Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Μονοτονία

Την μια μονότονην ημέραν άλλη
μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θα γίνουν
τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι —
η όμοιες στιγμές μας βρίσκουνε και μας αφίνουν.

Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα.
Aυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει·
είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα.
Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει.

*Από τα “Ποιήματα 1897-1933”, εκδ. Ίκαρος 1984.

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 1201 (η σιωπή των χρωμάτων)

12573832_877828405696562_5817625928637178024_n

~
μάγεψε
το φακό η χαρά της,
την
πήρα
στην άκρη των χειλιών,
με το
σκοτάδι
να την κολλά
στα
μάτια μου
~
γεύτηκα την ανωνυμία
της,
μια σκιά
στη στιγμή
μιας ξεχασμένης
ανάμνησης,
μια σιωπηλή φωνή στο θόρυβο της διασταύρωσης,
~
και
χάθηκε,
στην έρημο της σύμπτωσης,
την
έκρυψε
το πλήθος
κι έγινε μια ερώτηση
στο
φως,
μια απάντηση
στην απελπισία
μου
~
alexmil
artist: άγνωστος (2016 – 27)

Γεωργία Τρούλη, Από εξαφάνιση σε εξαφάνιση

10516890_1441278676133776_6364720301387604886_n

Στο μεσοδιάστημα της κουρτίνας η εισδοχή
Σιγά το ύφασμα του ύπνου να συρρικνώνει
Είδα πώς ο αέρας αλλάζει άρωμα στο σώμα
Τι κρίμα που δεν έγινε σήμερα
Ανάγνωση ουρανού
Οσο πιο μέσα- τόσο πιο κενό
Τόσο κι άλλη σταλαγματιά οδύνης
Τόσο πιο μάταιο
Και λες κουβαλήθηκα στα όρια του εαυτού
Χωρίς διαβατήριο
Χωρίς ούτε μια αλλαξιά
Να πάω λίγο πιο πέρα
Τρίζουν τα σιδερένια άκρα
Σαν πουλιά που μόλις γεννήθηκαν πεινασμένα
Για φτερούγισμα
Και για ζουμερά

Μιας διάψευσης
Ξανά
Από το μηδενικό σημείο εφαρμογής
¨Ελα
Θα μας φυσήξει ο χρόνος στο μπαλκόνι
Της νύχτας
Το φρύδι δεν θα σαλέψει
Καμιά έκφραση
Θα σταφιδιάσουμε την αναμονή
Θα αφηνόμαστε σαν δύο στην φαντασία
Νωθρά και λαίμαργα
Σαν δύο όλο βλέμμα
Και από πάνω ψυχή
Που θα οδεύει υγιής-ω! τι χαρά-
Υγιής προς το θάνατο
Καμιά φθίση και φθορά
Στα φωνήεντα και στις επάλξεις της μέρας
Αδικαιολόγητα θα δίνουμε πίστωση της σελίδας
Να γράφει σε χέρι
Συναρμολογημένο σε κόμπους ναυτικούς
Από ίνες
Από ιστούς
Και από νευρώνες
Είναι ζυμωμένη η σιγή
Και ο λόγος
Τα μελανιασμένα κατωσέντονα
Δεν έχουν τυλίξει ούτε μια λέξη τόση δα
Παρθενική και ξεχειλωμένη
Σε κραυγή από χείλη

Συνάψεις εγκεφάλου
Και δυνατή ποιητική βεβαιότητα
Να χρειάζεσαι μια συνεχή μετατόπιση
Από την άκρη του Νάρδου
Στην αποφορά της τέλειας σήψης

Μην πηγαίνεις στα βαθιά
Αν δεν βλέπεις από κάτω φύκια
Να μακραίνουν σαν χωρισμένες τούφες μαλλιών
Μιας κυρίας που πέθανε-λέει-
Στα τριάντα τρία διάκενα της απόφασης

Θα πάω να ακουμπήσω δυο τρεις καταραμένους αγίους
Στην ράχη της πλάτης μου
Και θα κάνω έρωτα στις λεμονιές και κάτω
Και μέσα στα μαργαριτάρια
Του λευκού μωσαικού του έρωτα

Τα πόδια Να! Έρχονται στα χέρια
Τα χέρια στα πόδια
Καλή αρμογή
Να αγκαλιαζόμαστε διαφορετικά
Και με δύναμη άλλη
Να!Αφήνουμε αποτύπωμα ελεφάντου στο τζάμι
Ή στην πράσινη σκόνη του αέρα
Και χρειάζεται να αποδεικνύουμε
Πως τα μεγάλα βλέφαρα μαδάνε,
Φυλακίζονται σε ρώγες δαχτύλων
Και βγαίνουν ξανά από τη ρίζα- ευχή
Από ζώο σε άνθρωπο
Από άνθρωπο σε φυτό
Από εξαφάνιση σε εξαφάνιση
Καμιά φαρέτρα με πολυκαιρισμένα μαγικά
Δεν σε σώζει
Καμιά λέξη ξεχειλωμένη από
Τίποτα

Βάσος Γεώργας, Από τη “Διάθεση Ημέρας”

wall

1. Κενός

αχ, μυστήριο πράγμα
να γράφεις γράμματα με αναστεναγμούς

παράξενα λόγια

από το στόμα της υπομονής

- άραγε γιατί στριμώχτηκε

σε μια χαραμάδα πανικού

το απόρρητό μου αίσθημα για σένα;

η τρύπια μου ψυχή

βαδίζει και παραπατάει

πάνω σε αγριοπούρναρα κι αγκάθια

με μια φωτογραφία σου στη κωλότσεπη

θα σχίσω τα ρούχα μου

θα ματώσω τα ποδάρια μου

το άρωμά σου θα αναζητήσω

παντού όπου πατώ

θα περιμένω να ανθίσει

εκείνο το σγουρόμαλλό σου βλέμμα

που αντιστέκεται σθεναρά

ακόμα κι όταν ο κόσμος

γερνά και ξεθωριάζει

χιλιάδες σκέψεις μου
θα καλπάζουν ατίθασα

πάνω στα σεντόνια σου

θα υψώνουν λάθος σημαία
και θα ουρλιάζουν, σ’ αγαπώ

και θα είναι

κενός ο χρόνος,

κενή η μουσική

κενός ο μέλλοντας,

θα μου πεις:

μα βέβαια είναι κενός ο ουρανός,

γιατί αν δεν ήταν

θα ήμασταν όλοι άγγελοι

αν δεν ήταν κενός

θα σκαρφαλώναμε όλοι στα σύννεφα

δεν θα έμενε κανείς εδώ

σ ́αυτή τη κόλαση

θα σου απαντήσω:

δοξάζω το ελεήμον, το οικτίρμον

το αιώνιο, το ατελεύτητο

μα δεν ξέρω εσένα

πώς να σε δοξολογήσω

πώς να αντέξω

αυτό το ασταμάτητο αλισβερίσι

να αποχαιρετιζόμαστε διαρκώς
πάνω από δυο χιλιάδες χρόνια

βαρύ το φορτίο

να σε αναζητώ στα σύννεφα

με τα πλην και τα σύν σου

να τραυλίζω σε μια χώρα έρημη

τραγούδια αγάπης

και να συλλαβίζω το όνομά σου

γράμμα γράμμα

*”Διάθεση Ημέρας”, εκδ. Ενδυμίων, 2013.

Τα ποιήματα του Χρήστου Αζούρη

admin's avatarη ΤΡΥΠΑ

Γεννήθηκα στη Μελβούρνη,  Αυστραλίας το 1996.  Μεγαλωμένος, και ζώντας τα έπειτα του 2000,  στην Αθήνα με άλλο, πιο μακρύ και άσχημο -για μένα- όνομα,  έχω πλέον μετακινηθεί στα Χανιά για τις σπουδές μου στους Ηλεκτρ. Μηχ./Μηχ. Η/Υ του Πολυτεχνείου. 

Η ενασχόλησή μου με τον γραπτό λόγο ξεκινά από τα 13 μου, από τότε που άνοιξα το Martian Chronicles του Ray Bradbury και έτσι διαβάζω και διαβάζω όλη την ώρα.

Έχω γράψει δυο ιστορίες οι οποίες, μάλλον, θα παραμείνουν “κλειδωμένες” στο συρτάρι στο οποία τις άφησα πριν μερικά χρόνια.

 Η ποίηση είναι ένα άλλο ζήτημα. Χωρίς ανάλογο ποιητικό ιστορικό, καθ’ όποιας φύσης, ξεκίνησα να γράφω τη βδομάδα πριν κλείσω τα 18 μου. Όπως κάθε αρχική και αναγκαστικά αδαής συγγραφική προσπάθεια, οι πρώτοι μου στίχοι ήταν για τον ****** (κυριολεκτικά!)

Μα το μόνο που είχα να κάνω ήταν να συνεχίσω. Γιατί πλέον έχει γίνει κάτι σαν έρωτας.

Μέχρι τώρα,  προσπαθώ…

View original post 1,385 more words

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Αδιαμαρτύρητες ποινές

65190_10151380449997642_705976547_n

Φόρεσες το “ευ”
και απώλεσες
γραπτές παροτρύνσεις
και προφορικές φιλοφρονήσεις
ζώντας τελικά μόνος
σ’ ένα κόσμο
που συνωστίζεται γύρω σου
για να σε λιθοβολήσει
με τετελεσμένα ψεύδη
κι αδιαμαρτύρητες ποινές.

*Αναδημοσίευση από το http://greekpoetics.blogspot.com.au/2016/01/blog-post_42.html

Φωνές απ’ έξω #6: Γιώργος Αναγνώστου

αναγνώστου_γ

Ασπόνδυλοι Φίλοι

Αιμόφυρτο καμπανάκι
–δέκατος γύρος ζωής–
νοκ άουτ η φιλία.
Χωρίς κοινοποίηση η αιτία 
τα σύκα-σύκα
δεν τόλμησαν καν
ελεγεία.

Μαζεμένους τώρα
τους θέλει το ποίημα·
λίγους σε λήξη προθεσμίας
εξαντλημένους ίσως
στραγγίσματα σιωπής.

Στα ελαφρών βαρών υποβιβασμένους
με κάτι υπερμεγέθη σορτς 
να περιφέρονται υπνωτισμένοι,
σάκοι προπόνησης 
ή πόζες μποξ;

Σε ενυδρείο μπουγάδας λουλακί 
επιπλέων
ευθυτενώς βυθισμένους
ας φανταστούμε·
συγχρονισμένα σώβρακα 
φουσκωμένα  
υδροφόρες μπαλαρίνες φρικιά
σάβανα φουστάνια αντανακλά
η κάθε είδους χαμηλή ματιά.

Έτσι
αν για κάποιον ακόμα
φύλο συκής ανθίζει,
αδύνατον να μάθουν·
κι αν με την αιδώ 
του μετά-μποξερικού εξευτελισμού 
κάποιος από τους δυο κοιμάται τώρα,
άγνωστο παραμένει επίσης.
Να νοιαστούν όπως πριν 
μασημένα δόντια
αδυνατούν να τρυφερώσουν

σπόνδυλοι ιστορίας άχαρα εξαρθρωμένοι
ερείπια διάπλατης γροθιάς
μούντζα ήττας 
σαν να διαγράφουν

μπουρμπουλήθρες κοχλάζουσες φρενήρεις
αρθρόποδα ρωγμών ζωής
στροβιλίζουν υποψία
κάποιας εσωτερικής αφής
κάτι σαν τσάμικο άρθρωσης
στο κάτω κάτω της _ραφής. . .

Άκρη Ακρωτηριασμού

Στον Τ περαστικά
–έχασα το πόδι μου
είπε
–έχασα το πόδι μου
βράχνιασε
– το έχασα
το σώμα είπε
κύρτωσε βάρος
–και τώρα πώς;
βόγκηξε
–το έχασε
απώλεια
–απαγορεύεται η κύρτωση γονάτου
είπαν
–το σώμα βράζει
ούρλιαξε
–κι αν δεν κλείσει;
σπηλιά φόβου
–πονάμε
ικετεύσαμε
–κι αν δεν κλείσει;
σφίχτηκαμε
–πονάω
ούρλιαξε
–οι πιθανότητες καλές
είπαν
–υπομονή
κοπήκαμε 
–εξάντληση
–πονάει
είπε
είπαμε
–ακούσαμε
είπαν 
–άναψα κεριά 
τηλεφώνησε
–εξάντληση
πριόνισε
–υπάρχουν λύσεις
βεβαίωσαν
–εξάντληση 
επαναλάβαμε
–ναι
έγνεψε
ματώσαμε
κέντρου βάρους ναυάγιο
–υπομονή
είπαμε
καρδιά τρόμου
–δεν τα είπαμε;
σκελετός αποκατάστασης
–δεν καταλαβαίνετε
νευρίασε
–κι αν δεν κλείσει
φόβος κυκλώπωσε
–κατάλαβέ μας
ξεσπάσαμε
–πώς είναι;
πόρτα χτύπησε
–μέχρι πότε;
παράπονο
–πες μου, σ΄ακούω
τρυφερότητα αγκάλιασε
βαθειά μας κοίταξε
στα μάτια κοιταχτήκαμε
–θα τα καταφέρω κουτσά στραβά
είπε
ντέφι χαρισμένο
κέφι μας αρπάχτηκε,
ειρωνείας δεκανίκι
ευθυτενές τσαλαπατάει
τον πόνο φάντασμα

*Ο Γιώργος Αναγνώστου (Ορεστιάδα, 1960) είναι καθηγητής στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο Οχάιο, με ερευνητική δραστηριότητα στους χώρους εθνότητας και διασποράς (http://mgsa.org/faculty/anagnost.html). Έχει δημοσιεύσει το βιβλίο Contours of White Ethnicity: Popular Ethnography and the Making of Usable Pasts in Greek America (Ohio University Press 2009) και την ποιητική συλλογή Διασπορικές Διαδρομές (Αθήνα: Απόπειρα, 2012) (http://apopeirates.blogspot.com/2012/04/blog-post_20.html). Ετοιμάζεται επίσης η συλλογή του «Επιστολές Χ Αμερικής, Γλώσσες εξ Επαφής» (Ενδυμίων, 2016). 

***Αναδημοσίευση από τη Θράκα στο http://thraka-magazine.blogspot.gr/2016/02/6.html

Ouyang Yu, Self Translation (Transit Lounge)

self_translation_1500_wide

In the ambiguity of Ouyang Yu’s title, Self Translation, we can read not just a creolised or transformed Chinese Australian self, but two selves: a Chinese self on the left page and an Australian on the right. Nor are the two selves completely discrete. Yu’s poetry is as central – and essential – as anyone’s else’s to Australia right now: if the concept of centrality is useful. My point is that he is not just doing his own unique thing, but is writing Australian lyrics that state ‘the death of nature is most beautiful’ without being obvious or obviously ironical (‘Beautiful Death’); he can also begin a poem called ‘Christmas, 1993’, with the line ‘this is the season of death’. In Yu’s poetry the excoriation of the nation is rejuvenated; in ‘Song for an Exile in Australia’ Yu writes, ‘in a loveless season in Australia’, ‘in a poemless season in Australia’ and, in a brilliant image, of ‘the/wheelchair of imagination’. But it’s not all bleak. ‘On a Sunny Noon’ is a hilarious take on the migrant poem:

on a sunny noon
i was eating
a delicious fish head
sucking
its eyes
one by one
it was

the head

of a fish
that used to swim

in the murray

Racism is a continuing theme in Yu’s poetry, one that receives innovative treatment in ‘My Country’, which sympathises with a ‘filipino woman … yelling: back to the philippines!’. Here the going back (from Japan) is presented as the migrant’s desire. The poem is further complicated by its allusions to Australian national literary tropes. The title of course recalls Dorothea Mackellar’s poem of the same name, whereas the ending: ‘you bastard, my country!’ – aimed at China – recalls Xavier Herbert. As indicated there is an occasional bleed or fissure between the selves of the book. In ‘The Double Man’ (whose name is ‘australia china’ or vice versa), Yu puns on ‘Motherland’ and ‘Otherland’ (the latter being the name of the journal Yu founded and edits).

But to make this pun, where ‘Mother’ loses its ‘M’, Yu writes the English word and the letter ‘M’ on the Chinese side also. ‘At Dusk’ gestures to further mobility, with a note that is parenthetical on the Chinese side only: that the lines could be read in a different, suggested order. The Chinese version of ‘The Train’ ends with an exclamation mark but not the English, whereas ‘My Country’ ends with an exclamation mark in English but not Chinese; and while there is apparently a Chinese equivalent for ‘Marlboro’ in this poem, ‘extra mild’ is given in English on both sides.

Further, in ‘Zero Distance’ ‘zero’ is a word in the English title and poem, but the number ‘0’ in the Chinese. Yu also occasionally uses phonetic Roman versions of Chinese words, such as ‘hua’ for China and ‘ao’ for Australia, which are the names of ‘two women’ in the poem of that name. The romantic and the sexual are both present in Self Translation but as distinct concepts. In ‘Zero Distance’, Yu writes ‘Human relationship … It’s the standard thickness of a condom’, and in ‘No Title’: ‘When the English language comes flooding in/ I’ve lost my memory// The 5,000-year-old structure collapses overnight/ As my tongue straightens like a penis’. The poem points to the relation of language to memory: ‘Pretty soon, I’ll forget my parents/ And brothers altogether’. Yu brings a refreshing oddness to the oddness of Australian poetry when he writes lines like: ‘i take you/ in my arms/ as a mother/ caressing her baby/ a mature baby’ (‘Untitled’). Another ‘Untitled’ poem aligns the phrases ‘some become lines of poetry’ with ‘fish enter the arts’.

The book ends with three visually exciting poems that combine Chinese and English, self and self. ‘The Double’ translates line by line; it plays thematically with alternation, with black- and whiteness. ‘My Sadness’ begins with a quote from a letter by W.B. Yeats to J.M. Synge that Yu has translated, followed by the English original; the poem translates from an Irish and French context to Yu’s Chinese Australian. The final poem returns to the double bilingual mode: except that both sides include Chinese and English, alternating. The poem is a meditation on Robert Frost’s ‘The Road Not Taken’, which encourages the monolingual reader to take both roads (poems) by reading the Chinese or the English back and forth from left to right pages. The last stanza in both poems is in both languages, with the word ‘taken’ taken from English and replaced by Chinese, and placed in the Chinese text on the left. Finally the poem ends with an extra line in English in the left, mainly Chinese stanza: ‘There’s nothing you can’t do that you do’. The blank that corresponds on the right is our yet-to-be translated future.

*From http://www.cordite.org.au

Ouyang Yu_original

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Δύο ποιήματα

12654688_1680666872217787_5250215993164812368_n

«Ο άνθρωπος υψηλής κοινωνικής θέσης είναι με τρόπο πρωτόγονο, ένα εκρηκτικό άτομο (εκρηκτικοί είναι όλοι οι άνθρωποι, αλλά αυτός είναι με ιδιαίτερο τρόπο). Χωρίς αμφιβολία, προσπαθεί ν’ αποφύγει, τουλάχιστον να καθυστερήσει την έκρηξη».
G. Bataille, Το καταραμένο απόθεμα
(μτφρ. Λένα Λυμπεροπούλου, Futura, 2010)

ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

• θα υπάρχουν ολοένα και περισσότερα
(ποτέ δεν θα είναι αρκετά)

• θα υπάρχουν ολοένα και περισσότερα για ολοένα και περισσότερο κόσμο
(και πάλι κάποιοι θα μείνουν στην απόξω)

• η Οριστική Λύση θα επέλθει μέσω της Αφθονίας

• θα υπάρχουν ολοένα και περισσότεροι που θα συνωστίζονται στις κυλιόμενες σκάλες, στις αίθουσες αναχώρησης και στα ιδιωτικά ασανσέρ (παρακολουθούμε τους σπασμούς του φιδιού μετά τον αποκεφαλισμό του)

• θα υπάρχει κόσμος και κοσμάκης με ολοένα και μεγαλύτερη πρόσβαση
(τι πάει να πει πρόσβαση;)

• θα υπάρχει ολοένα και μεγαλύτερη πρόσβαση για ολοένα και περισσότερο κόσμο (τι απέγινε ο κοσμάκης;)

• οι αρμόδιοι φορείς θα απαιτήσουν έναν ρυθμό διαστρέβλωσης

• η Αφθονία θα εισέλθει θριαμβευτικά μες στα υπαρξιακά μαθηματικά των Τραυλών

• θα υπάρχουν αρκετά για όλο τον κόσμο
(όλος ο κόσμος δεν θα ’ναι ποτέ |αρκετός|)

• έξω από ρητορικά σχήματα η γλώσσα θα δαγκώσει τη γλώσσα της

• θα υπάρξει πόλεμος λοιπόν |aha| όπως πόλεμος πάντοτε υπήρχε |ok then|

• οι εγγαστρίμυθοι θα διεκδικήσουν τα ρητορικά τους χαλίκια

• made in «αναδυόμενες αγορές»

• η Οριστική Λύση θα αντιμετωπίσει εμπόδια που θα παρουσιαστούν από τους αρμόδιους φορείς ως ανυπέρβλητα, στο τέλος η γραφειοκρατία θα επινοήσει άλλο ένα αδιέξοδο, ανακουφίζοντας προσωρινά όλον αυτόν τον συρφετό

• με έμβλημα τη Φαλτσέτα, μια νέα σέχτα θα σπείρει πανικό, ιδίως στα μικροβιολογικά εργαστήρια και στις επιδοτούμενες αίθουσες αιμοληψίας

• τα βιβλία θα εκλαμβάνονται για τυπωμένο χαρτί

• η Τέχνη θα παρακολουθεί τα τεκταινόμενα με αμείωτο ενδιαφέρον, κρατώντας όμως μια υγιή απόσταση, ώστε να συνεχίσει να εκλαμβάνεται από τον εαυτό της ως Τέχνη

• ξαφνικά θα υπάρχουν ολοένα και λιγότερα για ολοένα και περισσότερο κόσμο

• με δάκρυα στα μάτια από τα πόντιουμ του γίγνεσθαι θα ειπωθεί: «λαέ, λυπούμαστε, όμως δεν βρέθηκε Λύση» [το περιβόητο θα θριαμβεύσει κοινότοπα γιατί αυτή είναι η αποστολή του]

• θα υπάρξουν προφητείες που θα ασκήσουν ένα νέο είδος γοητείας, ιδίως σε όσους τις ασκούν

•|ένα σπίτι στα προάστια, αυτό μόνο ζητούσα|: νοσταλγία-ανέφικτο-αλκοολισμός

• οι αρμόδιοι φορείς θα προαυλίζονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα

• το μπούστο μιας pop star θα ανατιναχθεί στα 34.000 πόδια

• νέες εργασιακές δυνατότητες: καθαριστές φυλακών, υπεύθυνοι απεντόμωσης, software engineers, 3D printers {ταυτόχρονα}

• μια στρατιά από ρακοσυλλέκτες θα μεθοκοπά μπροστά σε βαρέλια που αχνίζουν

• θα αναδυθεί μια από τις πολλές γνωστές ιστορίες (π.χ.: λιγότερα για τους περισσότερους, πολλά για τους λίγους κ.ο.κ.)

• θα ξανακάνουμε πόλεμο λοιπόν με κάθε νομιμοποίηση από σύγκορμο το κοινωνικό σώμα

• οριστικό πόλεμο με στόχο την οριστική Αφθονία

• τα πράγματα θα μείνουν στη μέση, νάρκες βουβές θα ανατιναχθούν, κορμιά θα διαμελισθούν, φιλανθρωπικοί χοροί θα οργανωθούν, νέα χαμόγελα θα δραπετεύσουν απ’ τις οδοντοστοιχίες. Κλάματα.

• ο Χρόνος | Θα | Είναι | Κρίμα |

• ήδη οι αυτόματοι διορθωτές κειμένων υπογραμμίζουν με κόκκινο τη λέξη Αρμαγεδδών (το επισημαίνουμε για λόγους πολιτικής ορθότητας)

• «το μη χείρον βέλτιστο», ολοένα αυξανόμενο για ολοένα και περισσότερο κόσμο

• οι λίγοι θα εντείνουν την τακτική της περιφρόνησης αλλάζοντας κανάλια νευρικά

• «η ταξική πάλη ως παραφυάδα της ελληνορωμαϊκής»: μαζική αποστήθιση στο Universal Sports Hall Arena. Προσευχή.

• θα υπάρξουν περισσότερα, ολοένα και περισσότερα για ολοένα και περισσότερο κόσμο
(ποτέ δεν θα είναι αρκετά)

• [αρκετά!] [genau!] [enough is enough!]

(η ζ ω ή ε ί ν α ι σ ύ ν τ ο μ η και δικαιούμαστε μιαν ανάσα)

• περισυλλέγουμε τα πτώματα, τα ολοένα και περισσότερα πτώματα,
από τα ολοκαίνουρια, απαστράπτοντα κράσπεδα
μιας ολοκαίνουριας, απαστράπτουσας οιμωγής

[ιδού τι πάει να πει πρόσβαση, καημένε]

• τα βιβλία εκλαμβάνονται για τυπωμένο χαρτί

• η Τέχνη συνεχίζει τον δρόμο της

ΟΔΟΣ ΑΡΜΟΝΙΑΣ

|Ιδιωτική Ζωή|

|Παγκόσμια Κούραση|

|Παράξενα Πράγματα|

|Γευστική Ποικιλία|

Ράθυμοι σκύλοι τριγυρνούν με βουβές χειροβομβίδες στο στόμα

τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ

«Νιώθετε πρησμένη ή νωθρή; Έχετε φορτωμένο πρόγραμμα; Το πιο πιθανό είναι ότι, απλώς, το υπομένετε. Σας έχουμε λοιπόν ευχάριστα νέα: έναν γευστικό, απλό τρόπο να ξαναβάλετε την υγεία του πεπτικού σας συστήματος στο σωστό δρόμο. Αν προσθέσετε τις ακατέργαστες νιφάδες σταριού που σας ετοιμάσαμε στην καθημερινή σας ρουτίνα, πιστεύουμε πως ίσως θα αισθανθείτε καλύτερα μετά από μόλις 3 μέρες. Μετά από 5 μέρες μπορεί κι εσείς να αισθάνεστε πραγματικά καλά: γεμάτη ενέργεια και ζωντάνια!»

|Έκλυτος Βίος|

|Δαπανηρή Στεναχώρια|

|Ενάρετο Ντύσιμο|

|Στομαχική Διαταραχή|

|Αερόβιοι Σίσυφοι|

|Υποκείμενος Πληθυσμός|

Γάτες που περιεργάζονται σκυλοτροφές

τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ

«Ich frage Euch: Wollt Ihr den totalen Krieg? Θέλετε έναν πόλεμο περισσότερο ολοκληρωτικό και ριζοσπαστικό απ’ ό,τι μπορούμε σήμερα να φανταστούμε;
Είστε εσείς και ο λαός πρόθυμοι να δουλέψετε, αν ο Αρχηγός το διατάξει, 10, 12, ακόμα και 14 ώρες την ημέρα και να δώσετε τα πάντα για τη νίκη; Σας ερωτώ: Εγκρίνετε, αν χρειαστεί, τα πιο ριζικά μέτρα ενάντια στο μικρό ποσοστό των φυγόπονων και των μαυραγοριτών που παριστάνουν ότι έχουμε ειρήνη εν μέσω πολέμου και εκμεταλλεύονται τις ανάγκες του έθνους για ίδιους σκοπούς; Συμφωνείτε ότι αυτοί που υπονομεύουν την πολεμική μας προσπάθεια πρέπει να εξοντωθούν;»
«Ό,τι εξυπηρετεί τον αγώνα για τη ζωή είναι καλό και πρέπει να ενθαρρύνεται. Ό,τι βλάπτει τον αγώνα για τη ζωή θα πρέπει να εξουδετερωθεί. Με φλεγόμενη καρδιά και ψύχραιμο μυαλό θα ξεπεράσουμε τα μεγάλα προβλήματά μας. Υπάρχει κάποιος που να ζητά τη συνθηκολόγηση εδώ μέσα; — ΚΑΝΕΙΣ! — ΚΑΝΕΙΣ!»
«Δεν υπάρχει καιρός για άσκοπες διενέξεις. Πρέπει να δράσουμε γρήγορα, διεξοδικά και αποφασιστικά».
«Ξεσηκώσου τώρα λαέ και άσε την καταιγίδα να ξεσπάσει!»

|Προγραμματική Ονείρωξη|

|Αξιοθαύμαστη Ποικιλομορφία|

|Δραστήρια Ωράρια|

|Ισοδύναμες Κτηνωδίες|

|Οικολογική Συνείδηση|

|Πολυέξοδα Βίτσια|

Σοφές χελώνες αστράφτουν στον αυγουστιάτικο ήλιο

τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ

«Ο παντοκολλητής γενικής χρήσεως κολλάει γρήγορα

μόνιμα

καθαρά

ξεπλένεται στους 60ο C»

«θέλετε τον Ολοκληρωτικό Πόλεμο; … γεμάτη ενέργεια και ζωντάνια… ποιος σας είπε πως δεν έχετε καιρό για νέες απολαύσεις; ΚΑΝΕΙΣ! ΚΑΝΕΙΣ!… το πιθανότερο είναι … περισσότερο ολοκληρωτικό και ριζοσπαστικό απ’ ό,τι μπορούμε σήμερα να φανταστούμε; … πως, απλώς, το υπομένετε… αν ο Αρχηγός το διατάξει… η καθημερινή σας ρουτίνα… είστε πρόθυμοι να δουλέψετε 10, 12, ακόμα και 14 ώρες για… να ξαναβάλετε την υγεία του πεπτικού σας συστήματος στον σωστό δρόμο;… ξεσηκώσου τώρα, λαέ, κι άσε τον απλό, γευστικό τρόπο να ξεσπάσει! … Σας έχουμε λοιπόν ευχάριστα νέα»

|Αιώνιο Απομεσήμερο|

|Βιβλικοί Μύθοι|

|Περίοπτη Κατανάλωση|

|Μεγαλειώδη Πεπρωμένα|

|Κατάσταση Εξαίρεσης|

|Αντρίκειες Κουβέντες|

σσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσς…

τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ –
τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ

*Ο Γιώργος Πρεβεδουράκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Σπούδασε Διεθνείς Σχέσεις και Φιλοσοφία στην Αγγλία. Έχει εκδώσει δύο ποιητικά βιβλία (Στιγμιόγραφο, Πλανόδιον, 2011, και Κλέφτικο, Πανοπτικόν, 2013).

**Αναδημοσίευση από το http://www.fairead.net/link-02-1

Φωνές απ’ έξω #1: Ελένη Γαλάνη

eleni_galani_display

Κοσµαλγία*

Το νησί των νεκρών
(αναφορά στον οµότιτλο πίνακα του Arnold Böcklin)

Είναι ο νόστος µια νόσος του νότου
λοιµώδης, µολυσµατική, για τους χανσενικούς της φυγής
η µνήµη
χάνει τα µέλη της µεσοπέλαγα
στη Νήσο πηγαίνοντας των νεκρών

Εσύ ψιθυρίζεις αινίγµατα της Στυγός
όρθιος στην κουπαστή µε κατεύθυνση τον βορρά συλλαβίζεις
αρχαία καλοκαίρια στο Λιβυκό:
κυπαρίσσια, θάλασσα, το νησί
η Σπιναλόγκα της άγνοιας
µια εποχή ηλιακή, ήτανε όλα εκεί
να θυµηθείς να ξεχνάς
να στερεώνεις τις λέξεις κατάσαρκα
να τις µπήγεις χρυσές πρόκες
στον άνεµο
να σε σφίγγουν
ωραίες θηλιές
στο λαιµό
– η κόλαση είναι ένα µέρος φωτεινό-
σε άλλους ήχους, σε ξένο ουρανό
ξηµερώνει

Eiserner Steg

Εξορία η µνήµη
επαίτης
αλλαζονικά απαιτεί
λεπτά απ’ το τώρα, µέλη απ’το σώµα σου
στο σώµα της σε κρατάει
στα χέρια της

σαν άλλη Πιετά

στη σιδερένια γέφυρα στην κουπαστή ακουµπά
µην κοιτάξεις
τα µάτια της, µην µαρτυρήσεις
ονόµατα, δρόµους, νεκρούς µη θυµηθείς
το κλάµα τους, µε τέτοια απ’ την αρχή ξανά
µη γελαστείς

-σε όποια πόλη, σε όποια γη, στον ουρανό το ξέρεις πια:
είναι ξένη χώρα
εδώ, άλλο νόµισµα-
κέρµατα κι ένδοξα παρελθόντα
δεκτά δεν γίνονται ούτε ένα σέντ δεν πρόκειται
κανείς γι’αυτά να εξαργυρώσει

Νέκαρ*

τα βράδια διασχίζει φωτισµένη τις φλέβες ποταµόπλοιο µεταγωγό
η απουσία ανασηκώνει το αίµα ελαφρά –σαν αύρα-
µετά η πληγή κατακάθεται

εγώ ρίχνω την άγκυρα του ύπνου στα άγρια νερά
εσύ διατάζεις την κατοικίδια θάλασσα να σου γλύψει τα πόδια

Το φεγγάρι µας πηρουνιάζει τα κόκκαλα
σα µακρινό φως χειρουργείου τα κοµµάτια µας
τεµαχισµένα στο δείπνο της σάρκας η προσµονή
λήκυθος λευκή
σε νερά σκοτάδια

άλλοτε
µπήγαµε την ψυχή µας κατάσαρκα στο τοπίο άλλοτε
ο χρόνος έρρεε υδράργυρος
στα χίλια κυβικά µεταλλικά
τα φώτα µας τυφλώναν

-εγώ µάντευα τις θλίψεις των δρόµων
πίσω από τα µισοφωτισµένα παράθυρα –
καθώς προσπερνούσαν
είναι όµορφες οι ζωές
όταν πνίγονται
είναι ένας τρόπος παράξενος να αντικρίζεις τον κόσµο
σαν να τον αποχαιρετάς
κάθε λεπτό

είναι ωραίο το βράδυ αυτό
στον βυθό
τα γέλια µας
βουλιάζουν κέρµατα φωτεινά µες στον Νέκαρ
η µνήµη είναι ασύλλητη, ο χρόνος ασάλευτος, άσυλο
η αρχαία πληγή

-όµως το τέλος χαράχτηκε αιώνες πριν σ΄ένα αγγείο κεραµικό του Εξηκία
οι δρόµοι όλοι καταλήγουν στην θάλασσα
(la mer est l’ amer destin de tous les voyages)-

να θυµηθείς να γελάς
ν’ αρπάξεις από τα βλέφαρα τη φυγή
όταν τη δεις στιγµιαία να περνά
όπως στα παράθυρα το βλέµµα των δρόµων
για εκείνη την φριχτή λάµψη στα µάτια της

για όσο ακόµα υπάρχει καιρός, ποίηση
είναι ο χρόνος που αποµένει

* Ο ποταµός Νέκαρ (στα γερµανικά Neckar), η λέξη προήλθε από τα ονόµατα Nicarus και Neccarus, που µε τη σειρά τους προέρχονται από την κέλτικη λέξη Nikros, που σηµαίνει “άγριο νερό”.

Στίγµα

Με τον καιρό καταλαβαίνεις:
είναι τα τραύµατα ανήλικα όνειρα
ο νόστος µια νόσος µολυσµατική η µνήµη
διαβάζεται “µήνις”

κι εσύ γεννήθηκες µε το στίγµα
(χρόνια, µεσογειακή, αναιµία της διάρκειας)

-είναι αλκοολίκι, σου λέω, η φυγή
το ξέρουν αυτοί που δεν επιστρέφουν κι εσύ-

είσαι ένας ξένος

ταγµένος
να γράφεις, να σβήνεις αιώνες
παλίµψηστος
µε εξαψήφιο νούµερο στο χέρι τατού
που σου χάραξαν σε ώρα που δεν
έβλεπες σε ώρα που δεν
έβλεπα σε ώρα που δεν
έβλεπε
κανένας

ο ουρανός µόνο -αυτός ο άγνωστος-
ανθίζει σε πείσµα της λάσπης
αιώνες τώρα καθαρός γυαλί
απ’ τη µεριά του γκρεµού
στο µέσον της γης σου
κατάσαρκα

µεσό-γειος ουρανός

* (Για τον τίτλο: σύνθετη λέξη από το Welt (κόσµος) και Schmerz (πόνος) – ως όρος αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Gερµανό συγγραφέα Jean Paul Friedrich Richter (1763-1825).

**Η Ελένη Γαλάνη σπούδασε Αρχαιολογία και ιστορία τέχνης στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στην Σορβόννη/Paris I (Παρίσι) και μουσειολογία στην Ecole du Louvre (Παρίσι) και στο Universidad Autonoma de Barcelona.  Η πρώτη της ποιητική συλλογή “Παρκούρ” (Γαβριηλίδης, 2012), ήταν στη βραχεία λίστα για τους πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς του περιοδικού ‘Αναγνώστης”, ενώ το δευτερο βιβλίο της (Terrarium, το πείραμα του Ward, 2014) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Μελάνι”. Έχει εργαστεί σε μουσεία και γκαλερί στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Από το 2013 ζει στη Φρανκφούρτη

***Από τη “Θράκα” στο http://thraka-magazine.blogspot.gr/2015/11/1.html