Wallace Stevens, Πρόλογοι στο τι είναι πιθανόν

10600372_10204393517344094_2552129018064856575_n

Ι                                           

Υπήρχε μια ηρεμία του μυαλού όπως όταν είσαι μόνος σου σε βάρκα στη θάλασσα,
Μια βάρκα που προωθούν κύματα που μοιάζουν στιλπνές πλάτες κωπηλατών,
Σφίγγοντας τα κουπιά τους, λες και ήταν βέβαιοι για τον δρόμο προς τον
         προορισμό τους,
Σκύβοντας προς τα εμπρός και κατόπιν όρθιοι κρατώντας τις ξύλινες λαβές,
Υγροί από το νερό και λάμποντας στην ενότητα της κίνησής τους.
Η βάρκα ήταν φτιαγμένη από πέτρες που είχαν χάσει το βάρος τους και καθώς δεν
         ήταν πια βαριές
Μια ακτινοβολία μόνον είχε μείνει μέσα τους, ασυνήθιστης καταγωγής,
Έτσι ώστε εκείνος που σηκωνόταν μέσα στη βάρκα γέρνοντας και κοιτάζοντας
         μπροστά του
Δεν φαινόταν για κάποιον που ταξίδευε έξω και πέρα από ό,τι είναι οικείο.
Ανήκε στην για τα πολύ ξένα αναχώρηση του σκάφους του και ήταν μέρος της,
Μέρος του κατόπτρου της φωτιάς στην πλώρη του, σύμβολό του, όποιο και αν ήταν,
Μέρος των γυάλινων, νόμιζες, τοιχωμάτων στα οποία γλιστρούσε πάνω από το
         λεκιασμένο με αλάτι νερό,
Καθώς ταξίδευε μόνος του, όπως ένας άνθρωπος δελεασμένος από μια συλλαβή
         χωρίς κανένα νόημα,
Μια συλλαβή για την οποία ένιωθε, με μια καθορισμένη βεβαιότητα,
Πως περιείχε το νόημα στο οποίο ήθελε να εισέλθει,
Ένα νόημα που, καθώς εισερχόταν μέσα του, θα θρυμμάτιζε τη βάρκα και θα
         ηρεμούσε τους κωπηλάτες
Όπως σε ένα σημείο κεντρικής άφιξης, μια προς στιγμήν στιγμή, μεγάλη ή μικρή,
Απομακρυσμένο από κάθε ακτή, από κάθε άντρα ή γυναίκα, και χωρίς να
         χρειάζεται κανέναν.

ΙΙ    
                    
Η μεταφορά ανακίνησε τον φόβο του. Το αντικείμενο με το οποίο συγκρινόταν
Ήταν αδύνατον να το αναγνωρίσει. Από αυτό ήξερε πως η ομοιότητά του εκτεινόταν
Λίγο μόνον και όχι πιο πέρα, εκτός αν μεταξύ εκείνου
Και πραγμάτων πέρα από ομοιότητα υπήρχε αυτό ή το άλλο με πρόθεση
         αναγνώρισης,
Αυτό ή το άλλο μέσα στις περιφράξεις υποθέσεων
Για τις οποίες άντρες διαλογίζονταν το καλοκαίρι μισοκοιμισμένοι.
Ποιον εαυτό, λόγου χάριν, περιείχε που δεν είχε ακόμη ελευθερωθεί,
Γρυλίζοντας μέσα του να ανακαλυφθεί καθώς επεκτείνονταν οι προσοχές του,
Λες και όλα τα κληρονομημένα φώτα του είχαν ξαφνικά αυξηθεί
Από μια πρόσβαση χρώματος, μια νέα και απαρατήρητη, ελαφρά χρωματική
         αντιπαράθεση,
Την πιο μικρή λάμπα, που πρόσθετε το δυνατό της τίναγμα, στο οποίο έδωσε
Ένα όνομα και προνόμιο πάνω από την κανονικότητα της κοινοτοπίας του –
Ένα τίναγμα που πρόσθετε σε αυτό που ήταν πραγματικό και στο λεξιλόγιο του,
Με τον τρόπο που κάποιο πρώτο πράγμα που έρχεται στα δέντρα του Βορρά
Προσθέτει σε αυτά ολόκληρο το λεξιλόγιο του Νότου,
Με τον τρόπο που το πρώτο μοναδικό φως στον βραδυνό ουρανό, την άνοιξη,
Δημιουργεί ένα καινούργιο σύμπαν από το τίποτε προσθέτοντας τον εαυτό του,
Με τον τρόπο που ένα βλέμμα ή ένα άγγιγμα αποκαλύπτει τα απροσδόκητα
         μεγέθη του.

*Απόδοση: Γιώργος Χουλιάρας.

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσι, Δύο ποιήματα

frr


Ελευθερία έκφρασης

Τη πρώτη νύχτα πλησιάζουνε
και κλέβουν ένα λουλούδι
από τον κήπο μας
και δε λέμε τίποτα.

Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον
περπατούνε στα λουλούδια,
σκοτώνουν το σκυλί μας
και δε λέμε τίποτα.

Ώσπου μια μέρα
-την πιο διάφανη απ’ όλες-
μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας
ληστεύουν το φεγγάρι μας
γιατί ξέρουνε το φόβο μας
που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.

Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα
πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα

***

Επίκαιροι Αμίλητοι

Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες
περί δημοκρατικής τάξης,
ανάμεσά μας οι αμίλητοι ζούνε.

Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,
οι ηγεμόνες δυναμώνουν,
ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,
των ανυπόταχτων τα μούτρα τσαλακώνουν.

Ετούτων των αμίλητων το πετσί,
περίεργα θα ’λεγες είναι φτιαγμένο.

Τους φτύνουνε καταπρόσωπο
κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο
το φτυμένο.

Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,
και που το παράπονό τους να πούνε;

Απ’ του μισθού τα ψίχουλα,
πώς να αποχωριστούνε;

Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,
μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.

Έι! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!

Από την κορυφή ώς τα νύχια ξεσκεπάστε τους,
άλλο δε μας μένει 

*Απόδοση: Γιάννης Ρίτσος.

Γιώργος Δάγλας, Το σίδερο

μια γυναίκα και ένας άνδρας… μια ιστορία.
για την αντιγραφή Α.Ν.Χ

Η Ελένη Γρηγοριάδου σιδέρωνε τα ρούχα της. 

Τα είχε πλύνει για πολλοστή φορά. 

Δεν τα φορούσε ποτέ. 

Είχε χρόνια να βγει από το σπίτι. 

Είχε χρόνια νάχει μια σχέση, να βρεθεί κοντά μ’ έναν άνθρωπο. 

Δούλευε και σιδέρωνε τα ρούχα της. 

Δεν έτρωγε. Δεν κάπνιζε. Δεν έπινε. Δεν ζούσε.
Σκέφτηκα πως κάτι μπορούσε να γίνει μαζί της. 

Ήμουν τρεις μήνες άνεργος.
Τα μαλλιά μου είχαν φουντώσει και μακρύνει 
πολύ.
Κυκλοφορούσα με κάτι πολυκαιρινά δανεικά ρούχα που μούρχονταν λίγο άβολα. 

Οι ταχτοποιημένοι – (ειν’ αλήθεια είχα φίλους όταν είχα και γυναίκα) – σύχναζαν
σ’ ακριβά μπαράκια και μου χτυπούσαν με παρηγοριά την πλάτη. Μια πέτρα
πεταμένη στην θάλασσα η αγάπη τους. 

Σκέφτηκα λοιπόν πως κάτι θα μπορούσε να γίνει. Και οι δυο στο σίδερο και στη
μοναξιά – λέω – κάτι θα γίνει. Η αλήθεια είναι πως με είχε καλέσει κάποιες φορές
στο σπίτι της. Ξάπλωνε στον καναπέ, κι’ εγώ καθόμουν σε ένα μικρό σκαμπό.
Κρατούσε πάντα μια απόσταση ασφαλείας δύο μέτρων. Μια φορά φεύγοντας την
ακούμπησα στον ώμο φιλικά. Ταράχτηκε. Νόμισα πως θα με χτυπούσε.

Μου μιλούσε πάντα στον πληθυντικό. Η σχέση μας προχωρούσε. Άδειαζα ότι
υπήρχε στο ψυγείο της κι’ άδειαζε οτι υπήρχε στην ψυχή της. Ο αδερφός της ήταν
μόνιμος στρατιωτικός μοναδικός της “φίλος” ερωτευμένος με μια ρωσίδα
καμπαρετζού ο μακαρίτης ο πατέρας της απογοητευμένος – χτυπημένος – από την
αριστερά της εποχής του.

Η Ελένη δούλευε πάντα σ’ ένα φτηνό ξενοδοχείο χωρίς ρεπό, χωρίς ζωή χωρίς
έρωτα χωρίς μέλλον. Κάποιες φορές που περνούσα να τη δω, ντρεπόμουν λίγο.
Τα ρούχα μου ήταν τσαλακωμένα. Κι’ εγώ. Κι’ αυτή σιδέρωνε. 

Ήμουν τρεις μήνες άνεργος. Οι φίλοι μου με είχαν ξεχάσει. Δουλειές – ταξίδια –
δημόσιες σχέσεις – κάποιοι έγραφαν ποίηση άλλοι άλλαζαν αυτοκίνητο εγώ δεν
“είχα μάτια να κλάψω”, ούτε και την Ελένη είχα, ούτε ένα σίδερο, να βγαίνω έξω
στο δρόμο, με αξιοπρέπεια. 

Δεν το έβαλα κάτω. Την τελευταία φορά που πέρασα να τη δω έβαλα τις ντροπές
στην άκρη, Ελένη της λέω δεν μπορώ άλλο έτσι τσαλακωμένος μπορείς να μου
βρεις ένα μεταχειρισμένο σίδερο; Περίμενε μου λέει. Πάει στο άλλο δωμάτιο,
γυρίζει με ένα σαρανταπεντάρι στο χέρι.

- Πάρτο, μου λέει. Εγώ δεν μπορώ. Ό,τι κάνεις θάμαι μαζί σου.

Ted Hughes, Οι προσφορές

e43e9657c3733e6cda2eb362d6de7b38

….Όπως στο όνειρο που επιμένει
Απλώς στο απίθανο και διαρκεί
Το ένα δευτερόλεπτο μετά το άλλο,
Και γίνεται ολοένα πιο απίστευτο —
Σαν να γύρισες αργά το πρόσωπό σου και αργά
Να μου χαμογέλασες ανάμεσα στα μάτια, προκαλώντας με
Εκεί, ανάμεσα στους ζωντανούς, να μιλήσω στους νεκρούς.
Δεν φαινόταν όμως να γνωρίζεις τον ρόλο που έπαιζες.
Κι όπως σε όνειρο, εγώ δεν αποκρίθηκα.
Προσπάθησα μόνο να ξεχωρίσω την ανάμνηση
Του προσώπου σου από εκείνο το καινούργιο που φορούσες.
Αν αποβιβαζόσουν στο Τσοκ Φαρμ, είπα στον εαυτό μου,
Θα σε ακολουθούσα σπίτι. Θα μιλούσα.
Θα έκανα μια προσπάθεια ν’ αρπάξω
Αυτή την προσφορά, αυτό το θλιβερό υποκατάστατο
Που μου επιστράφηκε με τον θάνατο, που μου αποκαλύφθηκε
Εκεί στον Υπόγειο — σίγουρα σαν να απαιτούσε
Τον έλεγχο και την επιβεβαίωσή μου.
Φτάσαμε στο Τσοκ Φαρμ. Εγώ σηκώθηκα. Εσύ παρέμεινες.
Ηταν η στιγμή της δοκιμασίας.
Σου αφαίρεσα το πρόσωπο και το έβγαλα
Εξω, στην αποβάθρα, σ’ αυτό το όνειρο
Που αφηγούνταν όλη τη ζωή του Λονδίνου.
Σε παρατηρούσα καθώς απομακρυνόσουν, μεταφερόσουν μακριά
Προς τον βορρά, πίσω στην άβυσσο
Το αληθινό καινούργιο πρόσωπό σου αμετάβλητο, φωτεινό, ανυποψίαστο,
Ορατό για ακόμη κάμποσα δευτερόλεπτα, κι έπειτα χάθηκε
Αφήνοντάς μου το αρχικό κενό
Εκεί όπου ήσουν εσύ πριν, και ξαφνικά δεν ήσουν.
Ολα όμως προσφέρονται τρεις φορές.
Και ξαφνικά καθόσουν στο δικό σου σπίτι.—-

*Από την BIBLIOTHEQUE στο http://www.bibliotheque.gr/article/50825.

Καλή μετάφραση δεν σημαίνει απαραίτητα πιστή

Η συνέντευξη της Χριστίνας Λιναρδάκη στην Άτη Σολέρτη για θέματα μετάφρασης στο περιοδικό vakxikon.gr (τεύχος 32)

Συνομιλήσαμε με την ποιήτρια και μεταφράστρια Χριστίνα Λιναρδάκη για το πολύπτυχο έργο της μετάφρασης και όσα μας είπε κρίνονται πολύ ενδιαφέροντα και ουσιαστικά. H κ. Λιναρδάκη επιμελείται σειρά μεταφράσεων σύγχρονων ποιητών στα τεύχη του περιοδικού Vakxikon.gr, ενώ το 2014 κυκλοφόρησε η μετάφραση της ποιητικής συλλογής Φόρεσέ με του Άμαρτζιτ Τσάνταν από τις εκδόσεις Μανδραγόρας.

Α.Σ.: Έχετε μεταφράσει: Άμαρτζιτ Τσάνταν, Αρίστη Τρεντέλ, Τζων Μπέρτζερ, Ίνγκριντ Γιόνκερ, κ.ά. Θα ήθελα να σας ρωτήσω με τι κριτήρια επιλέγετε συγγραφείς προς μετάφραση;

Χ.Λ.: Επιλέγω να μεταφράσω σύγχρονους δημιουργούς που δεν έχουν ξαναμεταφραστεί και που το έργο τους έχει να μου πει κάτι. Αν λέει κάτι σε μένα, ενδεχομένως να έχει να πει και σε άλλους. Αντίθετα, κείμενα κλασικά, που έχουν μεταφραστεί και ξαναμεταφραστεί, δεν με ενδιαφέρουν. Δεν νιώθω ότι περιμένουν εμένα να τους δώσω νέα πνοή. Μου αρέσει πολύ βεβαίως να διαβάζω μεταφράσεις κλασικών, κυρίως για εκπαιδευτικούς λόγους – διάβασα για παράδειγμα πρόσφατα μια εξαιρετική μετάφραση του Robert Hayden από τον Γιάννη Παλαβό σε γλώσσα εποχής. Όμως ο τρόπος που βιώνω τη μετάφραση είναι ως πράξη επικοινωνίας μεταξύ διαφορετικών τρόπων σκέψης, γραφής και αντιμετώπισης του κόσμου. Αυτή η επικοινωνία με ενδιαφέρει και με ενδιαφέρει ακόμη να γίνεται σε real time, με δημιουργούς που γράφουν τώρα, που αντιλαμβάνονται τον ίδιο κόσμο με εμάς, αλλά με διαφορετικούς τρόπους.

Α.Σ.: Η προσωπικότητα ενός συγγραφέα, ο βίος του γενικά, θεωρείτε πως επηρεάζει τη σχέση του με το μεταφραστή του;

Χ.Λ.: Είναι δώρο για τον μεταφραστή να μεταφράζει έναν συγγραφέα που βρίσκεται εν ζωή. Διότι μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να τον συμβουλευτεί και να ζητήσει διευκρινίσεις – χωρίς αυτές να είναι απολύτως δεσμευτικές, γιατί το έργο από τη στιγμή που θα γραφτεί αποκτά δική του υπόσταση, η οποία είναι ανεξάρτητη από την αρχική πρόθεση του δημιουργού του. Αν ο δημιουργός τώρα έχει διάθεση να συνεργαστεί με τον μεταφραστή ή όχι είναι ένα ζήτημα, αλλά δεν μπορώ να σκεφτώ πολλούς δημιουργούς που δεν θα επιζητούσαν μια τέτοια συνεργασία.

Α.Σ.: Πόσο δύσκολο είναι το έργο ενός μεταφραστή; Πού εντοπίζονται δηλαδή οι δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει;

Χ.Λ.: Υπάρχουν άπειρες δυσκολίες, διότι το ζήτημα δεν είναι μόνο να εξευρεθούν οι κατάλληλες λέξεις. Το ζήτημα είναι να μπορέσουν να αποδοθούν το νόημα, το ύφος, το στιλ και η δύναμη του κειμένου. Να αποδοθεί η ψυχή του, θα λέγαμε, ακόμη και εις βάρος της ευθείας αντιστοιχίας των λέξεων μεταξύ της γλώσσας-πηγής και της γλώσσας-στόχου. Ο μεταφραστής οφείλει να αναζητήσει τν αρχική πρόθεση του συγγραφέα και να την αναπλάσει – ακόμη κι αν το κείμενο αψηφά τον δημιουργό του, όπως είπαμε νωρίτερα. Από την άλλη, ο μεταφραστής θα πρέπει να προσέξει να μην παίρνει υπερβολικές ελευθερίες: να μένει κοντά στο κείμενο και σε αυτό να επιστρέφει, αυτό να αφουγκράζεται. Το κείμενο, όχι τις εσωτερικές του φωνές.

Α.Σ.: Υπάρχει κάποιο μυστικό για μια καλή μετάφραση;

Χ.Λ.: Καλή μετάφραση δεν σημαίνει απαραίτητα πιστή – το υπονόησα μόλις. Η καλή μετάφραση είναι εκείνη που ισορροπεί σταθερά ανάμεσα στην ψυχή και το σώμα του κειμένου, ανάμεσα στην πρόθεση του δημιουργού και την ανάγνωση του μεταφραστή, ανάμεσα στον κόσμο που πλάθει το κείμενο και την εσωτερική αναπαράστασή του. Στο σημείο αυτό φθάνει κανείς δύσκολα, μετά από πολλές δοκιμές, ερμηνείες και παρερμηνείες. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιο μυστικό. Αλλά, αν υπάρχει, είναι προσωπικό για τον καθένα.

Α.Σ.: Πιστεύετε πως καταφέρνει να παρουσιάσει ένα πιστό αποτέλεσμα στον αναγνώστη ένας μεταφραστής που βασίζεται και μεταφράζει από μια γλώσσα-γέφυρα και όχι από το πρωτότυπο;

Χ.Λ.: Αυτό είναι πολύ σημαντικό σημείο. Πέρυσι, μαζί με τον Ανδρέα Πιτσιλλίδη, επιλέξαμε και μεταφράσαμε ποιήματα του Άμαρτζιτ Τσάνταν. Τα περισσότερα ήταν ήδη μεταφρασμένα μία φορά, στα αγγλικά, από τα punjabi στα οποία ήταν γραμμένα αρχικώς. Η γλώσσα punjabi έχει πολλές αναντιστοιχίες με οποιαδήποτε δυτική: έχει διαφορετική δομή και κάποιες έννοιες απουσιάζουν τελείως. Το πρόβλημα αυτό διείσδυσε στην αγγλική μετάφραση και θα μπορούσε να μας είχε βγάλει από τον δρόμο μας σε σημαντικό βαθμό, αν δεν είχαμε διαρκή επικοινωνία με τον ποιητή ο οποίος μας διευκρίνιζε ξανά και ξανά ορισμένα σημεία. Σε άλλες περιπτώσεις όμως, όπου η επικοινωνία με τον δημιουργό ενός κειμένου δεν είναι εφικτή, θα πρέπει να επιστρατευθεί κάποιος που η γλώσσα του πρωτοτύπου είναι μητρική του και που γνωρίζει καλά και την ελληνική. Αυτό δηλαδή που έκανα με τα ιαπωνικά χαϊκού που γράφηκαν αμέσως μετά το τσουνάμι και τα οποία μετέφρασα από τα αγγλικά. Συνεργάστηκα έπειτα με μια Γιαπωνέζα φιλόλογο που ζει πολλά χρόνια στην Ελλάδα, η οποία έλεγξε τις μεταφράσεις σε σχέση με το πρωτότυπο. Έτσι, το αποτέλεσμα διασφαλίστηκε όσο γινόταν περισσότερο.

Α.Σ.: Ποιο θεωρείτε πως είναι το μεγαλύτερο δώρο που εισπράττει ένας μεταφραστής μέσα από τη δουλειά του;

Χ.Λ.: Η ικανοποίηση που εισπράττει κάθε άνθρωπος που ολοκληρώνει ένα δύσκολο έργο. Ότι μπορεί να τα καταφέρει, μπορεί να μπει στη φωτιά και να βγει αλώβητος. Ακόμη, ότι έγινε πιο πλούσιος σε γνώσεις, ότι έμαθε κάτι παραπάνω.

Α.Σ.: Πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος το προσωπικό συγγραφικό ύφος του εκάστοτε μεταφραστή να επηρεάσει το προς μετάφραση έργο; Ιδιαίτερα όταν κι ο ίδιος συγγράφει όπως συμβαίνει και μ’ εσάς.
Χ.Λ.: Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός και μεγάλος. Όμως ένας καλός μεταφραστής με πείρα διαθέτει συναγερμούς διαφόρων ειδών που τον ειδοποιούν για τέτοιου είδους κακοτοπιές. Γι’ αυτό, άλλωστε, πρέπει να μένει συνέχεια κοντά στο κείμενο, όπως ήδη είπα. Επίσης είναι χρήσιμο να γνωρίζει και το γενικότερο έργο του δημιουργού, να έχει εξοικειωθεί με τον τρόπο που γράφει.

Α.Σ.: Υπάρχει κάποιο λογοτεχνικό είδος, στο οποίο να έχετε μια ιδιαίτερη προτίμηση ή ενδεχομένως και να έχει ασκήσει επιρροή στη γραφή σας;
Χ.Λ.: Αγαπώ την ποίηση. Με συγκινεί η δύναμη που συμπυκνώνεται στη μικρή, ελλειπτική της φόρμα. Γι’ αυτό πάντα στην ποίηση επιστρέφω με διάφορες ιδιότητες: ως μεταφράστρια, ως αναγνώστης, ως κριτικός – παλαιότερα και ως ποιήτρια η ίδια. Γι’ αυτό άλλωστε δημιούργησα και το blog στίγμαΛόγου, το οποίο ξεκίνησε ως αμιγώς ποιητικό και σήμερα έχει ανοιχτεί σε πολλά πεδία. Δεν θα ήταν εφικτό να το διατηρήσω τρία χρόνια τώρα, βέβαια, αν δεν είχα την πολύτιμη βοήθεια του Ηλία Παππά αρχικά και της Κρις Λιβανίου στη συνέχεια, αλλά και όλων όσων μας τιμούν με τα κείμενά τους.

Α.Σ.: Τι μπορεί να σας εμπνεύσει και να σας δώσει κίνητρο για να γράψετε;

Χ.Λ.: Τα μεγάλα –πάντα άλυτα– ζητήματα της ζωής: η αγάπη, ο έρωτας, ο θάνατος, η ζωή, καθώς και η ένταση και τα γιατί που συνδέονται με αυτά. Αλλά και η τριβή μου μαζί τους: το σημείο που με υπερβαίνουν, με μηδενίζουν και με καταργούν ή το σημείο που με εξυψώνουν. Ακόμη, όλες οι αφηγήσεις που λαμβάνουν χώρα μέχρι να συμβεί το ένα ή το άλλο.

Α.Σ.: Πώς κρίνετε τη σύγχρονη κοινωνική και λογοτεχνική πραγματικότητα;

Χ.Λ.: Τη βρίσκω απογοητευτική. Θα ήθελα πολύ να συμμεριστώ τον ενθουσιασμό όσων υποστηρίζουν ότι η πληθώρα των έργων που εκδίδονται ισοδυναμεί με διάθεση ανάτασης ενός λαού, αλλά δεν μπορώ. Το σύγχρονο φαινόμενο που παρατηρείται σε μαζική κλίμακα, όλοι να θέλουν να εκδώσουν ένα βιβλίο πληρώνοντας τα έξοδα και αγοράζοντας ουσιαστικά τον τίτλο του συγγραφέα, είναι φρικτό. Συσκοτίζει το τοπίο τόσο ώστε δεν μπορεί πια ο αναγνώστης να διακρίνει, μέσα στον σωρό, τη δουλειά που αξίζει. Και προσθέτει στο σώμα της λογοτεχνίας δυσβάστακτο βάρος. Είναι κρίμα, πραγματικά, που γίνονται έτσι πλέον τα πράγματα, χωρίς κάποιο φίλτρο από τους εκδοτικούς οίκους και με την κριτική να μη λειτουργεί σωστά.

Α.Σ.: Ποια είναι τα επόμενά σας σχέδια; Αναμένεται να εκδώσετε κάποιο βιβλίο;

Χ.Λ.: Επί του παρόντος, μεταφράζω ποιήματα από την τελευταία ποιητική συλλογή της Αρίστης Τρεντέλ. Πρόκειται για ποιήματα ιδιαίτερα και δυσμετάφραστα, όλο παρηχήσεις, λογοπαίγνια και παραπομπές σε στίχους άλλων ποιητών, όμως είναι για μένα μεγάλη πρόκληση η αναμέτρηση μαζί τους. Έχω μεταφράσει στο παρελθόν και διηγήματα της Αρίστης, σε συνεργασία με τον Τάσο Αναστασίου. Η Τρεντέλ έχει ευαίσθητη γραφή και πολυεπίπεδη, λόγω και της βαθιάς γνώσης της στην ποίηση. Αυτό θα είναι ένα επόμενο βιβλίο και ένα άλλο θα είναι τα χαϊκού για το τσουνάμι, που σας έλεγα πριν. Αλλά θα ήθελα επίσης να μεταφράσω το συντομότερο μια ανθολογία ποιημάτων της Ίνγκριντ Γιόνκερ και είμαι σε διαδικασία αναζήτησης της κόρης της για τα σχετικά δικαιώματα.

Α.Σ.: Τέλος, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω από καρδιάς που με τιμήσατε με αυτή τη διαδικτυακή συνομιλία, να ευχηθώ καλή επιτυχία στο σημαντικό έργο σας και να σας ζητήσω να κάνετε μια ευχή!

Χ.Λ.: Το μόνο που εύχομαι είναι να ξημερώσει ένας καλύτερος κόσμος για όλους μας… Θα ήθελα κι εγώ να σας ευχαριστήσω που επιλέξατε εμένα να συνομιλήσετε, τη στιγμή που υπάρχουν τόσοι καταξιωμένοι, γνωστοί και πολύ αξιόλογοι μεταφραστές με έργο πολλαπλάσιο του δικού μου. Καλή σας συνέχεια σε ό,τι κάνετε!

*Από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/02/blog-post_8.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

**Στο βίντεο η Χριστίνα Λιναρδάκη διαβάζει ένα δικό τηε ποίημα.

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Μικρά ιστορικά

561079_10151153919444850_730246967_n

ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ

Πάγωσαν όλοι στα φιλολογικά σαλόνια των Παρισίων
όταν ο έφηβος που ήρθε από την επαρχεία
—με συστάσεις ανερχόμενου ποιητή—
έγραψε:

η ράτσα μου δεν εξεγέρθηκε παρά για να λεηλατήσει

Να λεηλατήσει;
μα αυτό ήταν σκάνδαλο!

Η επανάσταση τους είχε γίνει
για ιδέες
λέξεις
και οράματα υψηλά

τόσο υψηλά, που ήταν
—εν πάση περιπτώσει— ταπεινό,

να μιλάς για κολασμένους

***

ΑΜΥΝΕΙΝ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Καρφώνοντας το σπαθί στην καρδιά
του επίδοξου βασιλιά και πατέρα
ο Βρούτος
κλήθηκε να σώσει την πόλη
—που για καιρό τώρα έρρεπε στην τυραννία—
από τον ίδιο της τον εαυτό.

Γνώριζε πως αυτή η πράξη ήθους
θα λογιζόταν σαν προδοσία
και πως θα ηττάτο κατά κράτος·

αν και ευτυχέστερος των νικητών
θα αυτοκτονούσε

Αυτή είμαι όμως η μοίρα της ελευθερίας
να τιμάται πάντα, και μόνον, από τους προδότες

***

ΜΟΣΧΑ 1944

Στον Winston φάνηκε κάπως κυνικό
έτσι που μοίρασαν τον κόσμο
σε ένα χαρτάκι
«Ας το κάψουμε» είπε

Έκανε κρύο
εκείνο το φθινόπωρο στη Μόσχα
όμως, στο δωμάτιο ζέσταινε το τζάκι
και το μπράντι μέλωνε
τις φλέβες τους

—αχ, πόση ψυχρότητα μπορεί να κρύψει μια φωτιά—

«Ὀχι, κρατήστε το εσείς» είπε, γελώντας
πίσω από το βαρύ του μουστάκι·

ήξερε, ο θείος Τζο
εν τη σοφία του,
πως το χαρτάκι αυτό
θα γινόταν η ντροπή τους

*Αναδημοσίευση από το http://stratigos-anemos.blogspot.gr/2016/02/blog-post_14.html

Μιγκέλ Άνχελ Γκαλίντο, Ποιήματα από το βιβλίο “Εμφανίσεις”

12715265_559647297545293_7302266141783359090_n
 
I

Ονειρεύτηκα πως ήσουν ζωντανός, ραίνοντας τις πληγές δυο ατόμων
Τη σφραγίδα στο δέντρο που καρατομεί τη μητέρα.

Το δόγμα μου έχει διαλυθεί στη γλώσσα του νεαρού Πούφεντορφ.
Τον είδα να πεθαίνει σε αρκετές περιστάσεις, τον φίλησα
Με τα χέρια δεμένα στην όιλ διάλεκτο του ταράνδου, δράττοντας πανικούς Νατουραλισμοί, ταβέρνες που πυροδοτούν το άσμα των πρωτοπόρων:
Η αθλιότητα δεν είναι ένα
ιερό μυστήριο.

Ονειρεύτηκα πως έφτιαξες ξανά ψωμί μες στο γκρεμό & πως το μοίραζες
Ανάμεσα σ’ εκείνους που ξεγύμνωσαν την μάρτυρα Καταλίνα ενώ
Πυροβολούσαμε μία βραδεία ανάβαση στους ουρανούς της ακαθαρσίας.

Πόσες έρημοι ταλάντευσαν την ανέγγιχτη ευτυχία μας.

ΙI

Νοσταλγώ τη λιωμένη ουσία απ’ το κερί των παιδιών
Που ονειρεύονταν κεφάλια στην αποτύπωση.

Το πάτημα θα είναι για όλους ίδιο, ξηρό, απελπισμένο.

Κοίμησέ τη προτού μας λείψει να οργώσουμε καρδιές
Στην ιχνογραφία των φανατικών που συγκαλύπτουν την ενάρετη αγάπη.

III

Πλύθηκα σε ύδατα που άπλωναν χέρια σε αγίους
Βάφτισα άλλα κορμιά, στόματα αδελφικά
Φοράδες που στράφηκαν στις επαρχίες, κόρες που ορκίστηκαν να μετατραπούν
Σε σπίτια βαμμένα πράσινα αλλά που ποτέ δεν επέστρεψαν.

Οι πνιγμένοι του Νερέτβα έκαναν έφοδο στο ποίημα:
Δεν έχει τρικυμία στην αγροικία.  Δεν υπάρχει αφθονία από καρδιές
Μάκτρα κατευνασμένα. Μένει μόνο ένας γερασμένος αρχειοφύλακας που σκαλίζει
Μες στη γη, που γδέρνεται στις όχθες ενός καθρέφτη.

Σβήνω από την όψη & από τις αναγγελίες
Το ραμμένο αίμα των Λαγίδων.

IV

Σταμάτησα να διδάσκω λογοτεχνία στις κόρες του Πόπλερ γιατί
θέλω να γυρίσω να εγκατασταθώ στη φτωχολογιά. Αγγελολογίες, μήτρες απ’ αυτόν που λιθοβόλησε την αγάπη ηχώντας ξερόκλαδα σε αλσύλλια & διαδρόμους, εκθηλύνοντας ένα γάβγισμα, συννεφιάζοντας λίτρα χρηματιστηριακού ιδρώτα.  

Όλες οι τηλεοράσεις της μεγάλης οροσειράς διαλύουν το σύννεφο.
Μαύρες καρδιές από πηλό γκρεμίζονται πάνω στο εθνικό συμπόσιο, μπαλώνουν χαμόγελα επώασης. Αναμεταδίδουν την καθημερινή τελετουργία. Πυροβολισμοί. Η χαίτη του χρηματιστή ξεκολλάει γιατί μένει μόνο μια ζωή στους εχθρούς των σταγόνων της Αμερικής & οι πυρομάντεις μου φωνάζουν δυνατά από το προεδρικό γκαράζ. Μου πετάνε τις σύριγγές τους, τρώνε από το πρόσωπο του πατρός, απ’ το διαβητικό του σώμα αποτελούμενο από Νέον.

Εγώ θα κοιμηθώ στο Λεπροκομείο της Ανατολής γιατί ξέρω πως εκεί, κεκαλυμμένος από τις προσμείξεις των αγγέλων, δεν θα υποφέρουν κατά μόνας τα φαντάσματά μου.

V

Βρέφος με ιερό λείψανο, ακτινοβόλησε στα ξύλα
Τις σημειώσεις σου για την επιγεγραμμένη
Ιερουσαλήμ.

Οι ορφικοί θα σου υπαγορεύσουν τα αινίγματα
Πώς να συλλαμβάνεις τους ενόχους
Ενώ ακονίζεις τη μάχαιρα της εσχάτης Επιφάνειας στη Γη.

Η εικόνα της αναζήτησης είναι υπερβολική:
Σήμερα αποκεφάλισαν το νεαρό μιγά.

Η βραδύτητά του είναι η κατάπτωσή μου.

Ακόμα θυμάμαι με τι ενθουσιασμό έμαθε να ξυρίζεται.
Δάκρυα, ουγγιές που έχουν κοπεί
Στις μυστηριώδεις επαρχίες του δουλεμπορίου.

VI

Γυρίζω στο νησί για να κόψω τα δέντρα
Που προηγούνται αυτού του ποιήματος.

*Ο Μιγκέλ Άνχελ Γκαλίντο (1973) έχει σπουδάσει Φιλοσοφία και κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στη Νομική. Έχει εκδώσει σχεδόν 20 βιβλία και έχει βραβευτεί σε διαφορετικά μέρη στην Ισπανία και στη Γαλλία. Ήταν ομιλητής στις 9 εβδομάδες της Ποίησης των Κανάριων Νήσων (Ateneo de La Laguna, 1995, Τενερίφη). Έχει λάβει μέρος σε ανθολογίες που αφορούν στη λογοτεχνία των Κανάριων Νήσων και της Ισπανίας γενικότερα. Μερικά από τα έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά για το τμήμα αγγλικών και αμερικάνικων σπουδών του Πανεπιστημίου του Σάλτσμπουργκ και στα ελληνικά για το ηλεκτρονικό περιοδικό «Βακχικόν».
**”Εμφανίσεις”, 2011.
***Μετάφραση: Άτη Σολέρτη.

Federico Tavan, Καταραμένη εκείνη η μέρα

1-federico-tavan

Καταραμένη εκείνη η μέρα
που άρχισα να γράφω
όχι γιατί
είναι κακό να γράφεις
αλλά γιατί
ήταν καταραμένη εκείνη η μέρα
που ήμουν μόνος
κι έκλαιγα
και γι’ αυτό
έγραφα.
*
“Μπουμ”
Εμείς καρφωμένοι
εδώ
γράφοντας ποίηση.
Ξέρω
πως αυτό
δεν είναι ποίηση.
Είναι η ιστορία ενός τρένου.
Ξέρω
πως πάνω σ’ εκείνο το τρένο
υπήρχαν
ένας πλανόβιος
ένας μετανάστης
ένας εργάτης
μια φοιτήτρια
ένας οικογενειάρχης.
Ξέρω
πως ο πλανόβιος
είναι στην ηλικία μου
δίχως δόντια
δίχως μαλλιά
και γελάει και κλαίει
και δεν πάει πουθενά
και δεν έχει βαλίτσα καμιά.
Ξέρω
πως ο μετανάστης
είναι πενήντα τριών χρονών
κι έρχεται από τη Γερμανία.
Ξέρω
πως πάει στη Σικελία
και μες στη βαλίτσα
μία κούτα σοκολάτες.
Ξέρω
πως ο εργάτης
δουλεύει στην Άλφα Ρομέο.
Ξέρω
πως είναι σαράντα δύο χρονών
μες στη βαλίτσα
η τελευταία πληρωμή μισθού.
Ξέρω
πως η φοιτήτρια
είναι πολύ όμορφη
και είναι δεκαεπτά χρονών.
Ξέρω
πως πάει να δει τη Ρώμη,
μες στη βαλίτσα
η φωτογραφική μηχανή.
Ξέρω
πως ο οικογενειάρχης
έχει τα γυαλιά εξήντα δύο χρόνια
έναν εγγονό στο Μπάρι
και μες στη βαλίτσα
«το δείπνο για τα χελιδονάκια του».
Ξέρω
πως περιμένουν κάτι
και γελούν
και το τρένο γελάει
και οι βαλίτσες γελούν
και η δημοκρατία
κρυμμένη κάτω από τις σιδηροτροχιές
όπως πάντα
γελάει.
ΜΠΟΥΜ

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Γιώργος Β. Μακρής, Δύο ποιήματα

DSC06273GIORGOS-MAKRIS-autobiogr-BLOG

ΣΥΜΒΑΝΤΑ

Σήμερα κυμαίνομαι πάλι, δίχως να παίρνω μια απόφαση
κυμαίνομαι και σήμερα
δεν μας ενδιαφέρει ανάμεσα σε τι κυμαίνομαι.
Είμαι ένα γυαλιστερό εκκρεμές.
Ίσως μονάχα αυτή η κύμανση να υπάρχει.
Μια κυρία με στόμα σοβαρό σηκώνεται από τον πάγκο και λέει στα άνθη με την κλειστή της ομπρελίτσα.
Μα εγώ προχωρώ λυπημένος
χωρίς να ξέρω τι να λέει ακριβώς.
Θυμάμαι διάφορα πρόσωπα σε καταστρώματα σκαφών.
Ούτε κι αυτό εντελώς δε θυμάμαι…

(1944)

***

ΠΡΟΣΕΥΧΗ Ή ΑΠΑΙΤΗΣΗ

Κάνε, Υπέρτατον Ον,
(…) ώστε ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ ή ο Τζακ Κέρουακ
να γίνουν κάποτε Πρόεδροι των ΗΠΑ
(…) και η Τεχνική
να ξαναγίνει
Τέχνη.
Κάνε, Κάνε λοιπόν δέντρα, γατιά και λουλούδια και νέες κοπέλες και σεξ και τραγούδι.

(1967)

Μάτση Χατζηλαζάρου, Δύο ποιήματα

matsi

Απόγεμα

Μαύρη γάτα γυαλιστερή
λάγνα σα μάτι
κατοικίδιο
εσύ ελεύθερο
στην ηδονή έχεις
μιαν ανάσα αλλόκοτη
ήμερη ήμερη ήμερη
η ράχη σου βρίσκει
μες στο δωμάτιο
όλα τα λησμονημένα χάδια

κι αν δοκίμαζα με σένανε
τα ξόρκια μου
κι αν σε ονομάτιζα
Γριγρίτσα μου γυαλιστερή
εσύ ελεύθερη

όχι καλύτερα
να σε πω Γριγρία
γυαλιστερή μου λάγνα
Γριγρία
μαύρη σα μάτι
παίζεις καθώς γράφω
ψευτοδαγκάνεις το στιλό μου
Γριγρία λεβεντιά
ξένοιαστα ζυγώνεις
τη μελάνη ή το λόγο
παραφυλάς το θάνατο καμιά φορά
μα ποτές το ρήμα πεθαίνω

***

Πρωί

Θυμήθηκε τα γριγριά
που αντιλαλούν και φέγγουνε
σε μεγάλη διαδρομή καημών
από τον εαυτό της
μακριά στα νερά τής Βάρκιζας
όμως έσερνε μαζί έναν στίχο

τα γριγριά αντιλαλούν και φέγγουν

μην επιμένεις εδώ
ισχνή μου λέξη γριγριά
τα γάμμα-ρο και τα γιώτα
δε φωτάνε κανένα βυθό
δε βαράνε γδούπους πάνω στη θάλασσα
μηδέ τα συνερίζεται ο μπάτης
όταν ξεμουδιάζει το πρωινό
και ένα ένα φυσάει
άστρα φάρους και λάμπες
γριγριά
τι με παιδεύεις
φτάνουνε οι θύμησες
αρρώστια είν’ τα λόγια τους
τι με κατατρέχεις
αναβοσβήνεις μπροστά μου
άμα λιγώνουμαι στον καναπέ
φύγε γριγριά φύγε
δε μπορώ άλλο
χάνουμαι

*Από τη συλλογή Κρυφοχώρι της Μάτσης Χατζηλαζάρου (εκδ. Τετράδιο, Αθήνα, 1951) [με τέσσερις χαλκογραφίες του Javier Vilató]. Πηγή: Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα 1944-1985 (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1989). Εμείς τα πήραμε από το http://matsihatzilazarou.wordpress.com