Lionel Fogarty, Mad Souls / Τρελές ψυχές

Ο Lionel Fogarty με τις ποιητικές συλλογές που έχει εκδώσει έως τώρα

Ο Lionel Fogarty με τις ποιητικές συλλογές που έχει εκδώσει έως τώρα

I am a moody Murri
my temper as black as me.
I am a moody Murri
drink and smoke.
Sail me away to Africa.
Yes, I’m a moody Murri
I live to swear
and shit anywhere.
I am the moody Murri
don’t like Aussies
don’t like Asians.
You’d love to meet me.
I’ll tell you
go live where you come from.
I am the Murri black
here forever.
Sometimes can’t stand my own people
some sell off
some sell out.
I am the blackfella you need
in governments.
If I am asked about, pay the rent
I’ll give it a go mate.
I am the moody blue Murri.
Please don’t take offence
your own negative reply.
I am not mad
but glad.
Roots grown out
mingling with shining desire
free our dreams.
Yet you people miss what I am
and
I am the moody Murri
my temper as black as me.

Τρελές ψυχές

Είμαι ένας μπουρινιασμένος Murri*
η οργή μου μαύρη όπως εγώ.
Είμαι ένας μπουρινιασμένος Murri
πίνω και καπνίζω,
στείλε με μακριά στην Αφρική.
Ναι, είμαι ένας μπουρινιασμένος Murri
ζω για να βλαστημώ
και να χέζω όπου βρω.
Είμαι ο μπουρινιασμένος Murri
δεν γουστάρω τους Αυστραλούς
δεν γουστάρω τους Ασιάτες.
Θα σ’ άρεσε να με συναντήσεις.
Θα σου ‘λεγα
γύρνα από κει που ‘ρθες.
Είμαι ο Murri μαύρος για πάντα εδώ.
Μερικές φορές δεν αντέχω ούτε τους δικούς μου
κάποιοι ξεπουλιούνται κάποιοι σε πουλάνε.
Είμαι ο μαύρος που χρειάζεσαι
στην κυβέρνηση.
Αν με ρωτήσουν σχετικά, πλήρωσε το νοίκι
και είμαι μέσα φίλε.
Είμαι ο μπουρινιασμένος μπλε Murri.
Κάνε μου τη χάρη, δεν προσβάλλεσαι
από την αρνητική σου απάντηση.
Δεν είμαι τρελός αλλά χαρούμενος.
Ρίζες ξεπετάγονται
Αναμιγνύονται με λαμπερές επιθυμίες
Ελευθερώνουν τα όνειρά μας
Κι όμως εσείς δεν καταλαβαίνετε ποιος είμαι
και
Είμαι ο μπουρινιασμένος Murri
Η οργή μου μαύρη όπως εγώ.

*Murri: αυτόχθονες που ζουν κυρίως στην περιοχή του Queensland.

**Μετάφραση: Jazra Khaleed

00P5170042-short31

Εκεί που τα φίδια δεν αλλάζουν δέρμα – Η ποίηση των αυτοχθόνων της Αυστραλίας

Αborigines-7

Επιμέλεια-Εισαγωγή: Shon Arieh-Lerer, Jazra Khaleed. Μετάφραση: Δανάη Σιώζιου, Jazra Khaleed.

Αν και οι Αβορίγινες ζουν στην Αυστραλία εδώ και 40.000 χρόνια, σήμερα αποτελούν μια μικρή μειονότητα, λιγότερο από το 2% του συνολικού πληθυσμού. Δεν ήταν πάντα έτσι. Όταν ο Captain Cook πάτησε το πόδι του στην Αυστραλία το 1788, ανακήρυξε το νησί terra nullius, χώρα έρημη και ακατοίκητη, αν και από την πρώτη στιγμή ήρθε σε επαφή με τους αυτόχθονες. Οι αποικιοκράτες κατάλαβαν από νωρίς ότι ο τρόπος ζωής των φυλών που ζούσαν στην Αυστραλία ήταν τελείως διαφορετικός από αυτόν των Ευρωπαίων. Επιπλέον, ήταν φανερό ότι δεν μπορούσαν να τους διώξουν από τη γη τους χαρίζοντάς τους καθρεφτάκια και χάντρες. Κάτι τέτοιο θα γινόταν μόνο με τη βία. Η συστηματική γενοκτονία των αυτοχθόνων από τους αποικιοκράτες διήρκησε περισσότερο από εκατό χρόνια, έως τις αρχές του εικοστού αιώνα. Χιλιάδες Αβορίγινες απομακρύνθηκαν από τις εστίες τους, βασανίστηκαν, βιάστηκαν και οδηγήθηκαν στη σκλαβιά -περισσότερο από το 75% του πληθυσμού εξολοθρεύτηκε. Οι άποικοι κατέλαβαν τη γη τους και απαγόρεψαν τις τελετές και τις διαλέκτους που μιλούσαν.

Ακόμα και μετά το 1901, όταν η αποικία της Αυστραλίας ανακηρύχτηκε κυρίαρχο και αυτόνομο κράτος, οι διωγμοί δεν σταμάτησαν. Οι αυτόχθονες ήταν αναγκασμένοι να ζουν σε συνθήκες apartheid. Χιλιάδες παιδιά απομακρύνθηκαν από τους δικούς τους και είτε δόθηκαν σε λευκές οικογένειες είτε κλείστηκαν σε ιδρύματα που έμοιαζαν περισσότερο με στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ακόμα και όταν το 1948 τους δόθηκε η ιθαγένεια, πολλοί Αβορίγινες δεν είχαν το δικαίωμα να ψηφίσουν μέχρι τη δεκαετία του ’60. Μάλιστα, μέχρι το 1967, το Σύνταγμα της Αυστραλίας διευκρίνιζε ότι «οι αυτόχθονες Αβορίγινες δεν πρέπει να υπολογίζονται» ως κομμάτι του πληθυσμού της Αυστραλίας.

Αυτή η αδυσώπητη επίθεση στη ζωή και τον πολιτισμό των αυτοχθόνων δεν έμεινε αναπάντητη. Από την πρώτη στιγμή, οι φυλές που κατοικούσαν στην Αυστραλία απέδειξαν ότι ήταν «περήφανοι πολεμιστές», όπως γράφει η Bobbi Sykes (1945-) στο ποίημα «Ρέκβιεμ», που έχουμε μεταφράσει. Οι αγώνες των Αβορίγινων ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση κορυφώθηκαν στις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Με το βλέμμα στραμμένο στην ανταρσία των μαύρων στην Αμερική και στα απελευθερωτικά κινήματα στην Αφρική, οι αυτόχθονες της Αυστραλίας εξεγέρθηκαν ενάντια στη λευκή εξουσία. Βασική απαίτησή τους ήταν, και παραμένει, το δικαίωμα στη γη των προγόνων τους.

Μέσα από αυτές τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες ξεπήδησαν οι ποιητικές φωνές που παρουσιάζουμε. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι παρόλο που η ποίηση και το τραγούδι των αυτοχθόνων της Αυστραλίας έχουν παράδοση αιώνων, αποσιωπήθηκαν και καταπιέστηκαν συστηματικά από τους αποικιοκράτες. Όλοι οι ποιητές και όλες οι ποιήτριες που φιλοξενούνται σ’ αυτό το τεύχος του Τεφλόν υπήρξαν θύματα ρατσιστικών επιθέσεων, διωγμών και καταπίεσης, ειδικά στα νεανικά τους χρόνια. Η Bobbi Sykes συνελήφθη σε διαμαρτυρία. Ο Kevin Gilbert και ο Mudrooroo φυλακίστηκαν για εγκληματικές ενέργειες -ο Gilbert για φόνο. Τραγικότερος όλων ο Robert Walker (1958-1984), ο οποίος ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από τους φρουρούς της φυλακής.

Το μικρό αυτό αφιέρωμα στην ποίηση των αυτοχθόνων της Αυστραλίας ξεκινάει με δύο ποιήματα από τη συλλογή We Are Going (1964) της Oodgeroo Noonuccal (1920-1993), την πρώτη ποιητική συλλογή που εξέδωσε ποτέ Αβορίγινας ποιητής ή ποιήτρια. Η Noonuccal -επιφανής ποιήτρια, συγγραφέας και ακτιβίστρια- χρησιμοποιεί συνειδητά τον στίχο ως μέσο προπαγάνδας με σκοπό να διατρανώσει την περηφάνια για την καταγωγή της, να περιγράφει τα δεινά της φυλής της και να απαιτήσει ισότητα και ισονομία. Όπως φαίνεται και στο ποίημα «Η δυστυχισμένη φυλή», η Noonuccal στρέφεται ενάντια στον τρόπο ζωής των λευκών, την εκμετάλλευση της εργασίας και την ιεραρχική δομή εξουσίας.

Την ακολουθούν ποιητές όπως ο Jack Davis (1917-2000) και ο Kevin Gilbert (1933-1993). Ο πρώτος, ιδιαίτερα δραστήριος πολιτικά, δίνει συχνά στα ποιήματά του μία παγκόσμια διάσταση εκφράζοντας τις σκέψεις του για γεγονότα που συμβαίνουν εκτός Αυστραλίας και πέρα από την καθημερινότητα των Αβορίγινων. Ο δεύτερος υιοθετεί έναν πιο καυστικό, ορμητικό τρόπο γραφής και δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει ιδιωματισμούς των αυτοχθόνων. Στο ποίημα «Δέντρο», που θα διαβάσετε παρακάτω, καταπιάνεται με ένα θέμα που συναντάμε συχνά στην ποίηση των Αβορίγινων: τους πανάρχαιους δεσμούς τους με τη γη και τη φύση.

Η πλειοψηφία της κριτικής στην Αυστραλία αντιμετώπισε από την αρχή την ποίηση των Αβορίγινων με καχυποψία και αρκετές φορές με εχθρότητα. Όπως οι άποικοι δεν μπόρεσαν να καταλάβουν ή θεώρησαν εχθρικό προς αυτούς τον τρόπο ζωής των Αβορίγινων, έτσι και οι λευκοί διανοούμενοι, είτε συνειδητά ως απολογητές της εξουσίας είτε λόγω της αδυναμίας τους να δουν πέρα από τον ποιητικό «κανόνα», αρνούνται να αναγνωρίσουν τη δύναμη και την αμεσότητα του ποιητικού έργου των αυτοχθόνων. Η ποίησή τους ενοχλεί, καθώς αποτελεί όχι μόνο υπενθύμιση των κτηνωδιών του παρελθόντος και του ρατσισμού του παρόντος αλλά και απειλή για την εξουσία και τη νομιμοποίησή της.

Παρά τις όποιες τεχνικές αδυναμίες τους, πολλά από τα ποιήματα των Αβορίγινων αψηφούν και ταρακουνούν τους ποιητικούς κανόνες. Δεν είναι λίγοι οι ποιητές και οι ποιήτριες που πειραματίζονται με την επαναληπτικότητα, τον ελεύθερο στίχο, τον ρυθμό και τις διακυμάνσεις στον βηματισμό. Ταυτόχρονα, όμως, το έργο τους συγκλονίζεται από, πολλές φορές οδυνηρά, αδιέξοδα και αντιφάσεις, καθώς συχνά βρίσκονται εγκλωβισμένοι/ες μεταξύ της προφορικής παράδοσης της φυλής τους, η οποία έχει ιστορία χιλιάδων ετών, και μιας γλώσσας ξένης προς αυτούς/ές, η οποία όχι μόνο τους επιβλήθηκε μέσω μιας ελλιπούς εκπαίδευσης αλλά και κουβαλάει μέσα της επώδυνες αναμνήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι κάποιοι/ες από τους Αβορίγινες ποιητές και ποιήτριες υιοθετούν συχνά, ίσως και λόγω έλλειψης αυτοπεποίθησης, απλοϊκές και συμβατικές φόρμες της ευρωπαϊκής ποιητικής παράδοσης (όπως ο Jack Davis στο ποίημα «Οι Αβορίγινες των πόλεων»).

Οι δεσμοί της ποίησης των Αβορίγινων με τη Δύση διαρρηγνύονται με την εμφάνιση των Mudrooroo (1938-) και Lionel Fogarty (1958-). Αυτοί οι δύο ξεκινούν τη δεκαετία του ’80 ένα σημειωτικό αντάρτικο ενάντια στην αγγλική γλώσσα φέρνοντας στο προσκήνιο την προφορική παράδοση των αυτοχθόνων. Και οι δύο συχνά χρησιμοποιούν στοιχεία των διαλέκτων που μιλούν οι φυλές τους, λέξεις και φράσεις που κάνουν δύσκολη την κατανόηση των ποιημάτων τους από τους μη Αβορίγινες. Ο πρώτος, ο οποίος το 1988 άλλαξε το όνομά του από Colin Johnson σε Mudrooroo, χρησιμοποιεί σε ποιήματα όπως το «Δίνουν στον Jacky δικαιώματα» στοιχεία από τον παραδοσιακό «κύκλο» τραγουδιών των Αβορίγινων. Αλλού μπλέκει τα Αγγλικά με λέξεις της διαλέκτου των Nyungar (ΝΔ Αυστραλία) και επαναπροσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο μιλιέται η διάλεκτος αυτή (Neo-Nyungar). Ο Fogarty, ο οποίος συστήνεται ως ρήτορας και όχι ως συγγραφέας, χειρίζεται την αγγλική γλώσσα όπως «ένας δερβίσης χειρίζεται ένα ραβδί», σύμφωνα με τον Kevin Gilbert. Χρησιμοποιεί τη γλώσσα των αποίκων με σκοπό να ακυρώσει την επιβολή της και να δημιουργήσει μια νέα αντι-γλώσσα ελεύθερη από κανόνες και περιορισμούς, μια έκρηξη αμφισημίας και πολυσημίας.

Επιτρέψτε μας να κλείσουμε αυτή την εισαγωγή με τα λόγια του ίδιου του Lionel Fogarty: «Η ποίησή μου είναι μια παράσταση της λογοτεχνικής προφορικής παράδοσης, ένας τρόπος να χρησιμοποιήσω τα αγγλικά που μιλά η φυλή μου ενάντια στα Αγγλικά. Με τα γραπτά μου θέλω να καθοδηγήσω τις επερχόμενες γενεές των Αβορίγινων μακριά από τον ευρωπαϊκό αποικιοκρατικό τρόπο γραφής (…) Στο έργο μου δεν πιστεύω στον συμβιβασμό σε καμία περίπτωση. Δεν θέλω να είμαι ένας συγγραφέας της συμφιλίωσης ή ένας ρεφορμιστής. Θέλω να χτυπάω στο μυαλό και να ξεπερνάω τα όρια. Δεν έχει σημασία αν χρησιμοποιώ τους σωστούς γραμματικούς κανόνες ή το δικό τους στιλ γραφής, γιατί ο λευκός πάντα θα επικρίνει τα γραπτά. Ο λευκός δεν θα καταλάβει ποτέ πλήρως τι σκέφτεται ένας μαύρος όταν γράφει. Ίσως αυτό αλλάξει στις επερχόμενες γενεές».

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο ποιητικό περιοδικό “Τεφλόν”, τεύχος 2, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2009-2010, απ’ όπου και το αναδημοσιεύουμε. Από τα ποιήματα του αφιερώματος αυτού του περιοδικού ‘Τεφλόν”, θα καταβάλουμε προσπάθεια να τα (ανα)δημοσιεύσουμε όλα, αρχίζοντας από το ποίημα του Lionel Fogarty “Τρελές ψυχές” σε μετάφραση Jazra Khaleed.

Νικόλας Άσιμος, Κάλαντα

Καλήν ημέραν άρχοντες κι ανοίχτε τα στραβά σας
η ιστορία που θα πω θα μπει μες τα μυαλά σας
Όταν την έπινε ο Θεός την πίναν και οι αγγέλοι
την πίνανε και οι άνθρωποι και όλα γάλα μέλι
Ήταν παράδεισος η γης ολόγλυκα τραγούδια

ανθρώποι και πουλιά μαζί και τα αγγελούδια

Μα ένα διαολόφιδο αμάν κακό στη φύση
τους πρωτοπλάστους 
γέλασε και έκλεψε το χασίσι

Τότε ξενέρωσε ο Θεός και χαρμανιάσαν όλοι

οι ανθρώποι γίνανε κακοί και οι άγγελοι διαόλοι

Έγινε κόλαση η γης παντού, παντού φωτιές να καίνε

Και τώρα τα τραγούδια μας μόνο, μόνο για πόνο λένε

Καλήν σας μέρα άρχοντες και βάλτε στο μυαλό σας
αυτά
που σας τραγούδησα θε να βγουν σε καλό σας.

Κωνσταντίνα Κορρυβάντη, Αριάδνη

Κωνσταντίνα-Κορρυβάντη-Μυθογονία

Ας πιούμε
στα μακρόσυρτα απογεύματα του Ντε Κίρικο.
Στους βόλους των παιδιών που μπλέκονται στα πόδια μας
καθώς ξεμακραίνουν λευκά και μαύρα πανιά
νοθεύοντας το απέραντο γαλάζιο.
Στην ουρά της γάτας και στο κουβάρι που διασκεδάζει την πλήξη της.
Στο ειδύλλιο που δεν εκτυλίσσεται στην πόρτα μου.
Σε κάθε περίπτωση ας πιούμε,
στην σφαιρική αντίληψη των πραγμάτων.
 
*Από την συλλογή “Μυθογονία“, εκδόσεις Μανδραγόρας.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Τὸ σκάκι

images (1)

Ἔλα νὰ παίξουμε…
Θὰ σοῦ χαρίσω τὴ βασίλισσά μου
Ἦταν γιὰ μένα μιὰ φορὰ ἡ ἀγαπημένη
Τώρα δὲν ἔχω πιὰ ἀγαπημένη
Θὰ σοῦ χαρίσω τοὺς πύργους μου
Τώρα πιὰ δὲν πυροβολῶ τοὺς φίλους μου
Ἔχουν πεθάνει ἀπὸ καιρὸ
πρὶν ἀπὸ μένα
Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει
δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη
γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις
Ἔλα νὰ παίξουμε…
Ὁ βασιλιὰς αὐτὸς δὲν ἤτανε ποτὲ δικός μου
Κι ὕστερα τόσους στρατιῶτες τί τοὺς θέλω!
Τραβᾶνε μπρὸς σκυφτοὶ δίχως κἂν ὄνειρα
Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει
δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη
γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις
Ἔλα νὰ παίξουμε…
Κι αὐτὴ δὲν ἔχει τέλος ἡ παρτίδα…

*Από τα “Ποιήματα”, εκδ. Νεφέλη.

μπαλάντα του ανατέλλοντος πρωινού, η

φωτογραφία: niwse

φωτογραφία: niwse

ένα πρωί θα ξυπνήσω
και όλοι μου οι εφιάλτες θα με κοιτούν ειρωνικά
θα σηκωθώ απ’ το κρεβάτι
και θα σφουγγαρίσω από το πάτωμα κάθε όνειρο με χλώριο
θα γεμίσω το νεροχύτη με φωσφορούχο νερό
και θα ρίξω μέσα όλες μου τις δεκαετίες
θα ανοίξω τις κουρτίνες για να μπει μέσα η αλήθεια
και θα σκουπίσω προσεχτικά από τα τζάμια την ουτοπία

ένα πρωί θα ξυπνήσω
και θα βράσω γάλα με οινόπνευμα φωτιστικό για να πιω
μετά θα βγω έξω πυρκαγιά καιόμενη
και θα σταθώ με ευλάβεια δίπλα στης πόλης μου τις τράπεζες
ύστερα θα κολυμπήσω στα μπαζωμένα ποτάμια του άστεως
και έτσι βρεγμένη απ’ το τσιμέντο του πολιτισμού
θα βρω ένα πεζοδρόμιο που θα μυρίζει δακρυγόνο
και θα γελάσω με τους θανάτους που δεν πρόλαβαν να έρθουν

ένα πρωί θα ξυπνήσω
και στη θέση των ματιών μου θα ‘χουνε φυτρώσει παπαρούνες
πάνω στο ψυγείο θα βρω σημειώματα πολύχρωμα
απ’ τους νεκρούς του αιγαίου − τα αδέρφια μου −
στης πόρτας το χαλάκι θα ‘χει φυτρώσει ένας τεράστιος λωτός
και γω λυγμώντας ίσως βγω στο δρόμο
ψάχνοντας με αγωνία σε κάδους πράσινους και μπλε
τις μνήμες που τεχνηέντως μου ‘σβησε ο πολιτισμός

ένα πρωί ίσως να μην ξυπνήσω όπως πάντα
ίσως εκείνο το πρωί να ‘χω ξυπνήσει νύχτα
να ‘χω ανάψει όλα τα καντήλια σε κάποιο κοντινό νεκροταφείο
ίσως και να ‘χω κλάψει πάνω στον ώμο της νεκρής ελευθερίας
στο χάραμα μπορεί να έχω φτάσει μέχρι των σκλάβων τη γαλέρα
πάνω στο ξύλο να ‘χω χαράξει στίχους από ωδές ποιητών αστών
ένα πρωί ίσως ο χρόνος σταματήσει να κυνηγάει την ουρά του
και αποφασίσει την οργή λαού να ακολουθήσει προς τα εμπρός

ίσως ξυπνώντας εκείνο το πρωί να καταφέρω
να ‘χω από αγάπη σκοτώσει όλα μου τα όνειρα
ίσως ακόμα ξυπνώντας εκείνο το πρωί να είμαι κομμάτι
αυτού του κόσμου που με τη βία θα αντικρίζει πια την αλλαγή του

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από εδώ: http://nullapoenasinelege.wordpress.com

φωτογραφία: niwse

Federico Garcia Lorca, Ψυχή απούσα

Χαρακτικό Α. Τάσσος

Χαρακτικό Α. Τάσσος

Δε σε γνωρίζει ο ταύρος, ούτε η συκιά
Ούτε τ΄ άλογα, ούτε τα μυρμήγκια του σπιτιού σου.
Δε σε γνωρίζει το παιδί, ούτε το βράδυ,
Γιατί έχεις πεθάνει για πάντα.

Δε σε γνωρίζει η ράχη της πέτρας,
Ούτε το μαύρο τλάζι όπου λιώνεις.
Δε σε γνωρίζει η βουβή ανάμνησή σου
Γιατί έχεις πεθάνει γιά πάντα.

Το φθινόπωρο θα ΄ρθει με βούκινα,
Σταφύλι ομίχλης και συστάδα βουνών,
Μα κανείς δεν θα θελήσει να κοιτάξει τα μάτια σου
Γιατί έχεις πεθάνει για πάντα.

Γιατί έχεις πεθάνει για πάντα
Σαν όλους τους νεκρούς της Γης,
Σαν όλους τους νεκρούς που λησμονιούνται
Σ’ ένα σωρό από σκυλιά σβυσμένα.

Δε σε γνωρίζει κανείς. Όχι.
Μα εγώ σε τραγουδώ.
Γι’ αυτούς που θά ‘ρθουν τραγουδώ την κατατομή σου και τη χάρη σου
Την ξακουστή ωριμότητα του στοχασμού σου,
Την όρεξη για θάνατο, τη γεύση απ΄ το στόμα του,
Τη θλίψη πού ‘χε η γενναια χαρά σου.

Θ’ αργήσει πολύ καιρό να γεννηθεί, αν γεννηθεί
Ένας Ανδαλουσιάνος τόσο γνήσιος, τόσο πλούσιος σε περιπέτεια.
Την αρχοντιά του τραγουδπώ με λόγια που στενάζουν
Και θυμάμαι μια θλιμμένη πνοή μέσα στα λιόδεντρα.

*Μετάφραση: Μόσχος Λαγκουβάρδος.

Wallace Steves, Τελευταίος μονόλογος τού εσωτερικού εραστή

BAKXES_2014

Φως — το πρώτο φως το βραδινό,
που ξαποσταίνουμε· και συλλογιόμαστε, με λίγο δίκιο,
πως είν’ ο κόσμος ο ιδεατός το πιο μεγάλο αγαθό.

Να, λοιπόν, το πιο δυνατό το ραντεβού.
Και, με τη σκέψη αυτή, φωλιάζουμε,
απ’ τις αδιαφορίες μακριά, σ’ ένα πράγμα μόνο:

Σ’ ένα μόνο πράγμα, σ’ ένα σάλι απλό,
τυλιγμένο γύρω μας, σφιχτά· δεν είμαστε φτωχοί; Μια τρυφερότητα,
ένα φως, μια δύναμη — θαυματουργή επιβολή.

Τώρ’ εδώ ο ένας τον άλλο λησμονάμε και λησμονιόμαστε.
Και αμυδρά συμμεριζόμαστε ένα σχέδιο, μια ολότητα,
μια γνώση, που έκλεισε για μας το ραντεβού.

Σ’ αυτή την πλευρά τής μεθορίου της, στο νου.
Μονολογούμε πως ένα πράγμα είναι ο θεός κι η φαντασία…
Πόσο ψηλά κι απόμακρα φωτίζει το σκοτάδι το πιο μακρινό κερί.

Δίπλα στο φως αυτό, στην κεντρική ψυχή,
βρίσκουμε απάγκειο στον βραδινό αέρα,
όπου να είμαστε μαζί μάς είναι αρκετό…

*Απόδοση: Γιώργος Χουλιάρας.

Ειρήνη Παραδεισανού, Ποιήματα

Φωτό: Μαρία Τσιράκου

Φωτό: Μαρία Τσιράκου

Μικρή Ινδιάνα
Ο άνεμος σε κράτησε βαθιά βαθιά στην εικόνα του παιδιού
κι εσύ με βία πάλευες να αποσχιστείς
από την όψη του
πες μου εσύ
μικρή μου ινδιάνα
εσύ που έπλεξες τα ξανθά σου χέρια στην πληγή μου
τόσο βαθιά
που δεν ένιωθα πια τίποτα στο βάθος
άναρχη μου εσύ φειδωλή σε κραυγές Ινδιάνα
με είχες τότε φιλήσει στο κέντρο του μετώπου
είχες συριστικά ακουμπήσει επάνω μου
τη δίψα σου
κι έρχεσαι τώρα
μονάχα στο πέπλο της νύχτας
σχίζεις στα δυο τη φωνή της σκέψης που σαλεύει στα κάλπικα λόγια μου
με καρφώνεις ξανά και ξανά με ασθματικά τραγούδια
τη γραμμή τη γραμμή ποιος θα σπάσει
την ευθεία που γράφει νυχτέρια στο χωμάτινο δείχτη
μικρή μου Ινδιάνα
μια κραυγή ο φθόγγος της γης κι εμείς κουρταλούμε παράφωνα.

***

Άτιτλο Ι

Ο άγνωστος φόβος
αυτό το φίδι που σέρνεται στην όψη σου
και τη σμιλεύει.
Οι ουρανοί ανοίξαν κείνο το απόγευμα. Έβρεξε για δέκα λεπτά με βία.
Τρέχαν ποτάμια οι δρόμοι. Τα μάτια του παιδιού είχαν ένα χρώμα
ανεξιχνίαστο. Στεκόταν στη βροχή πετρωμένο με τα χέρια κλαδάκια
σπασμένα στα πλευρά του. Στα μαλλιά του αναδεύονταν τα πουλιά. Και
κράταγε στα μάτια του σίδερο. Πνιγμένο κλάμα η φωνή του.

***

Άτιτλο ΙΙ
Ποιήματα σκάρτα σαλεύαν στα μάτια μου
απλώναν κλαδιά και με πνίγαν
κι εγώ χωμάτινο σκαρί στα δόντια άπλωνα
κοίταζα με τα φίδια της όψης μου όλους τους γύρω
ελάτε κοντά μου ανθρωπάκια να φτύσετε
αγγίξτε με πάλι με την φτηνή ρητορική σας
ουρλιάξτε στ’ αφτιά μου το άγονο δάκρυ σας
σας έχω ένα νέο
κανείς δε νοιάζεται αν ζείτε αν πεθάνατε
μικρά μου αθώα πεινασμένα για χάδια ανθρωπάκια
απλώστε τις αθώες σας μουσουδίτσες να τις φιλήσω
αχχχχχχχχχ
μην γελάτε
και
προπάντων
μην κολακεύεστε
είμαι κι εγώ σαν όλους τους άλλους ψεύτες που σας πλησίασαν
μονάχα που μιλώ
σα λύκος
κι εσείς
δεν ξέρετε καθόλου από παραμύθια
ειδικά απ’ αυτά που ο λύκος γίνεται πρόβατο στο τέλος σαρκοφάγο.
Ή μήπως ξέρετε;
Συγχωρήστε μου την έπαρση.
Είμαι κι εγώ ένας από σας.
Κι αν σας μιλώ με παραμύθια πεθαμένα
είναι που
θα ‘θελα τόσο ν’ ανασταίνονταν τα κοιμισμένα δέντρα
να φύτευαν ξανά καρπούς στη γη μας
και τα νεκρά παιδιά
να μου άπλωναν το χέρι
να πέταγαν τα διαμάντια του γέλιου τους στα κουρασμένα αφτιά του Θεού
που αποκοιμήθηκε μακάριος
να ‘βλεπα τα γιγάντια χέρια του να σύναζαν τα σύννεφα πάνω από την όψη μου
και να ‘βρεχε ανήλεα στα θλιμμένα στάχυα των χεριών μου
να τ’ άπλωνα μετά για να στεγνώσουν στο χωράφι του ήλιου
ωωωωωωωω
πόσο καιρό μαστίγωνα τα λόγια αυτά να μη βγουν από το βλάσφημο στόμα μου
μα
τα μηλίγγια μου με εκδικούνται σήμερα
Και
εξαπέλυσαν ριπές
το φλύαρο στόμφο τους.

*Η Ειρήνη Παραδεισανού έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Ρητορική ένδεια (εκδόσεις Vakxikon.gr 2013). Zει κι εργάζεται στο Ηράκλειο της Κρήτης.

Georg Trakl, Εκ βαθέων

Trakl+Portrait

Είναι ένας αγρός θερισμένος, που πάνω του πέφτει μια μαύρη
βροχή.
Είναι ένα σκούρο δέντρο, που στέκει ερημικό.
Είναι ένας άνεμος που σφυρίζει γύρω από άδειες καλύβες.
Πόσο θλιμμένο το βράδυ αυτό!

Στο κτήμα μπροστά
η ήρεμη ορφανή μαζεύει ακόμη αραιά στάχυα.
Στρογγυλά και χρυσά τα μάτια της πλανιούνται στο λυκόφως
κι η αγκαλιά της προσμένει τον ουράνιο μνηστήρα.

Στον γυρισμό
βρήκαν οι βοσκοί σαπισμένο
το γλυκό σώμα στην βάτο.

Είμαι ένας ίσκιος μακριά από σκοτεινά χωριά.
Τη σιωπή του Θεού
την ήπια από την πηγή του δάσους.

Στο μέτωπό μου κρύο μέταλλο κυλά.
Αράχνες ψάχνουν για την καρδιά μου.
Είναι ένα φως που σβήνει στο στόμα μου.

Τη νύχτα βρέθηκα σε μια πεδιάδα,
παγιδευμένος απ’ τα συντρίμμια και τη σκόνη των άστρων.
Στις αγριοφουντουκιές
κρυστάλλινοι άγγελοι ήχησαν πάλι.

*Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος. Από το http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com.au/2008/10/gedichte-1913.html