Η “Τελευταία χάρη” της Δήμητρας Καραφύλλη

b196126

Η Δήμητρα Καραφύλλη στην “Τελευταία χάρη” γράφει τους στίχους της κοφτερά και περιεκτικά, κλινικά σχεδόν. Αποτελείται από 20 ποιήματα και 30 χαϊκού, και για τον αναγνώστη που αναζητά ακρίβεια στον λόγο, μοντέρνα γραφή χωρίς εκκεντρικότητες, και ένα ρεαλισμό ιδωμένο μέσα από τον παραμορφωτικό φακό προσωπικής ποιητικής προσέγγισης, η Τελευταία χάρη είναι η συλλογή που θα χαιρόταν να ξεφυλλίσει. Η προφορικότητα του λόγου της ταιριάζει και ενισχύει την αμεσότητα που έτσι κι αλλιώς δεν λείπει από τα κείμενα, δίνει στον αναγνώστη την δυνατότητα να δει τον εαυτό του ως συμμέτοχο σε ό,τι συμβαίνει, να ακούσει ήχους και σκέψεις γνώριμες και οικείες.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΤΙΧΟΣ[1]

Χαράματα ονειρεύτηκα προχτές
ένα ξενύχτη χαρταετό στην παραλία.
Η μακριά κυματιστή ουρά του
Πολύχρωμη, θαρρείς, ανατριχίλα.
απόκριση στο σφύριγμα του μπάτη.
Πλησίασα αθόρυβα, μα δεν κοιμόταν.
Τρεμόπαιζε στην άμμο καρφωμένος
με πένα αιχμηρή από φτερό αετίσιο.
Την ανασήκωσα ανάλαφρα και τότε
άρχισε άλικο να ρέει το μελάνι.

Τα ποιήματα είναι σύντομα αλλά ολοκληρώνονται με ακρίβεια χιλιοστού, τα θέματα είναι τα καθημερινά των περισσότερων από μας, ιδωμένα κάτω από περίεργα φώτα και σκιές.

Νεκρός πιανίστας
σε ξεκούρδιστο πιάνο
ακόμα παίζει.

Η Δήμητρα Καραφύλλη έχει μια ωραία σκηνογραφική ματιά, γράφει σαν να έχει μια κάμερα στον ώμο, δίνει διαδοχικές λήψεις της ίδιας πραγματικότητας. Σπασμένες οπτικές και συρραφή εικόνων είναι δύο από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά κατά τη γνώμη μου: λειτουργούν σαν υπόβαθρο για την σκηνοθεσία των ποιημάτων, και εντείνουν ταυτόχρονα την αίσθηση μιας υποβόσκουσας αγωνίας για το πέρασμα του χρόνου, για την φθορά, για την απόσταση από τον ίδιο τον εαυτό και τις αναμνήσεις. Το εγώ στα κείμενα είναι τόσο υποκείμενο όσο και αντικείμενο, αλλάζει θέσεις, είναι στιγμές που δείχνει να διαβρώνεται χωρίς τίποτα να το αλλοιώνει στο τέλος, σχηματίζει τελικά μια καλειδοσκοπική εικόνα του εαυτού και του Άλλου. Το αποτέλεσμα είναι η ποιήτρια συχνά να αυτοπροσωπογραφείται, βλέποντας τον εαυτό της στον άνθρωπο (πραγματικό ή μη) που στέκεται απέναντι.

Αυτό που προσωπικά μου κάνει εντύπωση, είναι το γεγονός ότι υπάρχει στην Τελευταία χάρη μια αυθύπαρκτη αντικειμενικότητα. Οι στίχοι στέκονται ακριβώς στην κόψη ανάμεσα στο αισιόδοξο και το απαισιόδοξο σενάριο, έχω την αίσθηση ότι οι ισορροπίες παίζονται σε επίπεδο συλλαβών σχεδόν, και αρκεί η μικρότερη ανάσα για να βρεθούν οι λέξεις στη μία ή στην άλλη πλευρά.

Τα ποιήματα της Δήμητρας Καραφύλλη αποτελούν μια προσπάθεια να περικυκλώσει την πραγματικότητα όποια και αν είναι αυτή, ρεαλιστική, μυθική ή τρομαγμένη.

ΑΠΕΙΛΗ [2]

Σε οθόνη ολόφωτη
Σκιά μουντή
Σχήμα άσχημο
Ζωή που γέρνει
Δική μου. Ξένη.

Σε ταινία βωβού θεατής
Στους υπότιτλους κρύβομαι
Ακροβατώ
Με την ψευδαίσθηση ότι υπάρχει δίχτυ.

Καταλήγει να ακροβατεί ανάμεσα στην προσωπική και την εξωτερική πραγματικότητα, με την καθεμιά να μεταβάλλει και να μεταβάλλεται μέσα στην άλλη. Η ένταση είναι παρούσα και συχνά καταλυτική, η ποίηση της Δήμητρας Καραφύλλη είναι μια ποίηση των λέξεων και των αισθήσεων, εξίσου.

Τα χαϊκού από την άλλη, λειτουργούν σαν αναλαμπές συσχετισμών της πορείας δύο ανθρώπων. Φαίνονται σαν ένας ερωτικός διάλογος με τον άλλο, άπιαστο και συχνά απόντα, σαν μια ισότιμη χορογραφία συγκινήσεων. Η αναζήτηση της επαφής και της ανάμνησης είναι ο κινητήριος μοχλός, και η συντομία του τρίστιχου σαν να θέλει να παγώσει τις στιγμές στο χρόνο, για να μπορέσει το εγώ, να ψηλαφήσει και να πιστέψει τελικά τα όρια του Άλλου.

Τελικό συμπέρασμα; Μια ποίηση ψύχραιμη, χωρίς εξάρσεις, με πυξίδα και λέξεις βγαλμένες έξω στο φως.

Κρις Λιβανίου

ΓΡΑΜΜΗ 2 – ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΗ [3]

Βαθιά φωνή από έγκατα.
-Βοήθεια.
Σκιά υπνοβάτη.
Χωρίς ηλικία.
Χωρίς εκτόπισμα.
Χωρίς πνοή.
Παραδομένος χρήστης.
Γλιστράει ανάμεσα μας στο βαγόνι
Κρατιέται, λες, μόνο από τα βλέμματα
τα φρικιασμένα.
Πενήντα λεπτά το ξέπλυμα ψυχής.
Περαστικά θα πει
να βγεις απ’ το συρμό
κι αμέσως να ξεχάσεις.
Ο ήλιος στη ράμπα.
Ο δρόμος παλκοσένικο να παίξεις.
Μα στην επιστροφή
στην άκρη της πλατφόρμας
η ίδια τεθλασμένη σιλουέτα
ο ίδιος βόμβος παρακαλεί.
Να ‘ρθει το τέλος.
Ένα τέλος.
Οποιοδήποτε.

[1] Σελ. 16
[2] Σελ. 12
[3] Σελ. 20

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/02/blog-post_17.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

Κωστής Τριανταφύλλου, σαρκοβόρος βυθός

11049447_10153265159644904_5193726552291683109_n

γράμμα ντροπής, ποιητική αδεία

ντροπή σε όλους μας
αυτό δεν μπορεί πια να είναι ένα ποίημα
έγραψα για τα βασανιστήρια της χούντας
για πολέμους για το καθημερινό τίποτα για την τρέλα
αυτό δεν μπορεί πια να είναι ένα ποίημα
πιάστηκε η ψυχή μου πια ντροπή μας
χτες στη Λέσβο και σήμερα στη Σάμο
στο Φαρμακονήσι και στην Λαμπεντούζα
παντός καιρού πνιγμός
ναυάγιο κάθε μέρα
αυτή δεν είναι θάλασσα αλλά θάνατος
τεράστιο νεκροταφείο ψυχών
πού θα κολυμπήσουν φέτος οι τουρίστες;
πώς θα αγιάσετε τα νερά των Φώτων;

αυτό δεν μπορεί πια να είναι θάλασσα
τέτοιο κύμα που έρχεται σφαγή
κι αν ο βυθός δεν τους τραβήξει
με περιδίνηση στο βάθος να τους κρύψει
ρουφήχτρα ψυχών το νέο κύμα που έρχεται
αυτό δεν μπορεί πια
τι να πει το ποίημα!
σε ποια γλώσσα το ποίημά του!
σε ποια περαστική φευγαλέα σκιά
που διασχίζει τρέχοντας στον ορίζοντα
για να πάει σ’ άλλη γειτονιά
δεν προλαβαίνεις τα πνιγμένα ποιήματα!
από την μιαν όχθη στην άλλη πνιγμένα
αναπάντητα ερωτήματα στο σαρκοφάγο βυθό

το ελαφρύ κύμα τους ξεβράζει
πνιγμένα πνιγμένες πνιγμένους
γιατί δεν ξέρουν κολύμπι
δεν ξέρουν πού να πάνε παντού πνιγμός δεν ξέρουν
πρόσφυγας κόσμος
του πολέμου
της φτώχειας μετανάστες της ξηρασίας της πείνας
πρόσφυγες άνθρωποι
κι άλλο ναυάγιο σφαγή αμάχων
εν ψυχρώ δολοφονία παιδιών εκ προμελέτης
κι έτσι ο βυθός βρήκε καινούρια
τροφή για νέα ανθρωπόμορφα κτήνη σαρκοβόρα

βία είναι κι ένα ποίημα που δε μιλάει στη ψυχή μας
κι όμως είναι η θάλασσά μας κι η θάλασσά τους
είναι η ζωή μας κι η ζωή τους
κι είναι αυτή η ζωή που ζούμε πολιτισμός ντροπής
ένας ξεφτιλισμένος αιώνας ξεκινάει να μας ζήσει!
κι αυτοί κι εμείς και τα παιδιά μας περαστικοί
από αυτή τη γειτονιά τη γλώσσα μας και τη ζωή μας
εικόνες φευγαλέες αποδημητικές
από τα πέρατα του κόσμου με τα πόδια ωτοστόπ στον θεό!
μακριά από του πολέμου την οχλοβοή
μέσα στη σκόνη και τα σκουπίδια του πολιτισμού
για να καταλήξουν στον άσπλαχνο βυθό

αυτό δεν είναι ένα ποίημα
αλλά μια σκέτη ντροπή
αυτό δεν μπορεί πια να συνεχιστεί

Αυτό δεν μπορεί να είναι ένα ποίημα αλλά γράμμα σε έναν πνιγμένο
που δεν μπορεί να το διαβάσει. Από αυτή την όχθη, αρχές του 2016.

Dylan Thomas, Έρωτας στο άσυλο

155608_470341199706089_1426597489_n

Ήρθε ένας ξένος στο
τρελλόσπιτο να μοιραστεί το φτωχικό μου
ένα κορίτσι σαν τρελλό πουλί

σφάλισε τη νυχτιά της θύρας με φτερά τα χέρια
μανδύας το ζουρλό κρεβάτι
πλανεύει τα ουρανοστεγή, εισάγεται το σύννεφό μου

εξαπατά με βήματα το εφιαλτικό παλάτι
απλώνει νεκρικό φιλί
καβάλα πάει στις φρένες νοσοκόμων ωκεανών

δαιμονισμένη δέχεται
τ’ απατηλό το φως μέσ’ από τοίχους ουρανών
δαίμονας, άτι,

κοιμάται στο στενό παχνί, αιθεροβατεί,
λυσσάει αιθέρια
στου παλαβόσπιτου σανίδια εφθαρμένα από βήματα

δακρύων μου, φως μέσ’ τα στήθια αγκαλιάς, επί -αγάπη!-
τέλους! όχι αναβολή!
την κρίση ας πάθω π’ άναψε την πυρκαϊά στ’ αστέρια!

*Μετάφραση: Κώστας Ταχτσής. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πάλι”, τεύχος 2-3.

Νίκος Σφαμένος, Δύο ποιήματα από τις “Άγιες, αιματόβρεκτες και άχρηστες λέξεις”

DSC_0078

VIII

οι νταήδες μας τα ‘λεγαν

στα σχολεία

στα πανεπιστήμια

στο στρατό

στη δουλειά

τους βλέπαμε ατάραχους

αδιάφορους

στα χοντρά κορμιά τους

να γελάνε μαζί μας

«ρε σεις πώς θα προχωρήσετε έτσι

είστε αξιολύπητοι»

παρατούσαν τις γυναίκες τη μια

μετά την άλλη

εκείνες έκλαιγαν γι’ αυτούς

έδερναν τους φίλους τους

και εμείς

δεν ξέραμε ποτέ πως να φερθούμε

είχαμε το ποτό

τις λέξεις

τις άσκοπες νύχτες

-χαμένοι από χέρι-

έπειτα βολεύτηκαν στα γραφεία τους

με όμορφες γυναίκες που τις απατούσαν

κάθε τόσο

μαζεύονταν τις Κυριακές με τους φίλους

για τους αγώνες

έκαναν παιδιά

-ήταν έτοιμοι και ό,τι πρέπει-
οι υπόλοιποι

κλείστηκαν σε τρελάδικα

αυτοκτόνησαν

πυρπολήθηκαν

έγιναν ερημίτες

και οι χειρότεροι απ’ όλους
ποιητές

IX

αυτό το βράδυ

θα πετάξω ψηλά το καπέλο μου
και θα βγω στους δρόμους της Μεσοποταμίας

θα πιάσω ένα αστέρι και

θα το κρύψω στη μασχάλη μου μαζί με ένα τόπι
θα πιάσω κουβέντα με γέρους βαρκάρηδες

για περασμένες εποχές

και θα κοιμηθώ σε ένα φωτισμένο στενό

τούτο το βράδυ

οι φίλοι μου θα ανάψουν φωτιά

και θα βουτήξω σε ένα πορφυρό λιμάνι τραγουδώντας

και τα κορίτσια

και οι γριές

και οι αλαφροΐσκιωτοι

θα ψέλνουν ανοιξιάτικους σκοπούς

σε ανεξερεύνητα βασίλεια

*Από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/2432/index.html#more-2432

Dimitris Tsaloumas and the music of the unseen

Nick Dorey, An ointment isn’t an antidote, 2016, site-specific mixed media installation. Courtesy the artist. Photo: Zan Wimberley. Part of the exhibition Dämmerschlaf at Artspaceuntil 28 February 2016

Nick Dorey, An ointment isn’t an antidote, 2016, site-specific mixed media installation. Courtesy the artist. Photo: Zan Wimberley. Part of the exhibition Dämmerschlaf at Artspaceuntil 28 February 2016

BY VRASIDAS KARALIS

The recent death of the poet Dimitris Tsaloumas (1921-2016) offers the sad but necessary opportunity to revisit and re-read his work — not only as a conventional tribute to his life but mostly as a re-interpretation of his moment in the literary life of Australia. It is true that it took some time to include his work in the official anthologies of mainstream Australian poetry. By the nature of his work also he was never included in anthologies of anti-mainstream poetry; his work had something profoundly conservative in its own constitution yet at the same time, when he appeared in Australian letters in 1983, he brought something new, somehow challenging to the reading and writing addictions of that era.

Tsaloumas’ work evolved during a period when all possibilities were re-opened in Australian society. It was a period of intense optimism, curiosity and existential naiveté. Borders collapsed, communications were intensified and the need to express the visible social differentiation became imperative. Such optimism was both a need and a desire: by the 80s, the old elaborate poetic edifices of Kenneth Slessor, A.D. Hope and Judith Wright were revered but seriously questioned by the anarchic voices of Les Murray, John Tranter, Bruce Beaver, John Blight, Robert Adamson, Robert Gray amongst others. His first translated collection of poems The Observatory (1983) was in a way the culmination of his poetic trajectory in Greek, one which had started almost 35 years earlier. In the collection, through the mediation of Philip Grundy, Tsaloumas entered the English language, expressing, like so many bicultural creators, Greek emotions in English words. His second translated work The Book of Epigrams (1985) characterised by its constant concern for formal completeness, framed the iconography of a deep poetic territory full of symbols and images that reached back to classical Greece.

Dimitris Tsaloumas. Image thanks to UQP

Dimitris Tsaloumas. Image thanks to UQP

After 1988, Tsaloumas wrote his work in English. He became an Australian writer—although identity politics or the need to belong, the faddish ideologies of the period, never played any significant role in his work. HisFalcon Drinking (1988) is one of the most intricate and complex poetic works of the 80s in Australia. It is characterized by many competing voices, (he calls them variations,) which somehow converged on the solidity and the precision of a ‘strong’ poetic form. Tsaloumas’ poetry is structured around the music pattern of theme and variation—and most of his works in English maintain this tonal configuration as the basis of his poetic voice. In a sense he is the Stravinsky of Australian English: through his Hellenic classicism he tamed and subdued the fierce outbursts of his romanticism. His romanticism was the result of his nostalgia for his native island as well as a consequence of his politics. Tsaloumas migrated to Australia in 1952 for political reasons, and ideological rage against injustice can be felt throughout his poetry, as it could through his personality. His migration to English, however, established the need for what W.H. Auden called ‘formal order’—and this essentially provided the poet with a focused landscape and a centred vision of the world.

Even before this translingualism, there was always a unified poetic subjectivity in his verses. Furthermore, despite his modernist origins, in the works of T.S. Eliot and George Seferis, the aesthetics of fragmentation never exercised any serious allure for him. By writing in English, Tsaloumas experimented with new formal arrangements and formations, testing the limits of his own poetic world and the limitations of his Australian English. Sometimes, his language is heavy and slow, but when he succeeds, his work is full of energetic fluency and vibrant demoticism. This can be felt in Portrait of Dog (1991), The Barge (1993) and The Harbour (1998), three collections replete with the irregularities of Australian colloquialisms, the emotional force of oral directness and the agility of vocal intonations all tamed by the steady pace of versification, the exactness of verbal expression and the precision of his stanzas.

In his later work, like New Poems (1999), Sunrise with Sparrow (2000) andHelen of Troy and Other Poems (2007), Tsaloumas simplified his idiom, by dissolving the dense patterns of theme and variations and exploring the absolute simplicity of expression, through the rediscovery of the trite and the banal. These works are precious examples of Edward Said’s ‘late style’ as the poet abandoned all the verbal complexities that gave his known style its very specificity. With them he immersed himself into what Roland Barthes considered the ‘zero degree of writing,’ discarding all metaphors and pre-ordained orders of expression. His last works are structured around verses of felicitous transparency and Edenic freshness, despite the fact that they resonate with ominous feelings and articulate necromantic utterances. His modernist experimentation with form received in them its most astute re-imagining. Now the subtle rhythmic patterns underneath the verses marked the imperceptible transitions to musical tonalities beyond meaning; the central theme of these poems, that all explore the ‘truth of noble substance’ (‘Helen of Troy’), is the ineffability of death, the silence of all history in front of the unanswerable mysteries of being. The Greek word ‘telos’, meaning both end and purpose would have been the proper way of finishing a complete life, a life of juxtapositions and convergences.

Tsaloumas’ work is an emblematic achievement of poetic translingualism. Poets live in specific places and specific times: the quest of the critic is to find that place and time, localize its coordinates and give it a name. Sometimes the homelessness of the critics and their mind is projected on the imaginative universe of the poet; thus the very specificity of the poem becomes a shadow marker of the critic’s own question for domesticity. The critical task is to reconstruct the homeliness of the specific poetic language, to see the poet’s world as an autotelic form and not as a comment on society, politics or sexuality.

Tsaloumas’ poetry is prone to be fragmented by its interpretation: Greek-Australian, Australian-Greek, modernist, formalist, conservative, diasporic and much more. We must see his work as a totality, as the formal crystalisation in language of the existential experience of a specific individual and not as the fragment of a missing reality. He was all of the above and his language clearly shows it: from his early poems in Greek to his mature poems in English and Greek, the poetic world was expanding, contracting and simplifying itself in an admirable and somehow challenging way. If there is a constant parameter of his language, it can be characterised as an assembly of nouns and not as a collection of adjectives. Structured around raw materials and based on the gravity of solid references, his verses resonate with the staunch attempt of many poets worldwide in the same period to save the language of poetry from the danger of meaninglessness and the anxiety of trivialisation.

With his deep classical education, he avoided the over-sophistication of contemporary self-referential modernist forms. His verses are rough and somehow harsh; so they have to be read as unities, as complete stanzas, and not as isolated verses. Tsaloumas was the poet of formal quest; he struggled to formulate the density and the regularity of a distinct formal configuration in order to localise his poetic voice and avoid the accusation of a poet writing in a foreign language, de-territorialised, un-centred, homeless.

His poems will be read time and again by young poets who want to feel the otherness of poetic language or experience the otherness within the poetic language. His translingualism is the home of contemporary sensitivity: ‘I arrived on time though I had no address,’ he says one of his poems. He reached Australian poetry at the right moment, when a poetic regime change was necessary and desired. He contributed with his polyphonic variations to re-arrange the tonalities of poetic language until he reached the limitations of his own idiom. ‘Your struggle,’ he says in another poem, ‘is with the unseen, the beast that never yields.’ In his best poems, we have the impression that the unseen had found its proper musical translation and has localised a home for his poetic existence. As long as young poets exist who worship the plasticity and the solidity of poetic expression, his work will be read—and that’s greatest praise anyone can give a poet.
*
Our first essay this week is by Sophia Barnes, who considers three new books by Australian women writers: Beth Yahp’s Eat First, Talk Later, Drusilla Modjeska’s Second Half First and Debra Adelaide’s The Women’s Pages. What these books share is an interest in how the stories of women are told and retold. In ‘What To Leave Out’, Barnes writes:

Two memoirs, one fiction? Or one family history, two fictions entwined into a single narrative, and a ‘reflection on the arc of a life’? All three of these books show women writing themselves into being, as they construct narrative from the raw materials of unwieldy lives, whether imagined or real. Each writes and rewrites sensation, tactile detail, exchange or confrontation, revising and rediscovering through the process. The compulsion to self-transcription is persistent, whether it be in the service of self-discovery, exploration or interrogation; whether it comprises reflection, hindsight, or the recovery of stories which might otherwise be lost; whether it functions to challenge or to reinforce, as transformation or as testament – or simply as record.

William Finnegan’s memoir of surfing is the subject of our second essay this week, ‘Mushburgers’ by Knox Peden. Finnegan is a writer for the New Yorkerwho has filed stories from around the world, including Australia. Peden writes:

The expectation in reading Barbarian Days is that one will learn the roots of this passion, that we will see its organic emergence from the world travel treated in its pages. But this passion seems incidental too. The memoir is, after all, of a surfing life. And herein lies the book’s most enchanting aspect. Figurative language abounds—I defy anyone to find better descriptions of surfing, whatever the criteria might be, and regardless of whether you’ve surfed or tried to. But the book as a whole is not a metaphor; it is astonishingly literal. We expect a child of the 1950s to take us through the disappointments of the counterculture. We expect a memoir dedicated to the author’s teenage daughter to take us through the challenges of marriage and the miracle of fatherhood. The wife and kid are in the book, but they are never its subject, much less its object. The wonder of Barbarian Days is to provide us with a literary experience that is not a stand in for other experiences, that is not an allegory of effort and victory and disappointment and loss that memoir culture has conditioned us to expect.

This week in From the Archive, we return to Kerryn Goldsworthy’s essay on the launch of Text Classics, ‘What We Talk About When We Talk About Australian Literature’,  one of the first to appear on the Sydney Review of Books on our launch in early 2013. In that essay, Goldsworthy reflects on the transformation of the idea of ‘Australian literature’ since 1988, both within the academy and beyond it:

Why 1988? The Bicentennial celebrations and the lead-up to them had made a lot of people do some hard thinking about exactly what we talk about when we talk about Australian literature, and that was reflected in the way it had begun to be taught in universities. Nor was it just the academics; many of the writers themselves were suspicious of the historical triumphalism that the Bicentennial unavoidably represented. Kate Grenville’s 1988 novel Joan Makes History was a witty bit of feminist revisionism intended to destabilise traditional accounts of Australian history, while Patrick White, as David Marr reports in his biography, ‘decided that nothing of his would be performed or published in Australia in the bicentennial year of white settlement.’ In a 1985 letter to a friend, White had written ‘I hope I am dead before 1988 when we are supposed to celebrate our emptiness in a great shower of bullshit.’ Grenville sent him a copy of Joan Makes History, which he liked. ‘I was carried away,’ he wrote to her. ‘When I finished I even had a cry.’

Karalis-author-pic
*Vrasidas Karalis teaches Modern Greek at the University of Sydney. He has published Recollections of Mr Manoly Lascaris (2007), The Demons of Athens (2014) and Reflections on Presence (2016).

**This article published in Sydney Review of Books at http://www.sydneyreviewofbooks.com/dmitris-tsaloumas-and-the-music-of-the-unseen/

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Φραπέ μέτριος με γάλα

12729143_170963609946467_1518465402462981844_n

Οι καλές προθέσεις αρκούν έλεγες κάποτε

μα το βλέμμα κυλάει στο πάτωμα

και σκαλώνει στη μοκέτα σαν χνούδι

απ’ το κουτί οι ήχοι σαν βγαίνουν, παράλογοι

– οδηγούν τον Παβέζε στη μέθη –

με καπνό και whisky για αίμα

συζητάς για ταξίδια εις μάτην

η ζωή σου εικόνα ασπρόμαυρη

χαραγμένη με ξυράφι στην άκρη
Οι θαμώνες κοπανάνε τα πούλια με δύναμη

και στο τέλος θα κλείσουν το τάβλι.

*Από τη συλλογή “Αγχέμαχες λέξεις”, Εκδ. Άγκυρα.

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Πέντε ποιήματα

3015

1. Η τερηδόνα ΙΙΙ

Φύγε

Το κορμί σου είναι πολύ υπαρχτό

Τούτη η μουσική που γλιστράει απ’ τα χέρια σου

κι ανακατεύεται με τη θερμή σου ανάσα

Μου αρκεί να γεύομαι της απουσίας σου

την αίσθηση

μου αρκεί να γεύομαι του ιδεατού σου κόσμου

την αφή

Μου αρκεί να γεύομαι την αέναη προσδοκία

2. Επίλογος

Το παράθυρο ανοίχτηκε και πάλι

Η σιωπή της νύχτας μού ξαναθύμισε

κοιμισμένα πλακόστρωτα και περιβόλια

κι αυτή τη μουσική που κάνει τη σιωπή και κλαίει

Δεν ξέρω αν τα μαλλιά σου βουρκώνουν ακόμα

όπως στις νύχτες των περασμένων ανοίξεων

αν η ψυχή σου αρωματίζει πασχαλιές στα παλιά καλντερίμια

Μα τώρα που έχω ξεμάθει να ερωτεύομαι το πνεύμα σου

τι να σε κάνω πια…

3. Αποστασία

Το καλοκαίρι κύλησε πολύ γλυκά. Ξεχάσαμε

την άσκηση του νου, τους δύσκολους καιρούς της εγκαρτέρησης,

την καθαρή ανάμνηση δίχως επιστροφή ταχυδρομείου,

την προσευχή γι’ αυτούς που ορίσανε τυραννικά τη σκέψη.

Ωραία πέρασε το καλοκαίρι μας, η αισθηματική μουσική, τα γραμμόφωνα,

τα πάρτυ στην ταράτσα της έπαυλης

και μας κερνούσανε τα δυνατά λικέρ κι ύστερα έρχονταν

οι αναπαυτικές σαιζ-λογκ κι ο εύκολος έρωτας

και το φθινόπωρο θα βάραινε μονάχα σαν μια καινούργια αρχή.

Ζήσαμε ένα εξαίσιο καλοκαίρι.

Κι είναι ο Οκτώβρης ένας μήνας στρυφνός και παράξενος

τώρα που έχουμε ξεμάθει πια την άσκηση

και τη σπατάλη της θυσίας.

4. Θέλω λυπητερά τραγούδια

Θέλω λυπητερά τραγούδια καλοκαίρι μου

καυτό σακατεμένο μου διαμάντι

γυμνό κορμί της θάλασσας που έπαιξες

χορδές του αέρα μέσα στα μαλλιά μου

Θέλω λυπητερά τραγούδια καλοκαίρι μου

ηλεκτρισμένα μάτια στο σιργιάνι

η μουσική στα σφαιριστήρια της αγάπης

το πυροτέχνημα τού ήλιου στη φωνή μου

Κατεδαφίζονται τα καλοκαίρια στη σειρά

όσο παλιώνω

5. Τα μάτια σου ανεβαίνουν

Τα μάτια σου ανεβαίνουν εντός μου πλημμυρίζοντας

μες στον ψιθυρισμό του δάσους και στο δρόμο

καθώς μετεωρίζεσαι ίδιο πουλί θαλασσινό

γιατί μόνον εσύ ξανοίγεις και ρημάζεις δρόμους

γιατί νυχτώνει αργότερα και χάνεσαι, τελειώνει

σε λίγο η μουσική, γιατί το ξέρω, λύνονται

τόσο καθάρια εντός μου οι ουρανοί που βλέπω

πως θάνατο μαρτυρικό απόψε σου ετοιμάζουν

*Από την ενότητα “24 –όχι και πολύ γνωστά– ποιήματα” στο Ποιείν http://www.poiein.gr

Θωμάς Γκόρπας, Συνάντησις παλαιών φίλων

569b2397d4f6ceac024619b5df08a0d9


Μνήμη Νίκου Καρούζου

Ένας φίλος ήρθε απόψε από τα παλιά…

Πρόκειται περί αγάπης ή αναμνήσεως της αγάπης;

Παντού στην Αθήνα τραύματα νωχελικά

Μόνον η αδέσποτη νύχτα της μένει ακόμα δική μας

Σαν σκυλί σαν προδομένη αγάπη σαν διάχυτο λαϊκό τραγούδι

Γιομάτο ευγένεια.
Βέρα Βόδη μια αδάμαστη ακόμα γυναίκα ή ναυαγισμένη αδιάφορο

Στην άλλη μεριά ενός μεθυσμένου τηλεφώνου

Είναι γυμνή κ’ έχει στο σώμα της τόπους τόπους πληγές

Ή κρέμες νυκτός αδιάφορο αδιάφορο αδιάφορο

Γιατί τώρα αυτή τη στιγμή στην Πλατεία Κολωνακίου ώρα δύο

Μετά τα μεσάνυχτα

Εγώ και ο φίλος μου είμαστε δυό δίδυμες πηγές εξάρσεως

Ή δυό άνθη πεθαμένα στη γέννα τους

Ή δυό λαμπρά αυτοελεγχόμενα πέη

Οι πεθαμένοι φίλοι μας οι χαμένοι φίλοι μας οι καφέδες και τα

Τσιγάρα μας

Οι παπαγάλοι οι λεχρίτες οι σβηστοί.

Βέρα Βόδη ωραίο όνομα ποιητικό θαυμάσιες λέξεις όπως

Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.

Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις όπως

Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.

Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις

Όπως οι ωραίες γυναίκες μπας και αγαπηθούν στο τέλος.

Οι χασάπηδες της χαράς είναι σαν άγριοι σεμνοί βασιλιάδες

Όταν πέφτουν δάκρυα στο ποτήρι το κρασί βάφεται

Όταν πέφτουν τραγούδια ματώνει

Άλλα με τίποτε
Δε νερώνει

Ούτε με Βέρες Βόδη ούτε με Χρίστους ούτε με γλυκές κάμαρες.

Οι σύγχρονες κάμερες είναι συντριπτικές των αναμνήσεων.
Θα πάρω ταξί θα πάρω τσιγάρα θα πάρω λαχεία θα πάρω το

Δρόμο του γυρισμού

Και θα τον πάρω ακριβώς γιατί κανένας
Δε με περιμένει

Τι Προμηθέας τι τραγουδιστής τι πρώτη αγάπη το ίδιο κάνει.

Από ένα σημείο και πέρα σβήνουν α φώτα

Δεν έχει φώτα δεν έχει λιμάνια δεν έχει φαρμακεία γενικώς

Διανυκτερεύοντα έχει

Την αθέατη πλευρά του θανάτου που ξεδιπλώνεται ανοίγει λίγο

Λίγο και τα μάτια

Γίνονται τεράστια στα μπαλκόνια τους

Έρχονται τα φύλλα της καρδιάς ν’ αγναντέψουν

Καπνίζοντας το τσιγάρο τους να ονειροπολήσουν

Τα πήρε ο ύπνος κ’ έγειραν

Για πάντα.

Πριν και μετά τη Βέρα Βόδη σκοτάδι

Πριν και μετά το σκοτάδι
Πριν και μετά τα’ άνθη του αίματος σκοτάδι
Και μόνο το τραγούδι καταργεί τα άκρα

Τα φάρμακα τις υπερβολικές δόσεις χαράς

Τα’ άσπρα σπιτάκια και τα πράσινα άλογα.

Υπάρχουμε ως ανοιχτές πληγές κόντρα στα καλά λόγια

Τα καλά παιδιά και τα καλά λάδια

Υπάρχουμε ως υπογραφές κόκινες κατακόκινες της φωτιάς

Σ’ απίθανα σημεία της νύχτας.
Δεν αφήνουμε απλώς τραγούδια πίσω μας στο μέλλον αλλά

Τα κομμάτια μας

Και κάπου μακριά ακόμα άρχισαν να κατασκευάζονται τα νέα

Μουσικά όργανα.

Ιάσωνας Σταυράκης, Πατρίδα

37102_1535681146672487_8687321965347903378_n

Απόψε κρατώ στα μπράτσα 
τα σπλάχνα 
μιας ολόκληρης γενιάς…

Δεν έχω λόγο να λυπηθώ 
κανένα από εμάς…

Έζησα ανάξια 
κάτω από 
μια προπέλα 
που είχατε 
με τόσες φοβίες 
ηλεκτροδοτήσει… 

Απήχθηκα στην πορεία 
απ’ τα οράματα σας 
και βιάστηκα 
ασταμάτητα 
στο πανδοχείο της ύλης… 
Πλανεύτηκα από την ηθική σας 
και εξαγόρασα την σκέψη μου 
για περισσότερα αγαθά…

Πίστεψα στα ευαγγέλια της κρίσης 
κι έγινα το ίδιο κτήνος με σας…

Μεγάλωσα 
όπως διατάξατε 
μα θα αρνηθώ 
να με πιστέψουν…

Κρυφά 
θα ελπίζω 
να βανδαλίσουν 
το τάφο μου 
και κρυφά 
θα περιμένω 
να ψιθυρίσουν 
στο κρανίο μου…

Πως δεν θα γίνουν 
ποτέ μα ποτέ 
σαν κι εμάς…

*Από την ποιητική συλλογή “Μηδέν γραμμάρια…”.