Sitting at this bar
Thinking of places
Afar
In my glass of beer
I see
Thru the smoke-filled haze
Of this room
Like a crystal vision
Looms
A ribbon of cement
Black line down the middle
Perdition bent
Like a galloping snake
On the make
Thru treeless prairies
And bottomless passes
Ever in motion
Over a moonkissed desert
Toward golden California
Grasses
Stopped only
By a big blue ocean,
Man—-!
Give me the song
If you can
Of a greyhound motor’s
Tirade
Crawling along
Some old ten-mile grade
Where life can be complete…
Janet Galbraith, Invasion Day 2016
Whose lands are these? I surely know.
The Nyoongar people tell me so.
I sit and watch the ocean blue
where ancestors were forced to go
by other’s ancestors, it’s true
they chained and hobbled, made a queue
of boys, young men and elders proud
took them hostage. Don’t misconstrue
the wadjela’s plans to enshroud
their brutality uncowed.
And now on this invasion day
I watch tourists to the isle crowd,
their own history disavowed,
instead their being is endowed
with memory that has disallowed
this genocide to be avowed.
Στα ίχνη του ανέμου: Ινδιάνικη Ποίηση
Εκλιπαρώντας την ανάσα
(Zuni)
Εκλιπαρώντας την ανάσα του θεού
τη ζωοδότρα ανάσα του
την αρχαία ανάσα του
την ανάσα των νερών
την ανάσα των σπόρων
την ανάσα των αγαθών
την ανάσα της γονιμότητας
την ανάσα της δύναμης
την ανάσα του δυνατού πνεύματος
την ανάσα κάθε ευτυχίας
ζητώντας την ανάσα του
και μέσα στο ζεστό μου σώμα τραβώντας την ανάσα του
τη φυσάω στην ανάσα σου
ευτυχισμένες πάντα για να ζεις.
Φιλία
(Aztec)
Σαν φτερό από κετζάλ*, σαν ευωδιαστό λουλούδι
λάμπει η φιλία:
σαν φτερά ερωδιού υφαίνεται γεμάτη στολίδια.
Το τραγούδι μας είναι φωνή πουλιού σαν κουδουνάκι:
Τι όμορφα που κάνεις κι αντηχεί!
Εδώ, ανάμεσα στα λουλούδια που μας περικλείουν
ανάμεσα στα ανθισμένα λουλούδια, τραγουδάς.
* Σ.τ.μ.: Εξωτικό πουλί.
Το παράπονο μιας γυναίκας
(Aztec)
Τι θα κάνω; Ο άντρας μου με συγκρίνει
με κόκκινο αγριολούλουδο.
Όταν θα έχω μαραθεί στα χέρια του
θα μ’ αφήσει.
Λόγια της μητέρας στο νεογέννητο γιο της
την ώρα που κόβει τον ομφάλιο λώρο
(Aztec)
Κόβω από την κοιλιά σου τον αφαλό:
να ξέρεις πως ο τόπος που γεννήθηκες δεν είναι η πατρίδα σου,
γιατί είσαι υπηρέτης και πολεμιστής,
είσαι το πουλί που λέγεται κετζάλ,
είσαι το πουλί που λέγεται ζακουάν,
είσαι υπηρέτης και πολεμιστής
Εκείνου που κατοικεί σε Όλους τους Τόπους.
Το σπίτι που γεννήθηκες δεν είναι παρά η φωλιά σου.
Είναι ένας σταθμός στο δρόμο σου.
Είναι το σημείο εισόδου σου στον κόσμο.
Εδώ ξεπήδησες, εδώ άνθισες.
Εδώ αποχωρίζεσαι τη μάνα σου
σαν το πελεκούδι που κόπηκε απ’ την πέτρα.
Σε μια αγαπημένη γυναίκα
(Otomi)
Στον ουρανό ένα φεγγάρι·
στο πρόσωπο σου ένα στόμα.
Στον ουρανό πολλά άστρα·
στο πρόσωπο σου μόνο δύο μάτια.
Ερωτικό τραγούδι
(Nahuatl)
Δεν ξέρω αν έλειψες ποτέ:
κοιμάμαι μαζί σου,
ξυπνώ μαζί σου,
στα όνειρα είσαι μαζί μου.
Αν τα σκουλαρίκια στ’ αυτιά μου κουδουνίσουν
ξέρω είσαι εσύ που κινείσαι στην καρδιά μου.
Δεν μπορώ να σε ξεχάσω
(Makah)
Όσο σκληρά κι αν προσπαθώ
πάντα στις σκέψεις μου γυρνάς.
Όταν μ’ ακούς να τραγουδώ,
στ’ αλήθεια κλαίω για σένα.
Μαγική συνταγή για να στεριώσει η αγάπη της νύφης¹
(Cherokee)
Άκουσε!
Όμως τώρα την σκέπασες μοναξιά.
Τα μάτιά της έσβησαν.
Το βλέμμά της προσηλώθηκε σ’ ένα μονάχα.
Η ψυχή της που να δραπετεύσει;
Άστην να πάει προχωρώντας
και όχι μόνο για μια νύχτα.
Άστην να πλανιέται χωρίς σκοπό
και τ’ αχνάρια της ποτέ να μην τ’ ακολουθεί κανείς.
Ω Μαύρη Αράχνη,
Κράτησε στα δίχτυα σου την ψυχή της,
ποτέ να μην ξεφύγει.
Πως τη λένε την ψυχή;²
Τώρα ενώθηκαν.
Είναι δική μου!
Σ.τ.μ.:
¹ – Προσευχή του γαμπρού στη «Μαύρη Αράχνη».
² – Μαθαίνοντας το όνομα της ψυχής θα την υποτάξει.
Το φεγγάρι και ο χρόνος
(Maya)
Το φεγγάρι και ο χρόνος
ταξιδεύουν και φεύγουν:
το ίδιο κι η μέρα,
το ίδιο κι ο άνεμος.
Έτσι και η σάρκα φεύγει
στον τόπο της γαλήνης της.
Ήρθαν από την ανατολή
(Maya)
Ήρθαν από την ανατολή.
Τότε άρχισε και ο Χριστιανισμός.
Η προφητεία του εκπληρώθηκε στην ανατολή…
Τότε με τον αληθινό Θεό, τον αληθινό Dios
άρχισε η δυστυχία μας.
Ήταν η αρχή των φόρων
η αρχή των χρεών στην εκκλησία
η αρχή της αρπαγής των πορτοφολιών
η αρχή του πολέμου με τουφέκια
η αρχή στο ποδοπάτημα των ανθρώπων
η αρχή των βίαιων κλοπών
η αρχή των βίαιων οφειλών
η αρχή των οφειλών στηριγμένων στην ψευδομαρτυρία
η αρχή της πάλης των ανθρώπων
η αρχή της οργής.
Τραγούδι ονείρου
(Papago)
Εκεί που διασταυρώνονται τα βουνά.
Στην κορυφή του βουνού, ούτε ξέρω που.
Περιπλανήθηκα εκεί που το μυαλό
και η καρδιά μου έμοιαζαν χαμένα.
Έφυγα μακριά.
Προφητεία
(Iroquois)
Πριν πολλούς χειμώνες οι σοφοί μας πρόγονοι πρόβλεψαν πως ένα μεγάλο θηρίο θα ερχόταν από την ανατολή και, καθώς θα προχωρούσε, θα καταβρόχθιζε τη χώρα. Αυτό το θηρίο είναι η λευκή φυλή και η πρόβλεψη κοντεύει να επαληθευτεί. Συμβούλεψαν τα παιδιά τους, όταν άρχιζαν να αδυνατίζουν, να φυτέψουν ένα δέντρο με τέσσερις ρίζες που να διακλαδίζονται στο βορρά, στο νότο, στην ανατολή και στη δύση, και τότε να μαζευτούν κάτω απ’ τη σκιά του και να κατοικήσουν ενωμένοι και μονιασμένοι. Αυτό το δέντρο προτείνω να είναι αυτό εδώ το σημείο. Εδώ να μαζευτούμε. Εδώ να ζήσουμε κι εδώ να πεθάνουμε.
Τραγούδι
(Eskimo)
Και ξαναθυμάμαι
τις μικρές μου περιπέτειες.
Όταν ξανοίχτηκα με ένα θαλασσινό άνεμο
στο καγιάκ μου
και νόμισα πως κινδύνευα.
Οι φόβοι μου
που θεωρούσα μεγάλους
για όλα τα επίγεια
που έπρεπε να βρω και να αποκτήσω.
Κι όμως υπάρχει μόνο ένα μεγάλο πράγμα
το σπουδαιότερο πράγμα:
να ζήσω για να δω στα καλύβια και στα ταξίδια
τη μεγάλη μέρα που ξημερώνει
και το φως που γεμίζει τη γη.
————-
Zuni: Ινδιάνοι του δυτικού Νέου Μεξικού.
Aztec: Κάτοικοι του αρχαίου Μεξικού, ιδρυτές της μεγάλης αυτοκρατορίας των Αζτέκων.
Otomi: Γλώσσα του κεντρικού Μεξικού.
Nahuatl: Γλώσσα των Αζτέκων που χρησιμοποιείται ακόμα στο κεντρικό Μεξικό.
Makah: Ινδιάνοι της περιοχής Κέιπ Φλάτερι στην Ουάσιγκτον.
Cherokee: Ινδιάνοι της Βόρειας Καρολίνας και Οκλαχόμα.
Maya: Αρχαίοι κάτοικοι του Γιουκατάν και της Γουατεμάλας, της αυτοκρατορίας των Μάγια.
Papago: Ινδιάνοι της ανατολικής Αριζόνας.
Iroquois: Γενική ονομασία ινδιάνικων φυλών της περιοχής της Ν.Υ. και του γειτονικού Καναδά.
Eskimo: Γενική ονομασία των κατοίκων των Αρκτικών ακτών.
————-
*Επιλογή ποιημάτων από το βιβλίο “Ινδιάνικη ποίηση – Στα ίχνη του ανέμου”, εισαγωγή, μετάφραση και σημειώσεις Ειρήνη Βρης, εκδόσεις «Οδός Πανός», 1984.
**Απόσπασμα από την εισαγωγή, Ειρήνη Βρης.
[…]
Ο όρος ΄΄Ινδιάνικη ποίηση΄΄, συμπεριλαμβάνει τραγούδια, προσευχές, ύμνους, ομιλίες, προφητείες, μύθους και χρονικά, που διασώθηκαν είτε προφορικά με την παράδοση, είτε από χειρόγραφα των ίδιων των Ινδιάνων, που έμαθαν να γράφουν τη μητρική τους γλώσσα με το Ρωμανικό αλφάβητο ή παραλλαγές του.
[…]
————-
***Αφιερωμένο στη μνήμη των Ψυχών των αυτοχθόνων ιθαγενών Ινδιάνων όλης της Αμερικανικής Ηπείρου, που σφαγιάστηκαν, λεηλατήθηκαν, έχασαν τον πολιτισμό τους, βιάστηκαν στην κυριολεξία, από τη Λευκή Φυλή, από τους Ευρωπαίους, εις το όνομα του Καθολικού Χριστιανισμού, με τσεκούρι, σπαθί και μπαρούτι, κυρίως, από τους Ισπανούς, Πορτογάλους, Εγγλέζους και Γάλλους. Λέγεται πως η μεγαλύτερη σφαγή στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι αυτή του 1ου και 2ου Παγκοσμίου Πολέμου τον 20ο αιώνα (τι σύμπτωση: πάλι από τους Ευρωπαίους!), αλλά, από τον 15ο έως και τον 19ο αιώνα, που κατακρεουργήθηκαν εκατομμύρια ψυχές αυτών των λαμπερών πολιτισμών, που Υμνούσαν τη Φύση και την ίδια τη Ζωή, σε όλο της το μεγαλείο…
****Αφιερωμένο και στους σημερινούς Λαούς της Νοτιοαμερικανικής Ηπείρου που καταδυναστεύονται στη πλειοψηφία τους από φασιστικά, δικτατορικά καθεστώτα, που σαν καλοπληρωμένες μαριονέττες, κυρίως από το Κεφάλαιο των Η.Π.Α., κάνουν τη δική τους βρώμικη δουλειά…
H Kική Δημουλά για τη Μαρία Κυρτζάκη
Kαι τι θα πει δεν πέθανα και πώς
τον θάνατο θάνατο ονομάζεις
πώς να υπάρξει όνομα στον θάνατο πώς
να φθογγούται ο θάνατος και πώς
ο θάνατος να καρπωθεί το «ξέρω του θανάτου»
Ειδέναι Οίδα Οιδίποδας.
Μόνο με ψεύδη βεβαιώνεται η ζωή.
Μαρία Κυρτζάκη
(Εντευκτήριο, τχ. 72, 2006)
Σκέψεις για τη Μαρία Κυρτζάκη
Βαρύς σκάει κάτω ο υπαινιγμός μιας πτώσης: Στη μέση της ασφάλτου, τίτλος της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων της Μαρίας Κυρτζάκη. Ένας τίτλος-γδούπος. Σώα η πρωτοτυπία, πρόσθετα ανθεκτική με το να μην αποτελεί τίτλο καμιάς από τις περιεχόμενες συλλογές.
Μου επιβάλλεται η αινιγματική ηθική του: μόνος, πεσμένος στη μέση της ασφάλτου, δεν επιδιώκει νε επισύρει περίεργους γύρω του, δε βογκάει, δε ζητάει βοήθεια. Αντίθετα, προσφέρει βοήθεια, μας ψαύει όλους, μας δείχνει πού πονάμε, τι σπάσαμε πέφτοντας, και μας καθησυχάζει ότι είναι άθραυστη εκείνη η μεγάλη ανεξήγητη δύναμη που παράγεται από τα σπασμένα, ανήμπορα, σαστισμένα κομμάτια μας.
Ενας τίτλος καταμετρητής του πόσο όλους μας, λίγο-πολύ, μια βίαιη βουλή μάς αρπάζει από την ανυποψίαστη αγκαλιά της γέννησής μας και μας πετάει στη μέση της ασφάλτου, αφήνοντας να μας αναθρέψει ένας κίνδυνος. Θα μπορέσω άραγε να λεηλατήσω το σθεναρό μήνυμα αυτού του τίτλου;
Γιατί την ποίηση της Κυρτζάκη στο έπακρον την εκμεταλλεύτηκα, ταξιδεύοντας στα βάθη της και πολλά κερδίζοντας με το να πηγαινοέρχομαι δαπάναις της στην ανάγνωσή της. Την εκμεταλλεύτηκα ακόμα κι όταν τα βιβλία της έμεναν καιρό κλειστά τοποθετημένα κατ’ αλφαβητικό χρόνο και κατά χρονολογική αφοσίωσή μου στη βιβλιοθήκη, σε ράφι που έρχεται ακριβώς στο ύψος της μνήμης μου, για να τα βρίσκει εύκολα και να μη χάνομαι.
Χρόνια διανύω τις αποστάσεις τού τι πέτυχε από το ένα βήμα στο επόμενο και, παρόλο που η προσληπτικότητά μου δεν είναι τόσο γοργοπόδαρη όσο οι ικανότητες της Κυρτζάκη, ταξιδεύω εντούτοις και ευχερώς μεταφέρομαι με το ταχύ και ασφαλές μέσον της χαρούμενης, έστω αδέξιας, έκπληξης. Εκπληξης για τη νέα καλλιεργημένη έκταση που η κάθε καινούργια συλλογή της προσαρτά στον ποιητικό της χάρτη. Εκταση συναρπαστική, πριν καλά καλά την πλησιάσω, από εκεί που μόλις αρχίζει να προβάλλει θαμπή η καρποφορία της. Κλέβω κάθε φορά τους καρπούς, που έχουν τη σπάνια μεικτή γεύση: της απόλαυσης και της διδαχής. Διδαχή του τι σημαίνει οικονομία, τόλμη, αυθεντικότης, ρυθμός, αυστηρά λογοκρινόμενος λυρισμός και περιρρέουσα ουσία. Ιδιωτική γεύση, κανείς δεν με βλέπει. O,τι συλλαμβάνω το καταβροχθίζω με τα χέρια, χωρίς καλούς τρόπους, χωρίς μαχαίρι και πιρούνι ― το μαχαίρι άλλωστε το κρατούν σφιχτά οι στίχοι της Κυρτζάκη, είτε για να διαπράξουν έναν δίκαιο φόνο είτε για να αποτρέψουν έναν άδικο. Κλέβω, βάζω στην τσέπη μου ό,τι αντιστέκεται στην αντίληψή μου, επειδή ξέρω ότι στην επόμενη ανάγνωσή τους οι χυμοί θα μου έχουν εκμυστηρευτεί μια τουλάχιστον από τις πολλές οδούς τους.
Ξαναδιαβάζοντας τώρα τα ποιήματα της Κυρτζάκη, με κάπως πιο συγκρατημένη βέβαια βουλιμία, αφού αυτό το σημαντικό που μου υποβάλλουν είναι χορτάτο από τη συνεχή επιρροή τους επάνω μου, κρατώ ανοιχτές και τις παλιές συλλογές ―μια μια μόνη της, πεσμένη στη μέση της ασφάλτου―, γεμάτες από τα θαυμαστικά που είχα τοποθετήσει στις σελίδες τους να στέκουν σα φρουροί-προστάτες ποιημάτων, που με δέσμευαν να τα αγαπώ και να τα πιστεύω, θαυμαστικά που και τώρα προθυμοποιούνται να τα μεταφέρω ως φρουρούς και αυτής της εύφορης αναταραχής που μου γεννά η συγκεντρωμένη πια ποίηση της Κυρτζάκη, αυτό το κοινόβιο εντός του οποίου θα συνδημιουργηθούν ενωμένες όλες οι αρμονικές ιδιαιτερότητές της.
Ξαναδιαβάζοντας, αναβιώνει η παλιά προτίμησή μου να κάνω πάλι το ταξίδι σ’ αυτές τις ιδιαιτερότητες, μέσα από τους τίτλους των ποιητικών συλλογών της Κυρτζάκη, ελκόμενη ιδιαίτερα από τον ιδιότροπο βυθό της «Μαύρης Θάλασσας», περίεργη να δω τι αναπνέει στον βυθό αυτού του τίτλου που έδωσε η Κυρτζάκη στην προτελευταία της συλλογή, τίτλου που της επεβλήθη άνωθεν και που το αποδέχτηκε, μη ξέροντας γιατί, αλλά σίγουρη πάντως ότι αυτός ο τίτλος δεν παραπέμπει στη συνήθη, ευκολοσυμβολική μαυρίλα της διαθέσεως, τη γεμάτη σκυλόψαρα απελπισίας. Χωρίς να ζητήσω την άδεια της παραθέτω εδώ ποια εξήγηση ανακάλυψε η ίδια, αφού υιοθέτησε τον τίτλο:
Η επιλογή μου από τα ποιήματα που γράφτηκαν αυτά τα χρόνια είχε ως μόνο σημείο αναφοράς την έννοια Μαύρη Θάλασσα. Αφού κυκλοφόρησε το βιβλίο, μού ζήτησαν ένα μικρό κείμενο γι’ αυτό. Δεν ήξερα και πάλι τι να γράψω. Ανοιξα την εγκυκλοπαίδεια στη λήμμα «Μαύρη Θάλασσα». Εμεινα έκπληκτη. Νάτος λοιπόν ο τόπος της διαφοράς. Ο βυθός αυτής της θάλασσας, έγραφε, δεν έχει οξυγόνο πέρα από κάποια μέτρα και πάνω, αλλά παραδόξως αναπτύσσονται εκεί οργανισμοί – υπάρχει ζωή. Πιστεύω πολύ στην εσωτερική νομοτέλεια των πραγμάτων και αυτό εγώ ονομάζω φυσικότητα. Έκλεισα την εγκυκλοπαίδεια αναγνωρίζοντας αυτή τη νομοτέλεια. (περ. «Διαβάζω», 2000)
Μέσω λοιπόν αυτής της μυστηριώδους, της αυτοδύναμης ―της χωρίς οξυγόνο― αναπνοής προσεγγίζω, εξερευνώ δειγματοληπτικά και τις άλλες άκρως ευαίσθητες περιοχές όπου έχει αφήσει τα μισόκλειστα όστρακά της η ποίηση της Κυρτζάκη. Συγκρίνω, καταμετρώ, κάτι λείπει εδώ. Μια συλλογή: λείπουν οι «Σιωπηλές κραυγές» (1966), με την πρώτη νεανική τους οξύτητα. Πού τις κατέπνιξε άραγε, σε ποια σκληραγώγησή της, εν τω μεταξύ, η ποιήτρια; Ωστόσο εμένα αυτή η απουσία μού φέγγει να
Συλλογιέμαι τη μέρα
Που θα σφίξεις το μαχαίρι
Και θα καρφώσεις το βλέμμα στην πλάτη…
Διαπλέοντας αυτή την προφητεία που τρεμοσβήνει βγαίνω στις εκφοβίζουσες «Λέξεις»:
Οπως και να ‘χει το πράγμα
Οπως και να ‘χει
Περικυκλώνει ο φόβος
Οπως και να ‘χει
Η επικοινωνία εκτελείται…
Γδέρνεται η έλευσή μου στα τοιχώματα του «Κύκλου»:
Ωραίο που είναι το αυγουστιάτικο φεγγάρι
Ματώνει κάθε χρόνο στον πνιγμό μου.
Γέρνει έτοιμος να μπατάρει ο προορισμός της ισορροπίας. Είναι που κάθεται μόνοπαντα στην πρόθεσή μου η «Γυναίκα με το κοπάδι» ― πράξεων αδειασμένων από τα λόγια τους, κι όμως τι βάρος:
Εσύ πατρίδα μου είσαι μια πόρνη
[…]
καθόλου αθώα ― θύμα των ισχυρών ή
κάτι τέτοιο
την κλίση σου τη διάλεξες προσεχτικά
όπως προσεχτικά την πόρτα μου χτυπάς
και μεταμφιεσμένη σε ταλαίπωρο λαό
μου απαιτείς να παραδώσω την ψυχή
μου
Ανακόπτω πορεία. Στη βιασύνη μου να βγω από τον κύκλο πριν σκοτεινιάσει η εξ ορισμού μοιραία περίμετρός του, προσπέρασα κάτι ομάδες στίχων που επιπλέουν με γρήγορο ρυθμό οργισμένης μουσικής, ακαταπόνητοι και ανθεκτικοί. Οι περισσότεροι είναι πιασμένοι από τον αβύθιστο τίτλο τους: «Εταζέρα». Και παρακάτω δέκα μικροκαμωμένα ποιήματα επί σχεδίας τίτλου φτιαγμένης από το ίδιο το μικροκάμωμά τους και τον συνδετικό αριθμό τους: «Δέκα μικρά ποιήματα».
Ολα τα ποιήματα κρατούν αναμμένες λάμπες θυέλλης. Ναυαγοί; Μάλλον για σπηλαιολόγοι φαίνονται. Επειδή διακρίνω να κείνται επί της «Εταζέρας», δίκην μπιμπελό, σκελετοί αγωνίστριας προϊστορίας και μεταλλάξεώς της σε:
Εκατομμύρια έτη αυτοκινήτων
διανύουν την απόσταση
του κορμιού σου…
Ανιχνευτές σπηλαιώδους λυτρώσεως πρέπει να είναι αυτά τα «Δέκα μικρά ποιήματα», καθώς μεταφέρουν παμπάλαια πλην ζώντα κρανία διασήμων ζωγράφων που διδάσκουν μιαν εξαίσια παρακαμπτήρια μέθοδο όρασης, προσεγγίσεως:
Για να σε κοιτάξω
Ζωγραφίζω τρυπούλες στο τζάμι.
Ρίχνω φωτοβολίδες-σινιάλο. Απαντούν όχι, δεν είναι ναυαγοί. Είναι διορισμένοι από τον Θεό ανιχνευτές της επανορθώσεως των ίδιων των λαθών του.
Τινάζω τη σκόνη της πολύλογης αγάπης μου από την «Περίληψη για τη νύχτα», όπως αυτή η περίληψη αναπτύχθηκε, επεξετάθη, συμπεριέλαβε, πρωτοφόρεσε σώμα και θριάμβευσε ως «Ημέρια νύχτα»:
Ανενδοίαστα και σαν άρρωστη
Τ’ όραμά σου τραυλίζω
Με τις λέξεις σου φτιάχνω εικονίσματα
Και μετά στη φωτιά
Ανενδοίαστα εύχαρις σε ζυμώνω στις
στάχτες…
κι όλην αυτή την ευπαθή αντήχηση των αστραπόβροντων να πρέπει να την περάσω με προσοχή μέσα από τη «Σχιστή οδό», που λάξευσε η ποιήτρια κατά μήκος της γης των αισθήσεων, για να περάσουν άθικτες «οι ακτίνες της αλήθειας της».
Πουλάκι είναι και λαλεί πουλάκι είναι
Κι ας λέει
Ερχεται πέρασμα στενό έρχονται αγάπης
Λόγια
Σχιστή τη γλώσσα διασχίζει η οδός
Φάνηκε φόνος.
Προφυλαγμένο, τέλος, στα πιο μέσα σωθικά μου το πολύτιμο καταστάλαγμα της ποιητικής ωριμότητας της Κυρτζάκη, αλλά και καταστάλαγμα όλων των προσδοκιώ μας σε «Λιγοστό και να χάνεται».
Πλαταίνουν τα μάτια μου όταν ανατρέχουν σ’ αυτόν τον τίτλο. Σα να καταλήγουν σ’ έναν σοφό σταθμό. Εκεί όπου μαζεύονται και κατοικούν «γυμνές οι σημασίες». Καλώντας σε να μυηθείς στην απάρνηση του άφθονου και εύθυμου χρόνου, που γλεντοκοπάει με την αρχή των καταστάσεων, παρασύροντάς σε να χρειάζεσαι εκείνο το χρονοβόρο ενδιάμεσο μεταξύ αρχής και τέλους, που μόνο μισή τελικά ξεσηκώνει μεταξύ αρχής και τέλους και φόνοι διαπράττονται στο όνομα της αναμονής σου. Ναι, αυτός ο τίτλος είναι σα να ασπάζεσαι εκείνη την όλο και πιο αδύνατη γραμμή που αφήνουν οι διάττοντες σαν «λαμπαδίτσα που έκαιγε πριν την δείξει η νύχτα», σαν αυτή να είναι η έννοια του βίου μας. Λιγοστή και να χάνεται, πριν αρχίσει, πριν ακόμα λιγοστέψει και πριν ακόμα χαθεί.
Αχ νύχτα, νύχτα των ερώτων που
Κουβαλούν τα σώματα. Λυγίζουν
Απ’ το βάρος του σκληρού φωτός
Και σ’ απαρνούνται. Σε λησμονούν,
Καλύτερα.
Προσπάθησα εδώ να βιογραφήσω τη ρητή επιβλητικότητα και υποβλητικότητα των τίτλων που έδωσε η Μαρία Κυρτζάκη στις εννέα ως σήμερα ποιητικές συλλογές της. Ενόχλησα έτσι, ανεπίτρεπτα μάλλον, κάποια ποιήματα αποσπώντας τους στίχους τους οποίους θεώρησα ικανούς να αποδείξουν την άκρατη συνέπεια μεταξύ προανακρούσματος και αντηχήσεως, τη ριγηλή τάξη του ύφους, το ήθος των πνοών και τη σκιερή ατμόσφαιρα που κάτωθέ της ευδαιμονικά αναπαύεται το οδοιπόρο αποτέλεσμα. Ενήργησα έτσι όχι μόνον γιατί μόνο έτσι μπορούσα, αλλά γιατί μέσω αυτού του τρόπου μου ακουγόταν να παιανίζει νικηφόρος ο απόηχος της σκυταλοδρομίας, με πόση εμβέλεια το μαχαίρι που διαισθάνθηκαν οι πρώτες κιόλας νεανικές «Σιωπηλές κραυγές» της Κυρτζάκη περνάει από χέρι σε χέρι της κάθε συλλογής, για να καταλήξει νικηφόρο στη σφαγμένη κραυγή του «Λιγοστού και να χάνεται»
Τι μοναξιά Θεέ μου και πού μας έσπειρες
Και δεν μας ελυπήθης.
Κι ακόμα, ενήργησα έτσι θέλοντας να υπογραμμίσω πόσο πολύκλαδο, πόσο άθικτα πράσινο διατηρείται αυτό το γενεαλογικό δέντρο των παθών και της τιμωρίας τους που κατάστρωσε η Κυρτζάκη με μαθηματική γενναιότητα και εμβάθυνση στα αίτια και τα αιτιατά, εξασφαλίζοντας μελωδικό θρόισμα στο στωικό του φύλλωμα μέσω της έγχορδης γλώσσας της, διότι
Χωρίς τη γλώσσα πώς ν’ αρθρωθεί
Η φύση των πραγμάτων συλλογίζεται
Κι η μήτρα που τα γέννησε
Πώς να την ψαύσεις
Ενα γενεαλογικό δέντρο αξιόπιστο, βασισμένο σε πληροφορίες που συνέλεξεη ποιήτρια από έγκυρους επιζώντες θανάτους, πληροφορίες για την καταγωγή τους, για το ποια μακραίωνη τυχαιότης ή σκοπιμότης τους διαιώνισε, γιος ποιας δυσκολίας είναι ο έρωτας και από αυτόν και την έρμαιη ανάγκη να τον νιώθουμε ποιοι αμετανόητοι έρωτες γεννήθηκαν και ποιοι ψυχοπονιάρηδες εν συνεχεία στεναγμοί μάζεψαν από τον δρόμο και περιέθαλψαν όλες τις ορφανές συνέπειες, αφού
Ας μου ήταν γνωστό
Δεν εγνώριζα
Τα ονόματα σαν τα δέντρα
Πως έχουν τη ρίζα τους
Σκοτεινή και υπόγεια
Συλλογή πληροφοριών, που αφού τις βίωσε πρώτα η «σάρκα του αισθήματός» της για να τις μυρώσει με αυθεντικότητα, μας τις παραδίδει για να συμβάλουμε στην επαλήθευσή τους, συγκρίνοντας την αλληλέγγυη ομοιότητά τους με τα πάθη των δικών μας προσωπικών στεναγμών.
Ώστε
Μη γελαστούν και
Πλανηθούν και χάσουνε και δεν το
Δυο αυτοί το μέσα που κυβερνάει
Τις ζωές του κόσμου
Ή, όπως ακόμη πιο παρήγορα συμπτύσσει τους τέσσερις αυτούς στίχους σε έναν:
…και κάθε σώμα τις σημασίες του ανταλλάσσει.
Δωρήθηκε στην ποίηση της Κυρτζάκη να μην άγεται και φέρεται από εκείνη τη σκόρπια ανώνυμη θλίψη που επιδαψιλεύει σε πολλούς ποιητές ένα δακρύβρεχτο εύκολο κέρδος.
Κλαίει μεν η σοφία της, αλλά
Εχει το χάρισμα και του Θεού
Το δάκρυ. Σαν φυλακτό. Να οδηγεί
Σαν φως αυτή νυκτούρο στα
Σκοτεινά στη νύχτα και το έρεβος…
Καλλιεργεί και ξεκουράζει ότι λόγω της βαθύτατης παιδείας της βρίσκεις συχνά στα θέματά της και στον χειρισμό τους κλωστούλες και χνούδια που φέρνει από μακριά ο αθάνατος αέρας της μυθολογίας και των τραγωδιών που έγραψανοι πρόγονοί μας. Αλλά αυτά δεν είναι ως αποκλειστικό έδαφος για να πατήσει η ποιητική της εκτίναξη. Είναι για να γίνει πιο σφιχτό, πιο αδιαμφισβήτητο το πέρασμά μας από αυτόν τον περιπετειώδη πλανήτη.
Ο λόγος της ορθώνεται σαν ρομφαία. Λέει ή θανατώνει. Καρφώνεται με ένταση απαραχάρακτη και τιμωρεί τα αυτονόητα, τα κοινότοπα, είναι άγρια, τρυφερή, χαϊδεύει τις αδυναμίες, αλλά χαϊδεύει με τις ίδιες εκείνες γρατζουνιές που της προκάλεσε η γαμψή αφή των πραγμάτων. Ακούω συχνά το ουρλιαχτό του στίχου της: «Πεινάω σαν λύκος», αλλά δεν ανησυχώ. Ξέρω ότι είναι εκλεκτικός, δεν τρώει παραχωρήσεις.
Ποτάμι ορμητικό του πόθου
Χύνεται κάποτε η φωνή
Που στα κυλίσματά του θεριεύουν
Οι σκιές και στους χείμαρρους του
Ορμούν τα σύμφωνα αγκομαχητά
Να ξεψυχήσουν
Προς την ακρούλα
Τα φωνήεντα κοιτάζοντας
Όπως σε όχθη ναυαγός.
[…]
Κρυστάλλινη της μοναξιάς η όψη.
[«Μαύρη θάλασσα», 2000]
Και ασφαλώς και φυσικά η φωνή της Κυρτζάκη πρωτίστως απευθύνεται στον «Aλλον», τον επιζητά υπόκωφα, γλείφει με τον ρυθμικό παφλασμό της και δροσίζει την ακρογιαλιά του. Αν η ακρογιαλιά αυτή είναι πολύκοσμη, τότε αυτοδύναμη η ποίησή της χτυπάει δυνατά το βέτο της σε εκπτώσεις και εκβιασμένους συγκερασμούς και αποσύρεται στα δικά της ανταριασμένα νερά, περισυλλέγοντας ωστόσο με αγάπη ναυαγούς του ξένου αρνητή κόσμου.
Δεν είναι βέβαια μόνον αυτά η ποίηση της Κυρτζάκη. Είναι και ό,τι αποσιωπήθηκε απ’ όσα δεν ειπώθηκαν. Οσα δεν ειπώθηκαν όχι από δική μου παράλειψη, αλλά από την απαίτηση της ίδιας της ποίησης να μη γνωρίζουμε γι’ αυτήν παρά μόνον όσα εικάζουμε ή επινοούμε ως «λαμπαδίτσα» που καίει «πριν τη δείξει η νύχτα».
*Από το http://entefktirio.blogspot.com.au/2016/01/blog-post_22.html
Υδρία (Αλέξης Τραϊανός)
Σου έδινα συνέχεια σου έδινα
Και συ έπαιρνες συνέχεια έπαιρνες
Και δεν ήξερες πως παίρνεις
Δεν ήξερες κι ούτε ποτέ θα ξέρεις
Πώς η ψιχάλα γίνεται βροχή
View original post 105 more words
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Θάλασσα του πρωιού
Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κι εγώ την φύσι λίγο
Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη, όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα.
Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελαστώ πως βλέπω αυτά
(τα είδ’ αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοτοστάθηκα)
κι όχι κ’ εδώ τες φαντασίες μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής.
Ινδιάνικη ποίηση: Η «ζωντανή» λέξη της ψυχής
Ω, Μητέρα Γη/γέρνουμε πάνω σου κάθε νύχτα/
κι απ’ τα σφαλιστά μας βλέφαρα/ δραπετεύουν τα
όνειρά μας./ Σκιές μέσα στο φεγγαρόφωτο/
περπατάνε οι ψυχές μας./ Εσύ μας κρατάς στο
σύντομο ύπνο του θανάτου/ κι εσύ μας ξαναδέχεσαι
στη Ζωή.
(Cherokee)
Όλη η καταγεγραμμένη ιστορία των Ινδιάνων βρίσκεται μέσα στους ψαλμούς, στις προσευχές και στα τραγούδια τους. Τα πάντα για τον Ινδιάνο μεταφράζονται σε ήχο, η μουσικότητα είναι συνδεδεμένη άμεσα με την ύπαρξή τους. Ακόμα και τα ονόματά τους φανερώνουν αυτή τη σύνδεση της ψυχής με τον ήχο, την ανάγκη του ψυχισμού για ρυθμό κι αρμονία. Το Γελαστό Νερό, το Τραγούδι του Ανέμου, το Μάτι του Γερακιού, το Σιγανό Ποτάμι, είναι αντηχήσεις από τον εσωτερικό δικό τους ρυθμό, που αντανακλά τη ροή της ζωής.
Παιδιά της φύσης οι αυτόχθονες αμερικάνοι, έζησαν και έγραψαν τη δική τους ποίηση. Ποίηση «τρόπο ζωής», μια και η κίνηση, ο ήχος και η δράση, είναι ιδιότητες της ινδιάνικης ιδιοσυγκρασίας. Το θρόισμα των φύλλων, ο ήχος της βροχής, η βροντή της αστραπής, το κελάηδημα των πουλιών, το κελάρυσμα του ποταμού, είναι οι νότες της δικής τους μουσικής, αλλά και τα λόγια οι μουσικές λέξεις της ποίησής τους. Πάνω στο τύμπανο με δέρμα από ελάφι δονούνται και έπειτα εκρήγνυνται τα σπλάχνα της γης.
Οι αυτόχθονες αμερικάνοι γράφουν τη δική τους ιστορία με το δικό τους τρόπο. Στο βιβλίο της ζωής τους δε θα βρεις ονόματα φυλάρχων, ιστορικές νίκες και ήττες, θα βρεις όμως την ανθρώπινη ανωτερότητα, το σεβασμό της έμφυτης ανάγκης για ειρήνη, τη συναίσθηση της ομαδικής προσπάθειας για την επίτευξη κάθε ανθρώπινου στόχου. Θα βρεις το αίσθημα εξάρτησης απο τις θείες δυνάμεις, καθώς και τον ασίγαστο πόθο της επιστροφής, την αναμμένη ιερή φλόγα της θύμησης για την πατρίδα των προγόνων, τις Πλειάδες των ουρανών. Ξεφυλλίζεις νοερά αυτό το βιβλίο όχι για να βρεις στρατιωτικές νίκες και κατακτήσεις, αλλά για να ακούσεις το ξεχασμένο τραγούδι της φύσης. Γυρίζεις σελίδα σελίδα κι αποστηθίζεις την αρμονία και το ρυθμό που κρύβει μέσα της η ανθρώπινη ψυχή.
Για τον Ινδιάνο τα γεγονότα είναι αδιαχώριστα δεμένα μεταξύ τους, ζωή και θάνατος, χαρά και λύπη, ουρανός και γη, νύχτα και μέρα, γίνονται τραγούδι, τα αιώνια συναισθήματα γίνονται ποίηση. Η συμπάθεια, η αγάπη, η χαρά της νίκης, η γλυκιά θλίψη για κάτι που έφυγε, ο πόνος της απουσίας, όπως και η ανάγκη για ειρήνη κι ευτυχία, γίνονται αφορμή για τούτο το σιγανό ψέλλισμα στα χείλη του, που άλλοτε μοιάζει μοιρολόι κι άλλοτε ύμνος γεμάτος ευχαριστίες: με την ψυχή του ανοιγμένη στο θρίαμβο της ύπαρξης γύρω απο το φως της φωτιάς, με τα άστρα μετέωρα στον ουρανό, τις παρυφές των ιερών βουνών φωτισμένες από το πορτοκαλί φεγγάρι και με τη νύχτα να αντηχεί από θρύλους, μύθους και παραδόσεις.
Η ινδιάνικη ποίηση παραβιάζει με τον πιο ανώδυνο τρόπο, άτεχνο σχεδόν, με αστόλιστες απλές κι επαναλαμβανόμενες εκφράσεις το χώρο του αισθητού, για να μας πάει εκεί όπου οι λέξεις αφήνονται από την ουσία και μόνο της αλήθειας να οδηγηθούν. Η μαγεία του ινδιάνικου στίχου είναι η αλήθεια του. Ειλικρίνεια, που προβάλλει σαν ακατέργαστος πολύτιμος λίθος από τα έγκατα της γης, για να μας θαμπώσει από τη λιτή μεγαλοπρέπειά του. Όταν η απλότητα και η δύναμη συνυπάρχουν, όταν η ομορφιά εκφράζει τη φιλοσοφία, όταν το πάθος ενώνεται με τη γαλήνη της αποδοχής, τότε γεννιέται ο ινδιάνικος στίχος.
Η ποίηση των Ινδιάνων παρ’ όλο που δεν έφτασε ολόκληρη και πλήρης ως εμάς, από την έκταση της λευκής καταστροφής και την αδιαφορία του κατακτητή για οποιοδήποτε στοιχείο των κατακτημένων, ερευνήθηκε και ψάχτηκε από τους εραστές της ποίησης αλλά και τους εραστές της ζωής, σαν κοίτη ενός ποταμού γεμάτη ψήγματα χρυσού. Για ν’ αφήσει στον καθένα ξεχωριστά τούτο το πολύτιμο πετράδι, «τη ζωντανή λέξη» της ψυχής, την καθαρότητα, την απλότητα και τη δύναμη ενός κόσμου ξεχωριστού, συγκινώντας πάντοτε.
Η ινδιάνικη ποίηση – το μονοπάτι του Ωραίου – είναι ακόμη ένας δρόμος προς την ελευθερία του πνεύματος. Τα παιδιά του Ήλιου, τα παιδιά των αστεριών, οι έφηβοι Ήρωες, το γνώριζαν και το περπατούσαν. Ακολουθώντας τα ίχνη του ανέμου, με τα μάτια στραμμένα στο πέταγμα του Αετού…
Το φεγγάρι και ο χρόνος/ταξιδεύουν
ταξιδεύουν και φεύγουν:
το ίδιο κι η μέρα
το ίδιο και ο άνεμος.
Έτσι και η σάρκα φεύγει
στον τόπο της γαλήνης της
(Maya).
Δημήτρης Α. Δημητριάδης
*Από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/01/blog-post_20.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)
Χρήστος Ντάντος, Δύο ποιήματα
ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ
Χαμηλό, εκτεταμένο τώρα το παρόν
βαρομετρικά το μέτωπο σαρώνει.
Κινείται με σφοδρότητα
προς του σώματος το ιστορικό κέντρο,
προς μια συστάδα ονείρων
φυτρωμένων αμέριμνα.
Τι χέρια πλένεις και ξεπλένεις ασαπούνιστα
δίχως συγχώρεσης την αφρίζουσα σκόνη.
Κειμήλιο οικογενειακό να περισώσεις
τα ύστατα -προ αναξιοπρέπειας- χαίρε,
τρέξε σε δεινών εκβραχισμό
σε κόσμου υπερκαινοφανούς διάνοιξη.
Γιατί πριόνι νηστικό ο καιρός. Ηλικιωμένες
πανεύκολα αποταμιεύσεις ξαπλώνει.
και τ’ απομεινάρια μαις σχέσης δρύινης
άφυλλης κι αδέκαρης τελείως πια
υπερημερίας τόκους -πριονίδια- φορτώνει.
Εμπρός, και πάλι εμπρός. Ξυλευθείτε
ελεύθερα ως άντρες ενεστωτικοί.
Πάνω στο σώμα του πεσμένου μέλλοντα
ασελγήστε.
***
ΦΩΤΑ ΠΟΡΕΙΑΣ
Κράτησα τις αποστάσεις
από της προσδοκίας τα λύτρα.
Όχι από ένστικτο, μήτε από γενναιότητα μάταιη.
Δασκάλα ηλικιωμένη η αγάπη κατέρρευσε
μαθητές εγκαταλείποντας όρθιους
στο προαύλιο στοιχημένους.
Ένα φεγγάρι βρήκε. Πήγε τους παρέδωσε.
Κράτησα αποστάσεις
απ’ τα προπορευόμενα κόκκαλα.
Πυκνώνει ο καιρός επικίνδυνα
όταν τον συλλογιέσαι.
να σε χωρέσει τού ζητάς κι όλο αναβάλλει.
Και τι διαδίδεις τότε, τι υπεροπτικά υπαινίσσεσαι
ότι από το καθρεφτάκι οδηγού (των εξελίξεων τάχα)
στην άσφαλτο το σκαντζόχοιρο βλέμμα σου
ξεκοιλιασμένες σταθερές αυτονομημένο σαρκάζει!
Μόνο από μένα αποστάσεις δεν κράτησα
κι απελπισμένα τώρα στην κλειστή στροφή
ενώ του ειδώλου μου αμολήθηκαν τα ζώα
φρενάρω μην ξεπέσω πάνω μου, στα λάδια
της χυμένης ζωής φρεναρω
*Από τη συλλογή “Ο Σκιέρ των Σκιών”, εκδόσεις Οροπέδιο, 2008 (σελ. 28 και 34).
Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Τρία ποιήματα
Πληγωμένο ζαρκάδι
Όπως ανεξιχνίαστη
κι απροσπέλαστη με προσπερνάς
ένα πληγωμένο ζαρκάδι σπαράζει
μέσα μου.
***
Δείξε μου
Ο πόνος βαθύς.
Καημός πορφυρός που ξεγυμνώνεται.
Με πυξίδα
της καρδιάς σου τη μαρμαρυγή
σαν μελωδία φυσαρμόνικας
έλα.
Τα μυστικά του μυχού σου
δείξε μου.
***
Μπλε
Ανεμίζεις
στην άκρη της προβλήτας
σημάδια αγναντεύοντας στο βάθος του πελάγους.
Στον ήλιο χίλιες λευκές φωνές
κι οι συλλαβές σου σκορπίσματα στην όστρια.
Ταξιδεύεις στο μπλε
με τη μνήμη κουπαστή
πλώρη
κατάρτι.
Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Τρία ποιήματα
Άνυδρο τοπίο
Στις άδειες κάμαρες
το σκοτάδι έρχεται να σκεπάσει
τους κόκκινους ήχους της ανάσας σου.
Γυρίζοντας στις ρίζες του μύθου
ακίνητος
πυροβολείς.
***
Μνήμη
Στον Rene Magritte*
Τα άσπρα σεντόνια
νωχελικές αναμνήσεις
βουτώ στην πηγή
και πίνω ξανά
το γλυκόπικρο
της μνήμης νερό
σκουριασμένο ποτήρι
που θα γίνει χρυσό
σαν μαζέψει το αίμα
ξυραφιά στο μελίγγι
στάζει μέλι πικρό
και το γλείφουνε σφήκες.
*Rene Magritte (1898-1967). Σουρεαλιστής καλλιτέχνης με επιρροές από το ντανταϊστικό κίνημα.
***
Ένας λύκος παρατηρεί το φεγγάρι
Από τότε που θυμάμαι τα χρώματα
ο λύκος ουρλιάζει στο φεγγάρι.
Στο λευκό φωτεινό του περίβλημα,
αποτύπωμα μπότας καμικάζι.
Αν πεθάνω, μου είπε ένα απόγευμα,
θα είναι που έχασα την οφθαλμαπάτη.
Αγαπώ τα παιδιά που γεράσανε
μα ακόμα μου κλείνουν το μάτι.
*Από τη συλλογή “Αγχέμαχες λέξεις”, Εκδόσεις Άγκυρα, 2015 (σελ. 10, 13 και 30).







