το δείλι, το φεγγάρι, τ’ αστέρια.
Πολλοί δεν άντεξαν. Φύγαν. Δεν γύρισαν.
Υπάρχουν κι άλλοι που τα είδαν όλα
και τώρα στη λήθη αναπαύονται
κι άλλοι που δεν είδαν τίποτα κι ακόμα προσμένουν
κι άλλοι που είδαν και κάναν πως δεν είδαν.

Εμείς οι υπόλοιποι, τι να κάναμε; πήραμε
τα σκουριασμένα μας όπλα και σημαδέψαμε.
Εξ άλλου αυτό δεν ήταν το χρέος μας;

*Από τη συλλογή “Το Δέρμα της Νύχτας”, εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 1999.

ceb3cebb-3-70